“Ένα τραγούδι για να ’ναι τραγούδι θέλει λόγια απλά”

ή αλλιώς Αποχαιρετώντας τον Λουκιανό Κηλαηδόνη

Αποτέλεσμα εικόνας για λουκιανός κηλαηδόνης wiki

Γράφει η Κική Σταματόγιαννη

Στην μπάντα να πε­ρά­σει η παρέα μας”, γιατί ο κα­θέ­νας και η κα­θε­μιά από μας είχε και έχει ένα –του­λά­χι­στον- τρα­γού­δι του Λου­κια­νού Κη­λαη­δό­νη, που σή­μαι­νε γι’ αυτόν ή γι’ αυτήν πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα απ’ όσα μπό­ρε­σαν να πουν οι στί­χοι ή η μου­σι­κή του.

 Άλλοι θυ­μού­νται ένα “πάρτι στη Βου­λιαγ­μέ­νη”, κά­ποιοι “νύ­χτες που περ­νούν, που δεν θα ξα­ναρ­θούν”. Κά­ποιες πάλι πάνε και θυ­μού­νται ένα (άλλο) πάρτι με τα “πιο καλά παι­διά”, που θα ξε­κι­νού­σε “σε ένα βαθύ μπου­ντρού­μι με ένα μπου­κά­λι ρούμι” και θα συ­νε­χι­ζό­ταν “σε ένα αε­ρό­στα­το στον ου­ρα­νό”.

Και μέσα σ’ αυτά θυ­μού­νται πόσο τρο­μα­κτι­κά επί­και­ρα πα­ρα­μέ­νουν τα “Απλά μα­θή­μα­τα πο­λι­τι­κής οι­κο­νο­μί­ας”, και επι­βε­βαιώ­νουν για άλλη μια φορά πόσο χα­ραγ­μέ­νο είναι τε­λι­κά στα μυαλά και στις ψυχές όσων έτσι τα βρή­καν και δεν μπαί­νουν στον κόπο να τ’ αλ­λά­ξουν το μότο “ησυ­χία, τάξη κι ασφά­λεια”.

Γρά­φου­με, λοι­πόν, αυτό εδώ για να απο­χαι­ρε­τή­σου­με εκεί­νον που ακόμα κι όταν μι­λού­σε για τα πιο βαθιά και σο­βα­ρά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα, άφηνε μια τόση δα χα­ρα­μά­δα, ικανή όμως να χω­ρέ­σει την ευαι­σθη­σία, τη λε­πτό­τη­τα και την αξία των πολύ μι­κρών πραγ­μά­των τού­της της ζωής.

Γρά­φου­με αυτό εδώ για ν’ απο­χαι­ρε­τή­σου­με εκεί­νον,

Που μας ξε­κα­θά­ρι­ζε πως αν πε­θά­νει ποτέ –Κού­φια η ώρα– δε θέλει “φιέ­στες ούτε φωνές”…

Και κά­ποια μπά­ντα στο που­θε­νά, να παί­ζει «τα θε­ρι­νά σι­νε­μά«

Που έδωσε μια ιδέα για τα “ναι” μας και έβαλε σε λόγια αρ­κε­τά από τα “όχι” μας, συν­θέ­το­ντας τον από­λυ­το ύμνο των εφή­βων (και όχι μόνο)

Που μας εξή­γη­σε όμορ­φα κι απλά με την Αριθ­μη­τι­κή του ότι “Ένα και δύο κά­νου­νε τρία, σαν δε σου φτά­νουν, κάνε απερ­γία”, αλλά και την ίδια στιγ­μή δεν άφηνε καμιά πα­ρερ­μη­νεία για το ποιοι και ποιες θα κλη­θούν να πλη­ρώ­σουν τα σπα­σμέ­να μιας οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης “Σαν το κε­φά­λαιο θα κιν­δυ­νεύ­σει, πάλι ο γιος σου στη μάχη θα τρέ­ξει

Που έβαλε σε λόγια και μου­σι­κή πόσο ρευ­στό πράγ­μα είναι η τι­μιό­τη­τα “Αυτό που είναι τίμιο για τον κα­πι­τα­λί­στα, για τον ερ­γα­ζό­με­νο είναι μια ατι­μία, πώς να χω­ρέ­σει το μυαλό του μι­κρο­κτη­μα­τία, η ιδιο­κτη­σία πως είναι ατι­μία

