Βιβλιοπαρουσίαση του «ΝΙΚΟΛΟ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ: Αμηχανία και Μηχανική» του Σωτήρη Σιαμανδούρα

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος

Ένας νέος διανοητής, ο σύντροφος Σωτήρης Σιαμανδούρας, ευρύτερα γνωστός από τη ραδιοφωνική εκπομπή του «Η θεωρία παίρνει θέση», έχει εκδώσει από τον Απρίλη του 2015 το βιβλίο του πάνω στον πολιτικό λόγο του Μακιαβέλι και πάνω στον «αγώνα για την ελευθερία» στον 20ο και στον 21ο αιώνα. Το έργο είναι η διδακτορική διατριβή του, σε νέα επιμέλεια για να είναι πιο προσιτή στο αναγνωστικό κοινό.

Όμως, ποιον αφορά ο Μακιαβέλι, και τι σχέση μπορεί να έχει μια μελέτη για το έργο του με τα κινήματα και την Αριστερά;          

«Μακιαβέλι, ο άνθρωπός μας στις γραμμές του εχθρού»

(Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης)

Ο Μακιαβέλι, συγγραφέας στη Φλωρεντία των αρχών του 16ου αιώνα, είναι μια μοναδική περίπτωση στα γράμματα. Τα κείμενά του είναι όλα γραμμένα σε απλή και προσιτή γραφή, στα ιταλικά του καιρού του – και όχι στη λατινική που χρησιμοποιούσαν οι λόγιοι της εποχής. Οι εικόνες που χρησιμοποιεί είναι ζωηρές, τα νοήματά του ξεκάθαρα.  Ο Μακιαβέλι δηλώνει με έμφαση μια σειρά σκέψεις του, οι οποίες φαίνονται αρκετά εύλογες σήμερα: η Ιταλία πρέπει να γίνει εθνικό κράτος και τα διάφορα βασίλεια, πριγκιπάτα και δουκάτα που ταλαιπωρούσαν με διαμάχες και πολέμους όλη την ιταλική χερσόνησο για αιώνες, θα χρειαστεί να εκλείψουν οριστικά. Οι φεουδάρχες της διαιρεμένης χώρας δεν θα εγκαταλείψουν εθελοντικά τα προνόμιά τους. Έτσι, για να εγκαθιδρυθεί το νέο αυτό ιταλικό κράτος, θα χρειαστεί να επιστρατευτούν όλα τα μέσα, χωρίς να αποκλείονται η πονηριά και η βία.

Και όμως, δύσκολα θα βρεθεί συγγραφέας που να έχει προκαλέσει τόσο διαφορετικές εκτιμήσεις και συναισθήματα, τόσες παρεξηγήσεις και διαμάχες για το τι πραγματικά έγραψε. Ο Μακιαβέλι έχει θεωρηθεί ως ο στοχαστής που δικαιολογεί τον αμοραλισμό και την ανηθικότητα, το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Γενιές φιλοσόφων και ακαδημαϊκών έχουν στηλιτεύσει τον «μακιαβελισμό» ως την κοσμοθεωρία της μηχανορραφίας και της δολοπλοκίας για να επιτευχθούν οι πλέον εγωιστικοί σκοποί. Το σύνολο σχεδόν του ακαδημαϊκού κόσμου των τελευταίων πέντε αιώνων έχει πέσει με όλο του το βάρος να καλύψει με απαξίωση και ιερή αγανάκτηση το έργο του Μακιαβέλι.

Από την άλλη, οι Ιακωβίνοι, στη γαλλική επανάσταση το 1789, εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη σκέψη του Μακιαβέλι, όπως λίγο μετά και ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ, που σημείωνε πως δυστυχώς «η φωνή του Μακιαβέλι έμεινε χωρίς ηχώ…». Ο Αντόνιο Γκράμσι έχει γράψει στο κελί της φυλακής του εκατοντάδες σελίδες παρατηρήσεων ενθουσιασμένος με τον στοχασμό του Φλωρεντίνου απόκληρου διανοητή, ενώ ο Λουί Αλτουσέρ, στο δοκίμιό του «η Μοναξιά του Μακιαβέλι»  σημείωνε: «μόνο μια άλλη σκέψη, συγγενική ως προς τις τοποθετήσεις του και τις απορρίψεις, θα μπορούσε να τον σώσει από τη μοναξιά του: εκείνη του Μαρξ». 

