Η δική μας ηγεμονία

Γράφει ο Ηλίας Ιωακείμογλου

Η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης βρίσκεται σε κρίση. Από τη Γαλλία μέχρι τη Χιλή και σε μια σειρά άλλων χωρών, όσο και αν παραμένει κυρίαρχη, καμιά άρχουσα τάξη δεν μπορεί ούτε έχει εξάλλου και τη διάθεση, να διασφαλίσει τους όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των υποτελών κοινωνικών τάξεων·ακριβώς όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα. Παντού η αστική τάξη είναι μια παρακμιακή κοινωνική τάξη, που γνωρίζει πλέον να αυξάνει τα εισοδήματά της μόνο χάρη στους χαμηλούς μισθούς (που συχνά είναι μισθοί πείνας), χάρη στις φοροαπαλλαγές, στην εκμετάλλευση ενός ανυπεράσπιστου και γι’ αυτό πειθαρχημένου, ευέλικτου εργατικού δυναμικού, στη διάλυση των θεσμών προστασίας των εργαζομένων και των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων. Για πόσο καιρό άραγε μπορεί να διατηρεί την πολιτική ηγεμονία μια αστική τάξη που μειώνει δραστικά, και μάλιστα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τις δαπάνες συντήρησης και αναπαραγωγής των εργαζόμενων τάξεων, μειώνοντας τον μισθό και ταυτοχρόνως συρρικνώνοντας τις λειτουργίες του κοινωνικού κράτους; Είναι μια τάξη που διατηρεί μεν την εξουσία, πλην όμως δεν μπορεί να διατηρήσει την πολιτική ηγεμονία, που σημαίνει ότι δεν διαθέτει πολιτικό σχέδιο, στο όνομα του οποίου το ιδιοτελές συμφέρον του κεφαλαίου να μπορεί να γίνει αποδεκτό από τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις ως σχέδιο που εκφράζει το γενικό συμφέρον. Ούτε διαθέτει πολιτικό σχέδιο που θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις ως αναγκαίο κακό, έτσι ώστε να ήταν εξασφαλισμένη η ανοχή τους και η παθητικότητά τους.

Οι υποτελείς τάξεις δεν αναγνωρίζουν, λοιπόν, την πολιτική που ασκεί η αστική τάξη ως πολιτική για το γενικό συμφέρον, ούτε καν ως αναγκαίο κακό που επιβάλλεται ελλείψει άλλης λύσης. Για αυτό τον λόγο και εξεγείρονται σε μια σειρά χωρών, και μάλιστα με εξεγέρσεις που για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες είναι τόσο μαζικές και τόσο ανθεκτικές στην αστυνομική βία, στα ψέματα και τις αποσιωπήσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Δυστυχώς όμως για εμάς, για να χάσει την πολιτική εξουσία η κυρίαρχη κοινωνική τάξη, δεν αρκεί να απολέσει την ικανότητά της να εκφέρει λόγο περί του γενικού συμφέροντος. Πρέπει και οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις να μπορούν να γεμίσουν το κενό πολιτικής ηγεμονίας με το δικό τους πολιτικό σχέδιο για το συμφέρον της κοινωνικής πλειοψηφίας· και για να γίνει αυτό, πρέπει να συγκροτηθούν σε πολιτικές οργανώσειςδιότι μόνο οι αυτόνομες πολιτικές οργανώσεις των κυριαρχούμενων τάξεων μπορούν να διατυπώσουν ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο αντί της αστικής τάξης και εναντίον της.

Οι κυρίαρχοι, λοιπόν, έχουν χάσει την ικανότητά τους να αποσπούν τη συναίνεση των υποτελών στις πολιτικές τους αποφάσεις (και αυτό εξηγεί για ποιο λόγο καταφεύγουν στην ακραία αστυνομική βία και στην ενδυνάμωση όλων των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους), οι δε υποτελείς, όσο ηρωικά και αν αντιστέκονται, δεν είναι ακόμα σε θέση να προτείνουν δικό τους, ιδεολογικά και ταξικά αυτόνομο ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο για μεγάλες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε και στον τρόπο με τον οποίο ζούμε καθημερινά· διότι για να διεκδικήσεις την πολιτική ηγεμονία πρέπει να αποκτήσεις οργανική σχέση με τις εργαζόμενες τάξεις, με τους πρεκάριους και τους προλετάριους, την εργατική τάξη των υπηρεσιών και της βιομηχανίας, τους άνεργους και όσους συνθλίβονται από την κυβερνητική πολιτική, εκεί όπου εργάζονται και ζουν διότι η πολιτική ηγεμονία δεν είναι μόνο ένα πολιτικό σχέδιο που εκφωνείται, είναι και το ρίζωμά της στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, εκεί όπου παράγουν και καταναλώνουν, στην καθημερινή τους ζωή· διότι για να τα επιτύχεις αυτά πρέπει να έχεις αυτόνομες πολιτικές οργανώσεις των υποτελών κοινωνικών τάξεων.