Που μας έκανε να νιώ­σου­με όμορ­φα με το να εί­μα­στε “απά­τρι­δες, άθρη­σκοι και κτήνη”, όταν αυτοί που μας το κα­τα­λο­γί­ζουν, οι “Πα­πά­δες, δά­σκα­λοι και χω­ρο­φυ­λά­κοι” είναι στην ουσία αυτοί που το μόνο που θέ­λουν είναι “νόμο και τάξη

Που μας έκλει­νε συ­ντρο­φι­κά το μάτι λέ­γο­ντας πως είναι εντά­ξει κά­ποιες στιγ­μές να ξε­χνάς για λίγο όσα σε δυ­σκο­λεύ­ουν ή σε πε­ριο­ρί­ζουν και να επι­χει­ρείς μια Χα­μη­λή Πτήση με μια δυ­να­τή μο­το­σι­κλέ­τα, καθώς “Είναι όμορ­φο να τρέ­χεις σ’ άδειους δρό­μους, και τρι­γύ­ρω σου να βλέ­πεις τα βουνά, μα­κριά από συν­θή­μα­τα και νό­μους, και να μη στα­μα­τάς που­θε­νά

Που μας έδινε εκεί­νη την κα­θη­συ­χα­στι­κή δια­βε­βαί­ω­ση πως όταν πα­ρα­σκου­ραί­νουν τα πράγ­μα­τα “κά­ποια δει­λι­νά”, μπο­ρού­με πάντα να παίρ­νου­με τ’ άλογό μας και να “την κά­νου­με” για τα βουνά (ακόμα κι αν άλογο δεν έχου­με και τα βουνά πέ­φτουν λι­γά­κι μα­κριά)

Που έντυ­σε μια από τις εμ­βλη­μα­τι­κό­τε­ρες ται­νί­ες του ελ­λη­νι­κού σι­νε­μά, κι αν μας έμει­νε κάτι από τον “Θίασο” –ας το ομο­λο­γή­σου­με με συ­ντρι­βή κά­ποιες- είναι τα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά κάδρα και η μου­σι­κή του

Που στη δική του “Μαίρη Πα­να­γιω­τα­ρά” ανα­γνω­ρί­σα­με λίγο τη μαμά μας (και πολύ κά­ποιες φίλες της), λίγο τη φι­λό­λο­γό μας στο Γυ­μνά­σιο, που κάθε τόσο ερ­χό­ταν με ένα και­νού­ριο κά­ψι­μο στα χέρια από τον φούρ­νο, γιατί μα­γεί­ρευε και διόρ­θω­νε ταυ­τό­χρο­να τις εκ­θέ­σεις μας, λίγο την κυρία του κάτω ορό­φου που τη συ­να­ντού­σα­με κά­ποιες φορές στις σκά­λες ξέ­πνοη από την προ­σπά­θεια να τα προ­λά­βει όλα (και να μας χα­μο­γε­λά­σει αφη­ρη­μέ­να κι εμάς)

Που τρα­γού­δη­σε τόσο πει­στι­κά πως “όταν χτυ­πά­ει το τη­λέ­φω­νο, εννιά φορές στις δέκα είναι για κακό” (και ήρθε η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα -χρό­νια μετά- να το επι­βε­βαιώ­σει) 

Που συμ­βού­λευε τους νέους συν­θέ­τες πως “Πρώτα βρί­σκου­με τα λόγια με με­γά­λη προ­σο­χή, μια που κι άλλοι γρά­φουν χρό­νια κι ίσως τα ‘χουνε πει, και σι­γά-σι­γά αρ­χί­ζεις να τους βά­ζεις μου­σι­κή, που όλο κάτι να θυ­μί­ζει και να μην ξέ­ρου­με τι…”     

Που κά­ποια στιγ­μή τέ­ντω­σε επι­κίν­δυ­να μια χορδή με το “Μη μου πεις για σέ­να­νε μέσα σ’ αυτό το μα­κε­λειό, κάπου μοιά­ζου­με εμείς οι δυο

Που ούτε ο ίδιος ο Νε­γρε­πό­ντης δεν θα φα­ντα­ζό­ταν ότι οι στί­χοι του “Κολ­λή­γα γιος του παπ­πού μου ο παπ­πούς, κολ­λή­γα γιος του παπ­πού μου ο πα­τέ­ρας, κι ο παπ­πούς μου κολ­λή­γας κι αυτός. Και μο­νά­χα εγώ, του πα­τέ­ρα μου γιος, είμαι πια ένας αστός… είμαι πια κα­θε­στώς” θα έβρι­σκαν εκεί­νο το μου­σι­κό ταίρι που θα μας συ­ντρό­φευε μο­να­δι­κά έκτο­τε