Γιατί παρεξηγήθηκε ο Μακιαβέλι; Επειδή δεν γράφει εκθέσεις ιδεών για την ηθική και το δίκαιο, αλλά μελέτες για το πώς αποκτιέται η δύναμη. Επειδή εξηγεί πως απαραίτητος όρος για να φτιαχτεί ένα νέο κράτος είναι η ωμότητα απέναντι στους εχθρούς του, που θα δοκιμάσουν να το καταλύσουν. Ο Μακιαβέλι δεν αναφέρεται σε έναν κόσμο όπως «θα όφειλε» να είναι, αλλά στον κόσμο που υπάρχει τώρα, τον κόσμο της βίας και της ανισότητας, τον κόσμο της πάλης των τάξεων. Διότι:

«δεν υπάρχει πράγμα πιο δύσκολο να το χειριστείς, πιο αμφίβολο να το επιτύχεις και πιο επικίνδυνο να το επιχειρήσεις από το να αποπειραθείς να εισαγάγεις νέους θεσμούς» (Μακιαβέλι, ο «Ηγεμόνας»).

Επειδή, όσοι ωφελούνταν από τους παλιούς θεσμούς θα σε πολεμήσουν ανελέητα, ενώ ο λαός που θα επωφεληθεί, θα υποστηρίζει τις αλλαγές χλιαρά, διότι «ο κόσμος πιστεύει αληθινά στα καινούργια πράγματα, μόνο όταν σιγουρευτεί με την εμπειρία» (ό.π.). Γι’ αυτό οι «νεωτεριστές» κατά τον Μακιαβέλι θα χρειαστεί να επιστρατεύσουν πονηριά και βία: «Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι οπλισμένοι προφήτες νίκησαν και οι άοπλοι καταστράφηκαν» (ό.π.).        

Κατηγόρησαν τον Μακιαβέλι πως τα γραπτά του νομιμοποιούν την τυραννία. Ο Γκράμσι σημειώνει πως οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες ξεκινούν κακολογώντας τον Μακιαβέλι, για να εφαρμόσουν στη συνέχεια ευλαβικά τους κανόνες του. Όμως ο Μακιαβέλι καταγράφει τις μεθόδους που πάντοτε εφαρμόζονταν στην πολιτική δράση, τους κώδικες της εξουσίας, τη σαφή -αλλά ανομολόγητη- γνώση της μηχανορραφίας και της βίας, που όλοι όσοι ανήκουν στις ανώτερες, τις κυβερνώσες τάξεις, απορροφούν αυτή τη γνώση, από το περιβάλλον τους, μαζί με το γάλα της τροφού.

Αντίθετα, σημειώνει ο Γκράμσι, ο Μακιαβέλι φαίνεται να γράφει για όποιον δεν ξέρει. Το ύφος του Μακιαβέλι δεν είναι αυτό των ανθρώπων των βιβλίων, που γράφουν μόνο για τους μυημένους. «Είναι το ύφος ενός ανθρώπου που θέλει να παρακινήσει στη δράση, είναι ύφος κομματικού μανιφέστου… ο Μακιαβέλι… έχει υπόψη του “αυτόν που δεν ξέρει”, αυτούς που μισούν τους τυράννους». Και ποιοι είναι αυτοί; Είναι «η επαναστατική τάξη του καιρού, ο λαός και το ιταλικό “έθνος”, η δημοκρατία των πόλεων…» καταλήγει ο Γκράμσι στα Τετράδια της Φυλακής.

«Αν ήμουν παλαιοπώλης, τότε θα είχα μάτια μόνο για τα παλιά πράγματα. Όμως είμαι ιστορικός. Και γι’ αυτό αγαπώ τη ζωή!» 