Δυστυχώς, δεν είναι μόνον αυτά τα εμπόδια που βρίσκονται μπροστά μας· είναι και ο αποχωρισμός της πολιτικής δράσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων από τη μαρξιστική θεωρία, που αφέθηκε επί δεκαετίες στην τύχη της και στη νυσταλέα ενασχόληση μεταμοντέρνων πανεπιστημιακών σε πορεία διαρκούς απομάκρυνσης από την ταξική πραγματικότητα και τους ταξικούς αγώνες· είναι και το κενό οργάνωσης, της οποίας οι χαλαρές μορφές που αναπτύχθηκαν σαν φυσικές και αυτονόητες μετά την ήττα του 1989-1991 δεν μπορούν πλέον σήμερα να μας καθησυχάζουν με τις αυταπάτες της υποτιθέμενης επάρκειάς τους· είναι και η απουσία ιδεολογικής αμφισβήτησης των θεσμών της αστικής κοινωνίας και το κενό που σφύζει πλέον από ιδεολογήματα της αστικής τάξης και των υπονόμων του ναζισμού, του νεοφιλελευθερισμού και της ιστορικής τους συνάντησης.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στη δύναμη του αντιπάλου μας, αλλά στη δική μας αδυναμία. Για τους λόγους αυτούς, θα πρέπει τώρα να ξαναβρούμε τις καλύτερες των πολιτικών μας παραδόσεων και των ιδεολογικών μας καταβολών, που λησμονήθηκαν στην εποχή των κινημάτων και των πλατιών κομμάτων· θα πρέπει τώρα να θυμηθούμε τα εγκαταλελειμμένα πεδία μάχης μέσα στους χώρους της εργασίας, γύρω από την απασχόληση, τα ωράρια, τις επαγγελματικές ειδικότητες και την οργάνωση της εργασίας, όχι μόνο γύρω από τους μισθούς και τη διανομή του προϊόντος· θα πρέπει να θυμηθούμε την αυταπάτη του κυβερνητισμού, την αυταπάτη δηλαδή ότι αρκεί να πάρουν οι οργανώσεις των εργαζομένων την κυβέρνηση για να αρχίσει το Κράτος να εκφράζει τα συμφέροντά τους· θα πρέπει να θυμηθούμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια παρέμβαση που δεν περνάει από το κοινοβούλιο, αλλά από την αυτο-οργάνωση και την πρωτοβουλία των υποτελών κοινωνικών τάξεων στον χώρο της πόλης και των θεσμών της κοινωνικής αναπαραγωγής, στο σχολείο, στην οικογένεια, στους ιδεολογικούς μηχανισμούς, στην καθημερινή ζωή και τις προσωπικές σχέσεις·  εκτός όμως από αυτά, θα πρέπει να ξαναβρούμε τους παλιούς, ξεχασμένους, χάρτες του κομμουνισμού, σύμφωνα με τους οποίους αυτός δεν είναι ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας (επομένως ένα σχέδιο εν αναστολή, που περιμένει μια εξαιρετική επαναστατική πολιτική συγκυρία για να ενεργοποιηθεί εν είδει δευτέρας παρουσίας), αλλά μια τάση ενύπαρκτη «στα πράγματα»· μια ιστορική τάση, δηλαδή, που είναι ήδη παρούσα στα διάκενα που αφήνουν οι καπιταλιστικές κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν εμπορευματικές σχέσεις, οικονομική εκμετάλλευση και ιδεολογική υποδούλωση, όπως στις φιλίες, στον σεβασμό στη ζωή των άλλων, στην αριστερή αλληλεγγύη, στην ισότητα, στη γενναιοδωρία και το δώρο, και σε ολόκληρο το ηθικό φορτίο της Αριστεράς, που όσες φορές και αν εκείνη ηττηθεί, αυτό παραμένει αναλλοίωτο: ο κομμουνισμός δεν είναι μόνο ένα μελλοντικό στάδιο της κοινωνίας, είναι και πρακτικές που βρίσκονται ανάμεσά μας και πρέπει τώρα εμείς να μάθουμε να τις αναγνωρίζουμε και να τους δίνουμε διάρκεια και χώρο. Αλλιώς, θα κλείσει πίσω μας, ενδεχομένως μετά από μια σειρά ένδοξων πλην όμως χαμένων κινηματικών αγώνων, η ιστορική περίοδος που άνοιξε κατά τον 19ο αιώνα, με την ορμητική είσοδο στην πολιτική σκηνή, των πολιτικών δυνάμεων των εργαζόμενων τάξεων και της μαρξιστικής θεωρίας, για την οποία, ας μην το ξεχνάμε, είναι η μοναδική που μπορεί να μας δίνει τα επιχειρήματα να υποστηρίζουμε ότι το δίκαιο δεν είναι με το μέρος των ισχυρών, αλλά με το μέρος των αδύναμων.

*Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο φύλλο 6 της εφημερίδας «Η Κόκκινη» (Φλεβάρης 2020), που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s