«Η Επανάσταση των κρεμασμένων»

Βιβλιοπαρουσίαση του κλασικού έργου του Μπο Τράβεν

Γράφει η Κική Σταματόγιαννη

«Ναι, από δω που είμαστε δεν έχει πιο μέσα η Κόλαση. Δεν υπάρχει πιο σωστός λόγος απ’ αυτόν. Κι ο πιο άπονος διάβολος δεν θ’ άντεχε εδώ μέσα. Θα ντρεπόταν».

Ο Μπο Τράβεν όσο μυστηριώδη ζωή και βιογραφία είχε, τόσο ξεκάθαρη ήταν ευθύς εξαρχής η ‘πολιτική’ του ταυτότητα. Ορκισμένος εχθρός του καπιταλισμού και του φασισμού, παθιασμένος υποστηρικτής των όπου γης αναγκεμένων. Του αποδόθηκαν πολλές ταυτότητες και ακόμα περισσότερες ιδιότητες. Από πολυεκατομμυριούχο αριστοκρατικής καταγωγής μέχρι δημοσιογράφο. Οι περισσότερες -και μάλλον πειστικότερες αναφορές- τον θέλουν αναρχικό, επικηρυγμένο από τη γερμανική αστυνομία για τα αντιμιλιταριστικά του άρθρα, που με χίλια βάσανα και κινδύνους εγκατέλειψε την Ευρώπη για να καταλήξει στη Λατινική Αμερική. Με τα λόγια του ίδιου, απαντώντας το 1927 σε χιλιάδες γράμματα γερμανών αναγνωστών του: «Από έναν εργάτη που δημιουργεί πνευματικά έργα, ποτέ δεν θα έπρεπε να ζητάει κανείς τη βιογραφία του. Είναι αγενές. Τον βάζει σε πειρασμό να πει ψέματα. Θα ήθελα να το πω με όλη τη σαφήνεια. Η βιογραφία ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι εντελώς χωρίς σημασία. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει διακριτός μέσα στα έργα του, τότε είτε ο ίδιος δεν αξίζει τίποτα είτε τα έργα του δεν έχουν καμιά αξία».

Αφήνουμε στην άκρη λοιπόν την ταυτότητά του –όπως σίγουρα κι ο ίδιος θα ήθελε-, για να ασχοληθούμε με το μόνο ουσιαστικό. Ο Μπο Τράβεν ήταν συγκλονιστικός συγγραφέας. Κι ήταν συγκλονιστικός γιατί κατάφερνε να γράφει αλήθειες για τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, για τον παραλογισμό των εθνικών συνόρων και τις ανάγκες των φτωχών, με έναν τρόπο που άγγιζε τα μυαλά και τις ψυχές των αναγνωστ(ρι)ών του. 

Η «Επανάσταση των κρεμασμένων» ανήκει στη μεξικάνικη περίοδο και σειρά έργων του. Και είναι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα και εμβληματικότερα βιβλία του. Ιχνογραφεί έναν πίνακα του Μεξικού, ρίχνοντας το φως του στην απληστία, την ασυδοσία και τη βαναυσότητα των γαιοκτημόνων στα τέλη του 19ου αιώνα και στις απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Κρυμμένοι στη σκιά, οι ακτήμονες αγρότες ιθαγενείς, εξαθλιωμένοι μες στη φτώχεια τους, ζώντας μια ζωή χωρίς την παραμικρή προοπτική. Μέχρι τη στιγμή που αποφασίζουν να εξεγερθούν. Και καταλαμβάνουν το κέντρο του πίνακα.