(Μαρκ Μπλοκ,

αναφέρεται στο «Νικολό Μακιαβέλι: Αμηχανία και Μηχανική» του Σ. Σιαμανδούρα)

Ο Σιαμανδούρας στο βιβλίο του πλησιάζει τον Μακιαβέλι εξετάζοντας προσεκτικά το τι γράφει ο Φλωρεντίνος στα κείμενά του. Όμως, ταυτόχρονα, είναι σαφώς άνθρωπος του καιρού του, πολιτικός αγωνιστής που θέλει να ξεκαθαρίσει τη σκέψη του και όχι να αποδράσει από το σήμερα μέσα από τη μελέτη παλιών κειμένων. Γράφει ο ίδιος:

«Είχα διαβάσει κάποιους στίχους του σκοτεινού Ουίλιαμ Μπλέηκ όπου δίδασκε ότι, αν θέλεις να γνωρίσεις τον Θεό δεν πρέπει να συναναστραφείς με τους αγγέλους, αλλά με το διάβολο, και αποφάσισα να συναναστραφώ τον Μακιαβέλι. Φαινόταν ιδανική περίπτωση, διαβόητος για τη διαβολική του σκέψη, στοχαστής της εξουσίας, του μοντέρνου κράτους και των ωμών υπολογισμών».  

Η μελέτη χρόνων πάνω στον Μακιαβέλι, θα οδηγήσει τον Σ. Σιαμανδούρα σε μια σειρά επισημάνσεις. Σημειώνουμε κάποιες που μας φαίνονται περισσότερο καθοριστικές:

Οι πολιτικές θεωρήσεις στο έργο του Μακιαβέλι δεν είναι κάποιο καθαρό προϊόν του εγκεφάλου του, αλλά  προέρχονται άμεσα από τις πολιτικές του εμπειρίες. Έτσι, στον «Ηγεμόνα», που είναι το πιο διάσημο έργο του Μακιαβέλι, δεν ήταν μόνο τα αδιέξοδα της πάλης της δημοκρατίας της Φλωρεντίας που οδήγησαν τον στοχαστή να σκεφτεί πως πρέπει να βρεθεί ένας αποφασισμένος και αδίστακτος ηγέτης, ο οποίος να απλώσει την ηγεμονία του σε ολόκληρη την Ιταλική Χερσόνησο: Ο συγγραφέας είχε ήδη συναντήσει προσωπικά και είχε εντυπωσιαστεί από τον Καίσαρα Βοργία, έναν ανελέητο αναρριχητή της εξουσίας, που όμως ήταν «έξω» από το σύστημα της σάπιας και ετοιμόρροπης φεουδαρχίας και που, κατά τον Μακιαβέλι, γι’ αυτό τον λόγο θα μπορούσε να την υποτάξει με το σπαθί. Και ο «Ηγεμόνας», με όλη τη βαθύτητά του, φέρνει ανεξίτηλα τα σημάδια της εποχής της ήττας: Οι πληβείοι απέτυχαν να βάλουν αυτοί τη σφραγίδα τους στα πολιτικά πράγματα. Θα χρειαστεί ένας εξωτερικός σωτήρας, ένας σκληρός αφέντης για να σπρωχτεί το κάρο της Ιστορίας.

Ο Σιαμανδούρας, όμως, επιλέγει να ασχοληθεί περισσότερο με τις «Διατριβές» του Μακιαβέλι, το σαφώς πιο «δημοκρατικό» έργο του. Εδώ, το πρόσωπο πίσω από τις λέξεις του κειμένου και παράδειγμα προς μελέτη είναι ο Πιέρο Σοντερίνι, ηγέτης της Δημοκρατίας της Φλωρεντίας και στενός φίλος του Μακιαβέλι. Τον Σοντερίνι τον γνωρίζουν πια μόνο οι μελετητές του Μακιαβέλι και όσοι αναδιφούν το ιστορικό περιβάλλον του Μιχαήλ Άγγελου και του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Και πολύ σπάνια γράφονται θετικά σχόλια για τη θητεία του στην εξουσία.   

