‘Εκφυλισμένη Τέχνη’, 19 Ιούλη 1937

Τα ‘πρωτόγονα γρατζουνίσματα’, που γελοιοποίησαν τον ναζισμό, αιωρούμενα πέρα και πάνω από την εποχή τους

 «Ο κυβισμός, ο ντανταϊσμός, ο φουτουρισμός, ο ιμπρεσιονισμός κ.λπ. δεν έχουν καμία σχέση με τον γερμανικό λαό. Γιατί όλες αυτές οι έννοιες δεν είναι ούτε παλιές ούτε μοντέρνες, είναι απλώς επιτηδευμένες φλυαρίες ανθρώπων, στους οποίους ο Θεός αρνήθηκε το αληθινό καλλιτεχνικό ταλέντο και αντί γι’ αυτό έχουν το χάρισμα να φλυαρούν και να εξαπατούν. Γι’ αυτό και διακηρύσσω για άλλη μια φορά πως έχω πάρει την αμετάκλητη απόφαση, ακριβώς όπως έκανα και με την πολιτική φαυλότητα, να ξεκαθαρίσω τη γερμανική καλλιτεχνική ζωή από όλα αυτά» -Αδόλφος Χίτλερ, 19 Ιούλη 1937

Γράφει η Κική Σταματόγιαννη

«Όταν ακούω κουλτούρα, τραβάω περίστροφο»

Παιδικά πρόσωπα με ουλές, γυναίκες με ανοιχτά πόδια σε στάσεις διόλου «κόσμιες», άνθρωποι που ίπτανται, πολύχρωμοι γάιδαροι, αφηρημένα γεωμετρικά σχήματα, γαλάζια άλογα, αδιέξοδο στο παρόν, αγωνία για το μέλλον, σήψη του πολιτισμού, θάνατος. Ανάπηροι στρατιώτες και αντιεθνικισμός. Ταξική διάσταση, με τους αστούς να χαριεντίζονται στα σαλόνια και τους εργάτες να ζουν μέσα στη μεγαλύτερη φτώχεια.

Καθόλου «άρια» πράγματα όλα αυτά. Όλα αυτά μύριζαν κομμουνισμό και αναρχισμό. Όλα αυτά καλούσαν τους ανθρώπους σε μια στάση ενεργητική. Να δουν προσεκτικά, να σκεφτούν. Και να δράσουν. «Η ζωγραφική δεν γίνεται για να διακοσμείς διαμερίσματα. Είναι ένα επιθετικό και αμυντικό όπλο ενάντια στον εχθρό» σημείωνε ο Πικάσο και έβαζε φιτίλια στους ναζί, που καθόλου δεν τους άρεσε μια τέτοια προοπτική. Κι έτσι, με τη μεθοδικότητα και την οργανωτικότητα που τους διέκρινε, κατάστρωσαν και υλοποίησαν το σχέδιο αφανισμού των έργων της πρωτοπορίας της δεκαετίας του 1930.

Επέβαλαν σιωπητήριο στους καλλιτέχνες, φίμωσαν κάθε προοδευτική φωνή έκφρασης, έστειλαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όσους μπόρεσαν και οδήγησαν άλλους στην αυτοεξορία ή την αυτοκτονία. Η τέχνη ή θα τεθεί στην υπηρεσία της χειραγώγησης των μαζών και θα υποταχθεί στα ‘ιδεώδη’ του τρίτου ράιχ ή θα πάψει να υπάρχει. Κάπως έτσι γεννήθηκε η Entartete Kunst. Που θα πει: «εκφυλισμένη τέχνη».

Αυτός που πρωτοδιατύπωσε τον όρο το 1892 ήταν ένας –πόση ειρωνεία, πράγματι!- εβραίος και σιωνιστής, ο Μαξ Νορντάου. Και παρότι διατυπώθηκε στον τομέα της ευγονικής, οι ναζί – πολύ βολικά για τους σκοπούς τους – μετέφεραν τον όρο και στον χώρο της τέχνης. Ο εκφυλισμός δεν θα αφορούσε στο εξής μόνο την καθαρότητα της φυλής, αλλά και την καθαρότητα στην τέχνη. Νοσηρό, αλλά ο ναζισμός είναι εξοικειωμένος με τη νοσηρότητα. 