Ο Καντίντο Κάστρο, ένας πάμφτωχος ιθαγενής, για να σώσει τη γυναίκα του που χαροπαλεύει, καθώς δεν έχει τα χρήματα για να κάνει μια απλή χειρουργική επέμβαση, πουλάει στην κυριολεξία τον εαυτό του σε έναν πλούσιο ιδιοκτήτη υλοτομείου. Ο γιατρός τον ξεγελάει, η γυναίκα του πεθαίνει. Ο Καντίντο ξεκινάει με τα δυο ανήλικα παιδιά του και δυο μικρά γουρουνάκια για να μπει στη δούλεψη των αδελφών Μοντελάνο. Τον ακολουθεί η Μοδέστα, η αδερφή του, που έχει την έγνοια τόσο για τον ίδιο όσο και για τα μικρά του. Μόλις φτάνουν στο δάσος αρχίζει η προσωπική τους κόλαση. Που συναντά την κόλαση των εκατοντάδων άλλων ιθαγενών, που έχουν νοικιάσει τους εαυτούς τους για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τα ‘δάνεια’ που έχουν πάρει είναι ανθρωπίνως αδύνατο να αποπληρωθούν σε αυτή τη ζωή. Τέσσερις τόνοι ξυλεία τη μέρα. Τόσο είναι το τίμημα. Για όσους δεν καταφέρνουν να πιάσουν αυτή την απόδοση, τους περιμένει ο ανελέητος ξυλοδαρμός. Και τελικά το κρέμασμα. Σχεδόν κανείς δεν το γλιτώνει.

«-Καλά, και δεν αντιστέκονται καθόλου οι εργάτες, όταν τους δένουν και τους κρεμάνε;

-Και το γουρούνι, όταν ετοιμάζεσαι να το σφάξεις, κάνει φασαρία. Αυτό όμως δεν σ’ εμποδίζει να έχεις στο τέλος τη μπριζόλα σου ψημένη στα κάρβουνα. Το ίδιο γίνεται και με τους ανθρώπους. Τι μπορείς να κάνεις σαν πέσουν πάνω σου τρεις και τέσσερις βασανιστές μαζί; Κάνεις φασαρία βέβαια! Σου δίνουν τότε μερικές στο κεφάλι, και όταν συνέλθεις, βρίσκεσαι μια χαρά κρεμασμένος απ’ το δέντρο. Τα κόκκινα μυρμήγκια τρυπώνουν στα ρουθούνια σου, που οι βασανιστές σου τα έχουν αλείψει με λίπος για να τραβάει τα έντομα. Την άλλη μέρα, το κεφάλι σου είναι τόσο πρησμένο και βουίζει τόσο δαιμονισμένα, ώστε προσέχεις την άλλη φορά που θα σε κρεμάσουν να μη φέρεις αντίσταση».

Οι πλούσιοι γαιοκτήμονες στο Μεξικό έχουν αρπάξει τα πουέμπλος, την κοινοτική γη των ιθαγενών πληθυσμών, εκτοπίζοντας τους τελευταίους από τα δάση τους. Σύμφωνα με την απογραφή του 1910, 168 χιλιάδες εκτάρια γης είναι συγκεντρωμένα στα χέρια μόλις 834 γαιοκτημόνων. Χιλιάδες μικρά χωριά έχουν γίνει κτήμα των μεγάλων ιδιοκτησιών. Πάμφτωχοι και ακτήμονες πλέον καθώς είναι οι αυτόχθονες, αναγκάζονται να δουλέψουν για τα λευκά αφεντικά σε βάρβαρες συνθήκες. Κάτω από καταρρακτώδη βροχή ή όταν ο ήλιος καίει το δέρμα τους και δεν τους έχει μείνει πια ανάσα. Δουλεύουν στην υλοτόμηση των δασών, στην κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών, στις βιοτεχνίες και τις πρώτες μικρές βιομηχανίες. Οικογένειες ολόκληρες, μαζί με τα παιδιά τους, υποθηκεύονται. Γίνονται δουλοπάροικοι, ‘πεόν’ στη γλώσσα τους. Γίνονται και αυτοί, δηλαδή, κτήμα-περιουσία των γαιοκτημόνων. Ελευθερώνονται από αυτή τη σκλαβιά μόνο με τον θάνατο. Έναν θάνατο τις περισσότερες φορές αργό και βασανιστικό, που τους επιβάλλεται προς παραδειγματισμό των υπόλοιπων εξαθλιωμένων σκλάβων. Απέναντί τους έχουν όχι μόνο τους rurales, τους αγροφύλακες, αλλά και τους –κυριολεκτικά- αιμοβόρους επιστάτες, που συγκροτούν τους μικρούς προσωπικούς ‘στρατούς’ των γαιοκτημόνων.