Κι όμως, ο Σοντερίνι ήταν ένας αξιοσημείωτος ηγέτης στον καιρό του. Αν το «σεμνός και ταπεινός» είχε ποτέ σχέση με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης, αυτό συνέβη στην περίπτωση του Σοντερίνι. Ούτε οι επιτυχίες ούτε και οι καινοτόμες πρακτικές τού έλειψαν: Τερμάτισε τον πολύχρονο πόλεμο της πατρίδας του με την Πίζα, καταλαμβάνοντάς την. Αλλά η σημαντικότερη παρακαταθήκη του ήταν η διάλυση του παλιού στρατού: Η Φλωρεντία επί Σοντερίνι έδιωξε τους μισθοφόρους που απασχολούσε και απέκτησε ένοπλη πολιτοφυλακή από τους πολίτες της! Αυτό ήταν ασύλληπτος νεωτερισμός για την εποχή, που επαναλήφθηκε μόνο στη Γαλλική Επανάσταση.

Ο Σοντερίνι έχασε την ευκαιρία να αφήσει το αποτύπωμά του στην Ιστορία, επειδή έπεσε θύμα των αυταπατών του. Θεώρησε πως μπορούσε να αντιμετωπίσει τους φεουδάρχες με τον διάλογο και την καλή θέληση, οχυρωμένος πίσω από τις «σωστές» διεθνείς συμμαχίες. Πλήρωσε τις χίμαιρές του χάνοντας την εξουσία από τους Μεδίκους, που εκμεταλλεύτηκαν τον «διάλογο» για να οργανώσουν την ανακατάληψη της διακυβέρνησης. Ο Σοντερίνι πέρασε την υπόλοιπη ζωή του στην εξορία και η φλωρεντινή δημοκρατία έγινε παρελθόν.

Ο Μακιαβέλι εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από το διώξιμο των μισθοφόρων και την αποδοτικότητα που μπορούσαν να εξασφαλίσουν στο στράτευμα οι οπλισμένοι μαχητές του λαού που ξέρουν για ποιο λόγο πολεμούν, θέμα που αναλύει στην «Τέχνη του πολέμου» του. Αλλά περισσότερο συγκλονίστηκε από το ναυάγιο των καλών προθέσεων του φίλου του Σοντερίνι, όπως και του Σαβοναρόλα, ενός «λαϊκού Μωυσή» του καιρού του, που επιχείρησε να επιβάλλει τη χριστιανική πενία στους πλούσιους και ισχυρούς της εποχής του και γι’ αυτό κατέληξε στην πυρά ως αιρετικός. Η νέα εξουσία χρειάζεται επαγρύπνηση και όχι εμπιστοσύνη στις καλές προθέσεις των προηγούμενων κυρίαρχων. «Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι οπλισμένοι προφήτες νίκησαν και οι άοπλοι καταστράφηκαν».

Εδώ ο Μακιαβέλι δεν έχει υπόψη του μόνο το αν οι νεωτεριστές έχουν τη δύναμη των όπλων, εξάλλου ο Σοντερίνι σαφώς υπερτερούσε από τους Μεδίκους σε ένοπλη δύναμη, όσο συζητούσε ατέρμονα, μέχρι οι Μέδικοι να ενισχυθούν από τον στρατό του Ισπανού βασιλιά. Ο Μακιαβέλι καταλαβαίνει πως οι φεουδάρχες, οι εύποροι και ισχυροί, δεν ξεχνάνε ποτέ τα συμφέροντά τους. Όσοι ετοιμάζονται να τους ανατρέψουν θα χρειαστεί να εξοπλιστούν όχι μόνο με άρματα, αλλά πρώτα με καθαρό μυαλό και σταθερή βούληση να φτάσουν ως το τέλος.   

Ο Καιρός και ο Χρόνος, η ελευθερία και η πολιτική πρακτική

Ο Σιαμανδούρας δεν ξεκινά από τις ίδιες αφετηρίες με τους μαρξιστές. Μελετά τον Μακιαβέλι, έχοντας στο κέντρο του προβληματισμού του τον αγώνα για την ελευθερία, το πώς θα σταθούμε όρθιοι απέναντι στην εξουσία των ισχυρών και όχι το πώς θα την ανατρέψουμε.