Ο Σεπτέμβρης του 1933 σηματοδοτείται από την ίδρυση του Πολιτιστικού Επιμελητηρίου του Ράιχ. Ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδε το ναζιστικό καθεστώς στην πολιτιστική καθαρότητα είναι το γεγονός ότι επικεφαλής τίθεται ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, υπουργός Διαφώτισης και Προπαγάνδας του Χίτλερ. Ο άνθρωπος πίσω από τη φράση: «Όταν ακούω κουλτούρα, τραβάω περίστροφο». Ήδη από το 1929 ο ‘Σύνδεσμος Αγώνα για τον Γερμανικό Πολιτισμό’, ναζιστική οργάνωση-παιδί του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, δρούσε με αποκλειστικό σκοπό την εκκαθάριση της γερμανικής τέχνης από τις επιδράσεις των ‘εβραιομπολσεβίκων’. Η εκκαθάριση των «εκφυλισμένων έργων» συνεχίζεται στην Καρλσρούη, το 1933, με μια έκθεση-επίθεση στους μοντέρνους καλλιτέχνες. Ακολούθησε το κλείσιμο της Σχολής Σχεδιασμού Μπάουχαουζ, με τον ιδρυτή της, Βάλτερ Γκρόπιους, να καταλήγει αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ. Το σήμα είχε δοθεί. Μέσα σε 4 χρόνια είχαν αφαιρεθεί από 100 μουσεία σχεδόν 20.000 έργα 1.400 καλλιτεχνών. Μεθοδικοί και προσεκτικοί οι ναζί, φροντίζουν να θεσπίσουν το 1938 έναν νόμο, που στην ουσία νομιμοποιούσε την αρπαγή των έργων. Πρόκειται για νομοθεσία που δεν καταργήθηκε μεταπολεμικά ούτε από τους συμμάχους ούτε από τις γερμανικές κυβερνήσεις.

Μια κίνηση μπούμερανγκ

Η «Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης» υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες αρπαγές έργων στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης. Περισσότερα από 650 έργα (πίνακες, χαρακτικά, γλυπτά) αφαιρέθηκαν από τις συλλογές 32 γερμανικών μουσείων, με σκοπό να παραδοθούν στη χλεύη του κόσμου, στη «δημόσια περιφρόνηση». Η Έκθεση άνοιξε τις πύλες της στο Μόναχο. Ήταν 19 Ιουλίου 1937, όταν το γερμανικό κοινό στάθηκε άφωνο μπροστά σε κάποια από τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά ίχνη που άφησε ο άνθρωπος στον πλανήτη.

Διήρκεσε μέχρι τις 30 Νοεμβρίου και επειδή οι ναζί θεώρησαν ότι θα πρέπει και η γερμανική επαρχία να δει τα «τερατώδη εκφυλισμένα» έργα, μεταφέρθηκε σε 11 ακόμη πόλεις σε Γερμανία και Αυστρία. Περισσότεροι από δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι στάθηκαν μπροστά στα έργα των Πάουλ Κλεε, Βασίλι Καντίσκι, Πάμπλο Πικάσο, Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Έντβαρντ Μουνχ, Τζέιμς Ένσορ, Μαξ Έρνστ, Πίιτ Μόντριαν, Όσκαρ Κοκόσσκα, Γκέοργκ Γκρος, Όττο Ντιξ, Μαξ Μπέκμαν, Εμίλ Νόλντε, Έρικ Χέκελ, Λούντβιχ Κίρχνερ και πολλών-πολλών άλλων. Εκφυλισμένοι, παράφρονες, επικίνδυνοι, «εβραιομπολσεβίκοι». Τι κι αν μόλις έξι από τους 112 καλλιτέχνες, που παρουσιάζονταν στην έκθεση, ήταν Εβραίοι; Καμία σημασία για τη ναζιστική αντισημιτική προπαγάνδα. Από τη στιγμή που ανακαλύφθηκε ο αποδιοπομπαίος εβραϊκός τράγος έπρεπε να αξιοποιείται κάθε ώρα και στιγμή.

Προσπάθησαν με κάθε τρόπο να γελοιοποιήσουν τόσο τα έργα όσο και τους καλλιτέχνες τους. Τοποθέτησαν τα γλυπτά και τους πίνακες χαοτικά, κυριολεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Κάποια χωρίς καν κάδρο. Να κρέμονται σε σκοινιά. Να μην υπάρχει η αναγκαία απόσταση για να μπορείς να σταθείς και το θαυμάσεις. Να μην επαρκεί ο φωτισμός. Με μειωτικές και χλευαστικές επιγραφές. «Οι νέγροι στη Γερμανία έχουν αναχθεί σε φυλετικό ιδεώδες της εκφυλισμένης δημιουργίας». «Στους πίνακες και τα σχέδια αυτού του θαλάμου φρίκης δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψει κανείς τι υπήρχε στο άρρωστο μυαλό όσων χρησιμοποίησαν πινέλα και μολύβια». Αν μη τι άλλο, λιτός, σαφής και περιεκτικός ο κατάλογος της έκθεσης. Οι πτέρυγες είχαν ξεχωριστές ονομασίες: «εξαχρείωση της απεικόνισης», «θρησκευτική βλασφημία», «προσβολή των Γερμανίδων», «καλλιτεχνική και πολιτική αναρχία». «Καθαρή παράνοια».