[…] «Να μου τα κρεμάσετε ανάποδα αυτά τα γουρούνια και να βάλετε αλάτι στο πετσί τους, πρόσταξε ο δον Ακάθιο στους επιστάτες. «Και μη φοβηθείτε να τους σφίξετε τα σχοινιά» είπε απευθυνόμενος στον Ελ Γκουάπο. «Και αν φύγει και κανένα κομμάτι κρέας από πάνω τους δεν πειράζει. Θα ξαναθρέψει. Αφήστε τους έτσι κρεμασμένους καμιά ώρα πάνω κάτω, μέχρι να ποτίσει καλά το αλάτι και να γευτούν τον αρμυρό τους ιδρώτα, καθώς θα κρέμονται με το κεφάλι κάτω. Δεν πιστεύω πως θα το ξεχάσουν γρήγορα αυτό – ή τουλάχιστον θα μάθουν μια για πάντα πως δεν πρέπει να αφήνουν την ξυλεία εκεί που βρίσκεται. Οι επιστάτες χρειάστηκαν δύο ολόκληρες ώρες να ξεκουραστούν και να συνέλθουν και μόνο τότε θυμήθηκαν πως έπρεπε να ξεκρεμάσουν τους αμαξάδες […].

Από τις κακουχίες, την εξοντωτική δουλειά και τις άθλιες συνθήκες ζωής, οι απώλειες είναι πολλές. Δυο και τρία αδέρφια τους αναγκάζονται να θάβουν οι ιθαγενείς κάθε εβδομάδα. Αλλά αυτό δεν είναι σοβαρό πρόβλημα για τους γαιοκτήμονες. Η εκτόπιση των ιθαγενών πληθυσμών και η παντελής φτώχεια τους, τους ρίχνει κατευθείαν στα νύχια των λευκών ιδιοκτητών. Για να ξαναρχίσει ο κύκλος απ’ την αρχή.

«Μόνο που πότε-πότε τη νύχτα, ακούω κάποιον από τους ξυλοκόπους εκεί πέρα να τραγουδάει, ενώ οι άλλοι κρεμασμένοι ουρλιάζουν μαζί του. Φαίνεται πως τον ανακουφίζει αυτό το τραγούδι…. Φτάνει ν’  ακούσεις μία μόνο φορά στη ζωή σου τέτοια τραγούδια, για να μην τα ξεχάσεις ποτέ. Τα λόγια είναι πάνω-κάτω αυτά: ‘Η τιμή για τη ζωή μας έχει γίνει τιποτένια, κι έτσι τίποτα δεν μας κοστίζει, να σκοτώσουμε αυτούς που μας κρεμάνε. Κι αν το φέρσιμό μας πια δεν είναι ανθρώπινο, ας πληρώσουν τα σπασμένα όλοι αυτοί που μας κρεμάνε’ […].      

Οι ζωές των ιθαγενών στα υλοτομεία είναι χωρίς σημασία. Κοστίζουν λιγότερο κι από ζώα. Κι όταν αρρωσταίνουν ή δεν βγάζουν τη δουλειά που πρέπει μέσα στον χρόνο που πρέπει, είναι πλέον άχρηστοι. Περιττό βάρος για τον γαιοκτήμονα.

Ο Τράβεν κάνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με αυτό που θα έκανε κάποιος συγγραφέας αν καταπιανόταν με ένα τόσο αβανταδόρικο θέμα όπως είναι η Μεξικανική Επανάσταση, δεν ασχολείται καθόλου μ’ αυτήν. Εστιάζει στην περίοδο ακριβώς ένα κλικ πριν από αυτήν. Στο πώς σιγά-σιγά οι εξαθλιωμένοι αποκτούν συνείδηση της κατάστασης στην οποία βρίσκονται. Και κυρίως της δύναμης που έχουν συλλογικά απέναντι στα αφεντικά.