Που μας έκανε να ταυ­τι­στού­με σε τέ­τοιο βαθμό με το “Γι’ αυτό σου λέω μη μου λες εμένα για όλα αυτά τα με­γα­λεία, τα πα­λά­τια, τα λεφτά”, ώστε δεν θε­λή­σα­με να τ’ απο­κτή­σου­με, δεν τα απο­κτή­σα­με κι ούτε μας βλέπω να τα απο­κτού­με και ποτέ 

Που δεν ξε­χνά­με να τον ευ­χα­ρι­στού­με επει­δή μας χά­ρι­σε κά­ποια στιγ­μή εκεί­νο το “Περ­πα­τά­με στους δρό­μους κι η ζωή μας κυλά, όμως έχου­με μάθει καλά, πως αλ­λά­ζου­με όλοι όπως αλ­λά­ζει κι η πόλη, όπως αλ­λά­ξαν στις μέρες μας πολλά

Που μας έκανε να με­τρά­με “10 μείον 5 μείον 5, 6 δια 2 συν 8, 20 φορές το 15, 11 και 7 18, σύ­νο­λο 16, σί­γου­ρα είν’ εντά­ξει…” και νιώ­θα­με από την αρχή ότι κάπου υπήρ­χε λάθος, πολύ πριν φτά­σου­με στον τε­λευ­ταίο στίχο

Που ορ­κι­ζό­μα­σταν στον εαυτό μας ότι την επό­με­νη φορά που θα ακού­σου­με το “Πού βα­δί­ζου­με, κύ­ριοι;” θα θυ­μό­μα­στε ποιος τα ’φτια­ξε με ποια, αλλά πάντα στο τέλος χά­να­με τη σειρά, γιατί πού να θυ­μά­σαι τι έκανε “ο Μηνάς με την Ανέτα, που τα ’χε με το Δήμο τον τρελό…” για να μη μι­λή­σου­με καν για το ότι “Χώ­θη­κε η Τασία στον Νι­κή­τα και τη Σία, που γου­στά­ρι­ζε τον Στάθη που αγα­πού­σε τη Γωγώ, που τα είχε με τον Άρη πριν τα φτιά­ξει με τη Μάρη” και πάει λέ­γο­ντας…

Που μας τρα­γού­δη­σε για τα “πέντε πράγ­μα­τα που αγά­πη­σε, που τον έκα­ναν να αντέ­ξει και να μην τρε­λα­θεί”, που τε­λι­κά ήταν… έξι και που μπο­ρεί να μη μοιά­ζουν με τα δικά μας πέντε/έξι αγα­πη­μέ­να πράγ­μα­τα –εκτός από “το πιο και­νού­ριο”-, αλλά πάντα μας αρέ­σει να τον ακού­με να μας τα απα­ριθ­μεί σε τζαζ ρυθ­μούς

Που όταν ζο­ρί­ζουν τα πράγ­μα­τα και χά­νου­με τα κου­ρά­για μας σι­γο­τρα­γου­δά­με “Θα ‘ρθού­νε κα­λύ­τε­ρες μέρες, Να μη μου θυ­μώ­νει κα­νείς, Σαν έρ­θου­νε εκεί­νες οι μέρες, Δεν ξέρω που θα ‘μαστε εμείς” και πάντα χα­μο­γε­λά­με στο ίδιο ση­μείο, στη βε­βαιό­τη­τα του τε­λευ­ταί­ου στί­χου που με­τα­σχη­μα­τί­ζει το “Δεν ξέρω” στο “Και ξέρω…” και δίνει νόημα στην προ­σπά­θεια και τους αγώ­νες που ως τώρα πα­ρα­μέ­νουν αδι­καί­ω­τοι “Θα ‘ρθού­νε πιο ξέ­νοια­στα χρό­νια, κι αλ­λιώ­τι­κοι τρό­ποι ζωής… Θα ‘ρθού­νε κα­λύ­τε­ρες μέρες, Και ξέρω που θα ‘μαστε εμείς…”

Και, τώρα που φτά­νου­με στο τέλος σι­γά-σι­γά και δυ­σκο­λευό­μα­στε, έρ­χε­ται ο ίδιος και μας βοηθά να τον απο­χαι­ρε­τή­σου­με

Τι να σου πω, τι να σου πω, τι να σου πω,

που να μην το ‘χει πει κα­νέ­νας για κα­νέ­ναν,

εγώ μο­νά­χα ένα πράγ­μα θα σου πω.

Μου φτά­νει πως με­γά­λω­σα με σένα”.

*Το άρθρο γράφτηκε τη μέρα θανάτου του Λουκιανού Κηλαηδόνη στις 07.02.2017 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Rproject

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s