Το παράδοξο του Λαού της Δεξιάς (και πώς να το εξηγήσουμε)

Γράφει ο Ηλίας Ιωακείμογλου

Στην Αριστερά συνηθίζεται να γίνεται λόγος για τον “λαό” ως αδιαίρετο, ενιαίο και ομοούσιο σύνολο. Αν πάρουμε στα σοβαρά τις αναλύσεις της, τη μια φορά ο “λαός” αποφασίζει να ψηφίσει Αριστερά, την άλλη Δεξιά, ανάλογα με ποιο κόμμα κατορθώνει να εκφωνήσει τον πιο πειστικό ή ελκυστικό λόγο. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι τόσο απλά: Σε κάθε χώρα υπάρχει ένας Λαός της Αριστεράς, υπάρχει και ένας Λαός της Δεξιάς που στηρίζει την αστική τάξη, και μάλιστα με όλη του την καρδιά· τόσο πολύ ώστε φτάνει στο σημείο να εμπλέκεται στο πλευρό της ακόμη και στον εμφύλιο πόλεμο. Πώς γίνεται όμως αυτό;

Στον καπιταλισμό, υπάρχει κάτι στην πολιτική εξουσία που επιβάλλει την ύπαρξη ενός Λαού της Δεξιάς ως αναγκαστικό στοιχείο της αστικής δημοκρατίας: Ως γνωστόν, την πολιτική εξουσία την κατέχει η αστική τάξη στο σύνολό της και μόνον αυτή. Ωστόσο, για να τη διατηρεί και να την ασκεί χρειάζεται ταξικές συμμαχίες που οδηγούν στη διαμόρφωση ενός κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας· και μόνο με τη συγκρότηση ενός τέτοιου συνασπισμού και με την εκπροσώπησή του από ένα πολιτικό κόμμα που κερδίζει τις εκλογές (αν όχι πάντοτε, συνήθως) μπορεί η αστική τάξη να διατηρεί την πολιτική εξουσία. Χρειάζεται, επιπλέον, για να επικρατεί στις εκλογές, να έχει και μερικές λαϊκές τάξεις στηρίγματα, των οποίων το συμφέρον δεν εκπροσωπείται ευθέως στο πολιτικό πρόγραμμα του κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας -παρόλο που κάποια ωφελήματα ενδέχεται να τους παρέχει η εξουσία υπό την μορφή μικρο-προσόδων (όπως ένα θυρωρείο, η άδεια ενός ταξί, ο διορισμός σε μια δημόσια υπηρεσία κλπ) ανάλογα με τη χώρα και την εποχή. Ο σημαντικότερος παράγοντας που εξηγεί γιατί οι τάξεις-στηρίγματα στηρίζουν τον κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας βρίσκεται πέραν του υλικού συμφέροντος, στη σφαίρα της ιδεολογίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να εξηγηθούμε: οι ιδεολογίες, δεν είναι απλώς ιδέες αλλά μετουσιώνονται μέσα στις πράξεις μας, στη μια ή την άλλη πρακτική, στον τρόπο με τον οποίο διεξάγουμε την καθημερινή ζωή μας στη δουλειά και στον ελεύθερο χρόνο· η ιδεολογία εμπνέει (ή μάλλον επιβάλλει) όσα αποφασίζουμε για τη ζωή μας, για τις πράξεις μας· έχει υλική υπόσταση και γίνεται υλική δύναμη. Επειδή τέτοια είναι η φύση της ιδεολογίας, υπάρχουν ολόκληρες κοινωνικές τάξεις ή κοινωνικές ομάδες στις οποίες δεν παρέχεται αναγκαστικά υλική ανταμοιβή (ή αν παρέχεται είναι τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της αστικής τάξης), οι οποίες γίνονται τάξεις-στηρίγματα ενός κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας που τους παρέχει μόνο συμβολικά οφέλη (όπως η καταπίεση μεταναστών και ομοφυλοφίλων, η λατρεία της Σημαίας και του Έθνους, ο σοβινισμός κλπ). Έτσι, οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις μπορούν ακόμα και να πηγαίνουν στον πόλεμο τραγουδώντας με ενθουσιασμό.

Οι ιδεολογίες όμως δεν έπεσαν από τον ουρανό, διαθέτουν πάντοτε μια υλική βάση. Εάν, δηλαδή, το παιχνίδι της ιδεολογίας συγκροτεί τις τάξεις-στηρίγματα της αστικής εξουσίας, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα παίζονται στη σφαίρα των ιδεών, αλλά ότι κάτι υπάρχει στην υλική ύπαρξη αυτών των τάξεων που αποτελεί τη βάση του παιχνιδιού: Οι εργαζόμενες τάξεις μπορούν να αγωνίζονται για να αλλάξουν τον κόσμο συνολικά ή για να μετατρέψουν τους όρους με τους οποίους εργάζονται και ζουν την καθημερινή τους ζωή στην προοπτική μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας. Άλλο τόσο, όμως, είναι αλήθεια ότι οι εργαζόμενες τάξεις μπορούν να διατηρούν και μια συντηρητική ζωή: Μπορούν πολύ απλά να υπερασπίζονται τον υπάρχοντα τρόπο συντήρησης και αναπαραγωγής της ζωής τους, τον υπάρχοντα τύπο οικογένειας και προσωπικών σχέσεων, χειραγώγησης και ρύθμισης της σεξουαλικότητας, τις τρέχουσες μορφές των συναισθηματικών σχέσεων του «ιδιωτικού χώρου», και τόσα άλλα ακόμα που συγκροτούν τη ζωή μας όπως αυτή διεξάγεται και τη γνωρίζουμε και δεν θέλουμε να την αλλάξουμε. Αυτή η ζωή του “νοικοκυραίου”, αποτελεί την υλική βάση για την ιδεολογία του Λαού της Δεξιάς, την ιδεολογία που καλεί τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις “να ενδιαφερθούν πρώτα για τον εαυτό τους και μετά για τους γείτονες” (όπως συμβούλευε η Θάτσερ), να αφοσιωθούν στην ιδιοκτησία, στο σπιτάκι και τη θαλπωρή του, μακριά από τη δημόσια ζωή, στριμωγμένοι ανάμεσα στα δάνεια και τις οικογενειακές υποχρεώσεις.

Μια τέτοια ζωή, όμως, έχει τις επιπτώσεις της· διότι «μόνο αυτός που δεν ακολουθεί τον ρυθμό, είναι σε θέση να ακούσει τον ήχο από ένα άλλο τύμπανο” (Κεν Κέισι, Στη φωλιά του κούκου).

*Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο φύλλο 4 της εφημερίδας «Η Κόκκινη» (Οκτώβρης 2019)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s