«Το μόνο που ζητούσαν απ’ τους πεόν ήταν η τυφλή υπακοή, ακόμα κι αν τους έλεγαν να πέσουν στο ποτάμι, με μια πέτρα δεμένη στο λαιμό τους. Για τον σκλάβο, μια μόνο αρετή υπάρχει, η υποταγή. Και το μόνο του δικαίωμα είναι να θεωρεί σαν ευαγγέλιο ό,τι του λέει ο αφέντης του. Όποιος σκλάβος δεν δείχνει αυτή την αρετή και δεν ασκεί αυτό το δικαίωμά του, είναι παραβάτης των κανονισμών. Και στην περίπτωση αυτή το να τον σκοτώσουν ή να τον βασανίσουν είναι μια πράξη εξαγνισμού και δικαιοσύνης, που δεν βρίσκει ποτέ την αληθινή της ανταμοιβή».

Ο Τράβεν μέσα από το έργο του επιχειρεί να δείξει πώς περνάνε από το στάδιο της απόλυτης υποταγής στην οργάνωση της συλλογικής αντίστασης. Πώς από την παθητικότητα και τη μοιρολατρική αντιμετώπιση της πραγματικότητας οδηγούνται στην ανατροπή της πραγματικότητας. Στην εξέγερση.

«Κάθε χτύπημα του μαστιγίου πάνω σ’ ένα ανθρώπινο κορμί είναι σαν ήχος καμπάνας, σε μια κωδωνοκρουσία που σημαίνει συναγερμό πάθους πίσω από την πλάτη του ισχυρού που έδωσε διαταγή για το μαστίγωμα. Ας είναι καταραμένος όποιος δέχεται χτυπήματα και τα ξεχνάει! Και τρεις φορές καταραμένοι όσοι λιγοψυχούν και δεν αγωνίζονται για να ανταποδώσουν ένα προς ένα το κάθε χτύπημα!».

Οι εξεγερμένοι, άντρες και γυναίκες, δεν θα ξεχάσουν ούτε ένα χτύπημα του μαστιγίου που έπεσε στις πλάτες τους. Στις πλάτες των παιδιών και των νεκρών τους. Θα τα ανταποδώσουν όλα. Ένα προς ένα. Όταν φτάσει η ώρα, δεν θα χρειαστούν άνωθεν υποδείξεις ή πολύπλοκες θεωρίες. «Μια επανάσταση που χρειάζεται εξηγήσεις και δικαιολογίες δεν είναι επανάσταση. Εσύ, ο Στρατηγός, ο Συνταγματάρχης, ο Τσέλσιο, η κοπέλα, ο Σαντιάγο, ο Ματίας, ο Φιντέλ, ο Κιρίλο και πολλοί άλλοι από σας είστε από το είδος των ανθρώπων που χρειάζεται η επανάσταση. Την έχετε μέσα στην καρδιά σας την επανάσταση και όποιος έχει στην καρδιά του την επανάσταση, δεν χρειάζεται να του την υποδείξουν».

Το βιβλίο τελειώνει εκεί όπου κάποιος άλλος συγγραφέας πιθανότατα θα άρχιζε. Οι εξεγερμένοι σκλάβοι εγκαταλείπουν οργανωμένα τη ζούγκλα και προχωρούν σαν στρατός προς την επανάσταση που θα ξεκινήσει σε λίγο. Έχουν δοκιμάσει πώς είναι να σπάνε τις αλυσίδες τους. Έχουν γευτεί τη χαρά να διευθύνουν οι ίδιοι και οι ίδιες τις ζωές τους. Τώρα έχουν μπροστά τους την πρόκληση αυτής της νέας ελευθερίας. Την πρόκληση να μην ξεπέσει η εξέγερσή τους σε ένα σύστημα που θα μπει στα παπούτσια της προηγούμενης κατάστασης αδικίας και ανισοτιμίας. Πώς δεν θα αναπαραχθεί το ίδιο μοτίβο εκμετάλλευσης και καταπίεσης με μια απλή εναλλαγή μόνο στους εκάστοτε δυνάστες. Ο Τράβεν προτιμά να βάλει μόνο τον προβληματισμό, την έγνοια και την ανησυχία. Ως φιτίλι. Δεν δίνει απάντηση. Και επιλέγει να βάλει το τελευταίο τυπογραφικό στοιχείο του ακριβώς στο σημείο αυτό.      

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s