Ο Σιαμανδούρας αφιερώνει μεγάλο κομμάτι της ανάλυσής του στον Αϊζάϊα Μπερλίν, έναν Άγγλο φιλόσοφο του 20ου αιώνα που εισήγαγε τη θεωρία των δύο ειδών ελευθερίας, της θετικής και της αρνητικής. Η πρώτη, σύμφωνα με τον Μπερλίν, είναι το να μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις απρόσκοπτα, ενώ η δεύτερη σημαίνει την προστασία σου από τις παρεμβάσεις άλλων, είτε των άλλων ανθρώπων είτε της εξουσίας. Ο Μπερλίν δεν είναι μόνο αντίπαλος των «εξουσιαστικών» ιδεών αλλά και της ιδέας της Ουτοπίας, μιας μελλοντικής κοινωνίας χωρίς κοινωνικές ανισότητες, πιστεύοντας πως ο άνθρωπος πρέπει να ζει το τώρα και να μην σπαταλιέται σε χίμαιρες. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προσπάθεια του Σιαμανδούρα να κρατήσει κομμάτια της ανάλυσης του Μπερλίν, αντιδρώντας στο ότι οι μελλοντικές προοπτικές των κινημάτων είναι αυταπάτες και φαντασιοκοπίες.

Ακόμη, ο Σιαμανδούρας αφιερώνει μεγάλη έκταση στη σκέψη και τις έννοιες του Ιταλού φιλόσοφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, δίνοντας μάλιστα συχνά μια ζωηρή έκφραση και μια καθαρότητα που δεν θεωρούμε πως διαθέτει ο ίδιος ο Ιταλός συγγραφέας… Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα του Σιαμανδούρα: «Χρόνος είναι η άπειρη, αθάνατη χρονικότητα, η διάρκεια, η καθολικότητα. Καιρός είναι ένα θραύσμα χρόνου, μια στιγμή φευγαλέα, πεπερασμένη, ειδική. Ο Χρόνος είναι κάτι που μας διαφεύγει… Ο Καιρός είναι το βασίλειο της πράξης… Ό,τι και αν είναι ο Χρόνος, ο Καιρός μάς ανήκει. Και στον βαθμό που ο Χρόνος είναι αντίπαλός μας, ο Καιρός είναι η δύναμη που θα μπορέσουμε να του αντιτάξουμε»…   

Η γνώμη μας είναι πως το βιβλίο του Σιαμανδούρα θα ήταν πολύ πιο βατό και εύληπτο από τους αναγνώστες και τις αναγνώστριές του, αν έλειπε μεγάλο μέρος από την εμπλοκή των δύο παραπάνω ακαδημαϊκών στον όγκο του έργου. Αυτό, πιστεύουμε θα ήταν και πιο κοντά στο ύφος, αλλά και στο πνεύμα του ίδιου του Μακιαβέλι. 

Αλλά ο κάθε συγγραφέας έχει να παλέψει με τις δικές του αντιφάσεις και τους δικούς του “δράκους”. Αυτό δεν αδυνατίζει την αξία ενός έργου. Αντίθετα, του προσθέτει γνησιότητα, γοητεία και -όχι σπάνια- ένταση και ουσία.

Το σίγουρο είναι πως ο Σωτήρης Σιαμανδούρας δεν γράφει με αδιάφορο τρόπο, ούτε για αδιάφορα θέματα. Και, απέναντι στο ζήτημα που διάλεξε να διαπραγματευτεί, καταθέτει αυτό που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν «καταιγίδα ιδεών». Και το πιο ενδιαφέρον: μέσα στο σώμα του έργου ο Σιαμανδούρας φαίνεται να μετακινείται και να προσπαθεί να βελτιώσει την προσέγγισή του. Έτσι αποδεικνύει πως είναι ζωντανός, σκεπτόμενος και κάθε άλλο παρά μαρμαρωμένη προτομή που απαγγέλει από καθέδρας.

Και το βιβλίο του, μαζί με τις υπογραμμίσεις, τις σημειώσεις και τις μουντζούρες από το διάβασμά μας, αξίζει να πάρει μια θέση στη βιβλιοθήκη μας.

(Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο θεωρητικό περιοδικό «ΚΟΚΚΙΝΟ», που εκδίδει η πολιτική οργάνωση ΔΕΑ, στο τεύχος 5, φθινόπωρο 2016)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s