Ποιοι είναι τα πραγματικά ‘Παράσιτα’ της κοινωνίας;

Ένα σχόλιο με αφορμή το κινηματογραφικό έργο «Παράσιτα»

Αποτέλεσμα εικόνας για parasites movie

Γράφει ο Λεωνίδας Βέργος

Ζούμε εποχές αναταράξεων σε κάθε γωνιά της γης. Από τις νικηφόρες λαϊκές εξεγέρσεις σε Ισημερινό και Χιλή ως τον Λίβανο, το Ιράκ, τα ‘Κίτρινα’ και ‘Μαύρα Γιλέκα’ στη Γαλλία, τις πανεκπαιδευτικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα. Οι αντιθέσεις της σύγχρονης καπιταλιστικής δυστοπίας είναι εδώ, οξυμμένες όσο ποτέ, για να μας θυμίζουν ότι, ναι… υπάρχει εναλλακτική. Αυτό το συγκλονιστικό γεγονός πρέπει, ως μαρξίστριες και μαρξιστές, να ομολογήσουμε ότι είναι ευνόητο ότι θα αποτυπωνόταν, πέραν των δρόμων, και στον τομέα του πολιτισμού/της κουλτούρας. Πολλώ δε μάλλον στον κινηματογράφο. Τέτοιο παράδειγμα ταινίας, που εγείρει κοινωνικούς και εντέλει πολιτικούς προβληματισμούς, είναι η πρόσφατη νοτιοκορεατική ταινία του Μπινγκ Τζουν-χο, «Παράσιτα».

Πρωταγωνιστές μας είναι τα μέλη μιας οικογένειας που ανήκει στα λούμπεν στρώματα της κοινωνίας: οι γονείς άνεργοι, τα δύο παιδιά περιπλανώμενα στην εργασιακή επισφάλεια. Όταν ο γιος πιάνει δουλειά ως καθηγητής ιδιαίτερων μαθημάτων στην έπαυλη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, μέσα από σκαρφίσματα καταφέρνει να «χώσει» την υπόλοιπη οικογένειά του στις υπηρεσίες του σπιτιού: παιδοψυχίατρος, οικονόμος, σοφέρ. Ο τίτλος παίρνει σάρκα και οστά τη στιγμή που η μεγαλοαστική οικογένεια εγκαταλείπει την έπαυλη για διακοπές. Η οικογένεια που πρωταγωνιστεί καταλαμβάνει το άδειο πλέον σπίτι, ενώ ταυτόχρονα ανακαλύπτει ότι τα τελευταία χρόνια ζούσε κρυφά, μέσα στην απόλυτη αθλιότητα, στο υπόγειο του σπιτιού ένας άπορος, προκειμένου να ξεφύγει από τα χρωστούμενά του στις τράπεζες.

Τα άτομα αυτά «παρασιτούν» – τρέφονται με την ιδιοκτησία των πλουσίων, στους οποίους το σπίτι ανήκει. Μια ιδιοκτησία την οποία φυσικά απέκτησαν εκμεταλλευόμενοι την εργατική δύναμη των φτωχών. Και ακριβώς για τον λόγο αυτό, πρόκειται στην πραγματικότητα για την αντίστροφη σχέση. Τα «Παράσιτα» του τίτλου δεν είναι οι φτωχοί που κατέλαβαν την έπαυλη. Είναι οι πλούσιοι, που χτίζουν τον πλούτο και την εξουσία τους πάνω στον μόχθο, τη φτώχεια και την εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι αυτοί που δεν μετέχουν επ’ ουδενί στην παραγωγή των κοινωνικών αγαθών. Και όμως καρπώνονται όλο τον πλούτο. Ενδεικτική της σχέσης αυτής είναι η απεικόνιση στην ταινία του αντίκτυπου που έχει στην κάθε κοινωνική τάξη το φαινόμενο της καταρρακτώδους βροχής. Η πλούσια οικογένεια, καθώς έχει επιστρέψει στη θαλπωρή της άνετης έπαυλής της, μπορεί και την απολαμβάνει. Η φτωχή, από την άλλη, βλέπει το ημιυπόγειο φτωχικό της πλημμυρισμένο, τη μηδαμινή –οριακά- περιουσία της κατεστραμμένη.

Θα ήταν παράλειψη, βέβαια, να μην αναφερθούμε στην τεχνική αρτιότητα της ταινίας. Αξιόλογες ερμηνείες, συγκλονιστική σκηνοθεσία. Ο σκηνοθέτης, άλλωστε, είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους της Νότιας Κορέας. Σε επίπεδο τεχνικής, πάντως, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας είναι η ξαφνική εναλλαγή, στα μέσα αυτής, του στοιχείου της μαύρης κωμωδίας με αυτό του πικρού δράματος. Εδώ ακριβώς συνίσταται σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική κριτική που ο Μπονγκ Τζουν-χο -με μία από τις πιο χαρακτηριστικές μεθόδους του- μας προσφέρει.

Εν κατακλείδι, βλέπουμε ότι η ταινία, αν και παράχθηκε στη μακρινή -για εμάς- Νότια Κορέα, αναδεικνύει κομβικά κάτι που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα: την ταξική διαίρεση της κοινωνίας σε πλούσιους και φτωχούς. Πλήθος κοινωνικών ζητημάτων αναδεικνύονται μέσα από το έργο. Η ανεργία, η επισφαλής εργασία, το στεγαστικό ζήτημα, η υπέρμετρη φορολόγηση στις πλάτες των φτωχών και η μηδαμινή στο κεφάλαιο. Το πώς η ίδια η πραγματικότητα αλλάζει στοιχειωδώς τις συνειδήσεις των κολασμένων της γης.

Η Αριστερά και δη η αντικαπιταλιστική-επαναστατική μπορεί να αξιοποιεί ανάλογα έργα Τέχνης. Μπορεί να τα μετατρέπει σε πρωτοπόρα μέσα κοινωνικού προβληματισμού και πολιτικής ζύμωσης, στο πλαίσιο ενός πολιτιστικού-ιδεολογικού αντιπροτάγματος στην κανιβαλιστική κουλτούρα του βάρβαρου καπιταλισμού. Ο Λένιν έλεγε ότι «…για εμάς [τους Μπολσεβίκους] ο κινηματογράφος είναι η σημαντικότερη μορφή Τέχνης». Το εννοούσε, φυσικά, από κοινωνική και ταξική σκοπιά και ταινίες όπως τα «Παράσιτα» μάλλον επιβεβαιώνουν τη ρήση του μεγάλου επαναστάτη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s