«Ο νέος πόλεμος της μνήμης»

Γράφει ο Ηλίας Ιωακείμογλου

Στην έρημο του νεοφιλελευθερισμού δεν υπάρχει Ιστορία

Η Μάργκαρετ Θάτσερ το έθεσε ορθά-κοφτά: «η κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους»· εκλαΐκευε έτσι μια θεμελιακή ιδέα του νεοφιλελευθερισμού: Κάθε νεοφιλελεύθερος, με την ακλόνητη βεβαιότητα που απορρέει από την αβαθή διάνοιά του, νομίζει ότι η κοινωνία δεν υπάρχει επειδή εκείνος δεν μπορεί να της τηλεφωνήσει, επειδή δηλαδή δεν μπορεί να την δει με τα ίδια του τα μάτια ούτε να την ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά, αφού λοιπόν αυτή δεν εμπίπτει στις αισθήσεις του· φτάνει έτσι μοιραία στο συμπέρασμα ότι η κοινωνία είναι μια φαντασίωση των άλλων, των φαντασιόπληκτων Αριστερών.

Εάν όμως ισχύει η παραδοχή ότι η κοινωνία δεν υπάρχει, τότε αναγκαστικά δεν υπάρχει και η ιστορία της, δεν υπάρχει Ιστορία καθόλου δηλαδή, εκτός εάν με τον όρο αυτόν εννοεί κάποιος το κομποσκοίνι που φτιάχνει η διαδοχή των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου, ένα χρονολόγιο ας πούμε, όπου τα γεγονότα ελάχιστη έχουν εσωτερική αλληλουχία και όπου η λογική συνοχή της γραμμικής διάταξής τους στον χρόνο διασφαλίζεται από τη δράση των ατόμων, των προσώπων, που αυτά όντως υπάρχουν στο μυαλό του νεοφιλελεύθερου· και όχι μόνον υπάρχουν, λέει η ιδεολογία του, αλλά είναι κιόλας προικισμένα τα άτομα, με εγωισμό, ελεύθερη βούληση και ορθολογισμό, και επιδιώκουν την μεγιστοποίηση του οφέλους τους. Κατά έναν δε μαγικό τρόπο, από τις εγωιστικές επιδιώξεις τους μεγιστοποιείται και το γενικό όφελος.

Αυτή η πρωτόγονη ιδέα του νεοφιλελευθερισμού, πως η κοινωνία δεν υπάρχει και υπάρχουν μόνο το άτομα, είχε θριαμβεύσει ήδη το 1994 στη Βρετανία μετά από μια διαδρομή δεκαπέντε ετών έντονων κοινωνικών αγώνων. Ήταν η χρονιά που ο Έρικ Χόμπσμπομ έγραφε τις πικρές διαπιστώσεις του στην Εποχή των Άκρων: «Η καταστροφή του παρελθόντος, ή μάλλον των κοινωνικών μηχανισμών που συνδέουν τη σύγχρονη εμπειρία μας με την εμπειρία των προηγούμενων γενεών, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αλλόκοτα φαινόμενα του τέλους του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι νέοι και νέες, σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε μια αίσθηση διαρκούς παρόντος, χωρίς καμιά οργανική σχέση με το δημόσιο παρελθόν της εποχής που ζουν».  

Αποσυνδέοντας το δημόσιο παρελθόν μας

Αυτή η στενόχωρη διαπίστωση, μπορεί μεν να ήταν ορθή για τη Βρετανία της δεκαετίας του 1990, αλλά για ιστορικούς λόγους ίσχυε λιγότερο για άλλες χώρες, ιδιαίτερα δε για την Ελλάδα, όπου ο νεοφιλελευθερισμός εξαπλωνόταν με βραδείς ρυθμούς στην κοινωνία και με πολλούς συμβιβασμούς στους κόλπους της πολιτικής Δεξιάς. Αυτό όμως που δεν ίσχυε τότε για εμάς, ισχύει τώρα, μετά την ιστορική μεταστροφή του Σύριζα τον Ιούλιο του 2015 και την επαίσχυντη διακυβέρνηση των ετών 2015-2019, όταν ο Αλέξης Τσίπρας και οι σύντροφοί του κατόρθωσαν να διαλύσουν το ιστορικό μπλοκ των υποτελών κοινωνικών τάξεων που είχε συγκροτηθεί χάρη στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες μιας ολόκληρης πενταετίας. Τώρα, στην ίδια την Ελλάδα, πολλά παιδιά, όλο και περισσότερα, μεγαλώνουν μέσα στην αίσθηση του διαρκούς παρόντος που δεν σχετίζεται με το δημόσιο παρελθόν μας, δηλαδή την κοινωνική και πολιτική ιστορία μας, ούτε καν με το δημόσιο παρόν μας· και εκτός από τα παιδιά, υπάρχουν όλο και περισσότεροι ενήλικες που παραδίδονται πλέον στο κενό της πολιτικής και ψυχικής εξορίας της ιδιώτευσης.

«Η καταστροφή των μηχανισμών που συνδέουν την σύγχρονη εμπειρία μας με την εμπειρία προηγούμενων γενεών», στην οποία αναφερόταν ο Έρικ Χόμπσμπομ, «η αποσύνδεση των άμεσων εμπειριών μας από το δημόσιο παρελθόν μας», είναι μια διαδικασία που επιταχύνεται τώρα, με την άνοδο του ακροδεξιού νεοφιλελευθερισμού στην κυβέρνηση. Αποτελεί δε ένα από τα πιο επικίνδυνα στοιχεία της πολιτικής συγκυρίας, διότι τείνει να αποδιαρθρώσει τη συλλογική μνήμη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, και τη μνήμη ως συνδετικό υλικό των συλλογικών μας υποκειμένων, των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεών μας.