Μία μόλις ημέρα νωρίτερα, στις 18 Ιούλη άνοιξε και η «Μεγάλη Έκθεση Γερμανικής Τέχνης». Απλοϊκά έργα, τοπία και πορτρέτα χωρίς ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία, που σκοπό είχαν να εξυμνήσουν το «υπέροχο ξανθό θηρίο», παρωχημένα και αδιάφορα. Γλυπτά σε υπερφυσικές διαστάσεις. Γυμνά, που υμνούσαν τη σφριγηλότητα, τη δύναμη και την επιβλητικότητα της άριας φυλής. Από τα φυλετικά και πολιτισμικά «καθαρά» έργα ούτε ένα δεν είναι αξιομνημόνευτο σήμερα. Δεν ήταν ούτε τότε. Η Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης συγκέντρωσε τριπλάσιο αριθμό επισκεπτ(ρι)ών σε σχέση με αυτήν της «αιώνιας γερμανικής τέχνης». Και γιατί να προτιμήσεις άλλωστε έναν μετριότατο καλλιτέχνη με τα αφελή του κάδρα ή τα ακαλαίσθητα ογκώδη γλυπτά μπροστά σε έναν Πικάσο, σε έναν Καντίσκι ή σε έναν Κλέε;

«Σημαδεμένος Άνθρωπος» (1935), Πάουλ Κλέε
(χαρακτηριστικά η σβάστικα χαράζει στα δύο το πρόσωπο)

«Τι δημιουργείτε; Γυναίκες που προκαλούν αηδία, σακάτηδες και ηλίθιους, άντρες που μοιάζουν με κτήνη, παιδιά που έχουν πάνω τους την κατάρα… Αυτά σας σερβίρουν ως τέχνη οι τσαρλατάνοι που αποτελούν την εικαστική έκφραση της εποχής μας» (Χίτλερ στα εγκαίνια της Έκθεσης). Στο ίδιο μήκος κύματος και ο διοργανωτής της Έκθεσης, Τσίγκλερ: «Βλέπετε γύρω σας τα προϊόντα της τρέλας, της αναισχυντίας, της αδεξιότητας και της παρακμής. Αυτή η έκθεση γεννά μέσα μας αισθήματα ταραχής και απέχθειας».

Τι απέγιναν τα έργα και οι καλλιτέχνες τους;

Με το τέλος της έκθεσης ακολούθησε αυτό που πολύ εύστοχα θα μπορούσε να διατυπωθεί ως «Ω, τι ωραίο πλιάτσικο!». Πολλά πωλήθηκαν, αποφέροντας τεράστια κέρδη για το ναζιστικό κράτος. Κάποια στάλθηκαν στην πυρά. Πολλά αγνοούνται. Μέχρι σήμερα.

«Η ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας θα πρέπει να σταματά στα όρια που της θέτει η πολιτική και όχι η καλλιτεχνική ιδέα» απειλούσε από το 1935 ο Γκαίμπελς. Πολλές εκατοντάδες σπουδαίοι καλλιτέχνες έκλεισαν τα αυτιά στην προειδοποίηση αυτή. Και δέχτηκαν να πληρώσουν το συνεπαγόμενο κόστος: την προσωπική τους ελευθερία, την ελευθερία καλλιτεχνικής έκφρασης, τις στοιχειώδεις ανέσεις της ζωής τους. Εν τέλει, την ίδια τη ζωή τους.

Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στην ιστορία που η τέχνη κυνηγήθηκε με τόσο ανελέητο τρόπο. Όσο σοκαριστικό κι αν είναι το γεγονός, συνάδει ωστόσο απόλυτα με τη ναζιστική λογική και πρακτική. Ένα έργο τέχνης που καταφέρνει να ενεργοποιήσει τα εγκεφαλικά σου κύτταρα, που σε βάζει στη διαδικασία να αναρωτηθείς για το παρόν και κυρίως για την προοπτική, ένα έργο τέχνης-σπουδή στην ομορφιά των ανθρώπων, τους οποίους δεν ιεραρχεί ανάλογα με την τάξη, τον πλούτο, το χρώμα, τη θρησκεία ή τη φυλετική καταγωγή, είναι ένα έργο βαθιά επικίνδυνο. Ένα έργο τέχνης που ασκεί κριτική στην καθεστηκυία τάξη και επαγγέλλεται έναν κόσμο ισότητας και ελευθερίας είναι ένα έργο συντριπτικά επικίνδυνο. Και πρέπει να καταστραφεί. Η σπουδαία τέχνη, ωστόσο, κατάφερε να πάρει την εκδίκησή της. Και στέκεται σήμερα πέρα και πάνω από την εποχή της. Πέρα και πάνω από όσους επιχείρησαν να τη φιμώσουν, να την κλείσουν σε κουτάκια, να την αφανίσουν. Και περιγελά τους ναζί μέσα από τα κάδρα ή τα γλυπτά της.    

Ο Χίτλερ επισκεπτόμενος την έκθεση «Εκφυλισμένης Τέχνης»

*(Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο φύλλο 2 της εφημερίδας «Η Κόκκινη», καλοκαίρι 2019)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s