Ένας νέος πόλεμος της μνήμης βρίσκεται λοιπόν πλέον σε εξέλιξη.  

Για τη διάσωση της ιστορικής μνήμης των υποτελών

Με αυτά τα δεδομένα, απέναντι στις δυνάμεις του σκοτεινού καπιταλισμού της εποχής μας που δοκιμάζουν να κλείσουν μέσα σε μια ιστορική παρένθεση λήθης τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό, τον αναρχισμό και κάθε είδους απόπειρα στοίχισης των υποτελών κοινωνικών τάξεων σε εγχειρήματα κοινωνικής απελευθέρωσης και χειραφέτησης, κάθε επιχείρηση επανασύνδεσης με το δημόσιο παρελθόν της εποχής μας, όπως αυτό σώζεται στη συλλογική μνήμη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, αποκτάει νέο νόημα, πολλαπλάσια πολιτικό από όσο προηγουμένως.

Έτσι, η διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης, η διάσωση των υλικών που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα στην κοινωνία και δεν έχουν καταγραφεί ή έχουν καταγραφεί και τα καλύπτει τώρα η σκόνη του χρόνου, αποτελούν πλέον πρωτίστως καθήκον των ιστορικών της Αριστεράς, αλλά και των οργανώσεών της. Δεν θα έπρεπε να διασώσουμε μόνο την καταγεγραμμένη μνήμη ως έγκυρη απέναντι σε έναν εχθρό που θα επιχειρήσει να την απαξιώσει ως ψευδή, αλλά και την ζώσα μνήμη των υποτελών κοινωνικών τάξεων, που αν δεν καταγραφεί έγκαιρα, στο χαρτί, στο βίντεο, στα ηχητικά μέσα, αν δεν διαχυθεί στην κοινωνία, πιθανότατα θα χαθεί καθώς σταδιακά αποχωρούν όσες γενιές έζησαν τις πιο ταραγμένες ιστορικές περιόδους της χώρας, καθώς χάνονται ακόμη και τα παλιά βιβλία που δεν επανεκδίδονται. Αυτά δεν είναι δουλειά των ιστορικών μόνο, είναι δουλειά και όλων όσων νιώθουν ότι ανήκουν στην Αριστερά.

Ας τοποθετήσουμε όμως αυτόν τον νέο πόλεμο της μνήμης που έχει ήδη ξεκινήσει στην Ελλάδα στο ευρύτερο πλαίσιό του: Στη σημερινή συγκυρία, έχει μεγιστοποιηθεί ο κίνδυνος να κλείσει πίσω μας ο κύκλος των κοινωνικών εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που θέλησαν να αλλάξουν τον καπιταλιστικό κόσμο. Μέσα σε μια τέτοια συγκυρία, η διάσωση της μνήμης όσων έζησαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, δεν είναι μια συναισθηματική υπόθεση αλλά μία από τις προϋποθέσεις για τη διάσωση της ίδιας της ύπαρξης των οργανωμένων και ανοργάνωτων εγχειρημάτων κοινωνικής απελευθέρωσης και χειραφέτησης στην Ελλάδα.

Η άλλη πλευρά, το μαύρο μπλοκ των νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών δυνάμεων, επιχειρεί ήδη μετωπική επίθεση προκειμένου να αναθεωρήσει την Ιστορία, δηλαδή να σβήσει την καταγεγραμμένη και την ζώσα μνήμη των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων και να ξαναγράψει την Ιστορία με τον δικό της τρόπο.

(το άρθρο του συντρόφου Ηλία Ιωακείμογλου δημοσιεύτηκε πρωτότυπα στην εφημερίδα «Κόκκινο Νήμα», τον Σεπτέμβρη 2019.

Το αναδημοσιεύουμε αυτό το κείμενο στην ιστοσελίδα μας επειδή θεωρούμε τον προβληματισμό του συγγραφέα γόνιμο και χρήσιμο. Τέτοιες σκέψεις είναι απαραίτητες για το άνοιγμα της συζήτησης μέσα στην πρωτοπορία για την Αριστερά που χρειαζόμαστε σήμερα.

Όμως δεν συμμεριζόμαστε την αρκούντως απαισιόδοξη ματιά του κειμένου.

Στον «νέο πόλεμο της μνήμης» απέναντι στην κυρίαρχη ιδεολογία στρατευόμαστε όχι μόνο επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, διότι δεν υπάρχει κάποια άλλη μάχη που να μπορεί να δοθεί. Αλλά μπαίνουμε για να σφυρηλατηθούμε για τις μεγάλες και συγκλονιστικές μάχες των εργατικών μαζών και όλων των καταπιεσμένων.

Αυτές τις μάχες που πιστεύουμε πως θα τις συναντήσουμε σύντομα μπροστά μας και δεν τις έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας στο μακρινό πια παρελθόν.

«On s’engage et puis on voit!», όπως δήλωνε ο Ναπολέοντας

και επαναλάμβανε συχνά ο Λένιν στους μπολσεβίκους)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s