Η Αμάλ και η Εφλίν

Refugee and migrant children losing over 1.8 million school days, every day  – UN report | | UN News

Γράφει η Λάλε Άλατλι

Η Αμάλ και η Εφλίν

Αμάλ: Από την αρχή δεν συμφωνούσα. Προτιμούσα να πέσει κλάδος ελιάς[1] στο κεφάλι μου, αλλά να είμαι μαζί με τους γονείς και την αδερφούλα μου, παρά να πεθάνω μόνη μου σε μια απομακρυσμένη γωνιά του κόσμου. Συζητούσαμε μέρες και νύχτες τι θα ήταν πιο σωστό. Στο τέλος καταλήξαμε σε αυτό που ήθελαν οι γονείς μας. Έλεγαν «αφού δεν μπορούμε να φύγουμε εμείς, να σωθείτε τουλάχιστον εσείς. Το Χαλέπι έχει γίνει πλέον χαλεπό!».

Το βλέμμα της Εφλίν ήταν πάντα στραμμένο στη Δύση. Ντυνόταν σαν τις δυτικές, έβλεπε ξένες ταινίες και άκουγε ξένη μουσική. Ενώ εγώ αγαπούσα τις χουρμαδιές, τα χειροποίητα σαπούνια και τις βόλτες στο ποτάμι. Κι έτσι για να με διευκολύνει μου παραχώρησε τη σειρά της για να φύγω πρώτη, παρόλο που η κορόνα έτυχε σ’ εκείνη. Στη διάρκεια του ταξιδιού έχασα τον χρόνο και τη γεύση. Όταν έφτασα στα τελευταία σύνορα δεν θυμόμουν τη σειρά των μηνών και πώς ονομάζονταν, ούτε ποιο φαγητό και πότε τρωγόταν, αυτά όλα δεν είχαν πλέον καμιά σημασία για μένα. Θυμάμαι ακόμα μόνο έναν ένοπλο να μας λέει κάτι σε μια άλλη γλώσσα και να παίρνει τα κινητά μας. Θυμάμαι, όταν μας μετέφεραν σε μια πόλη, το θυμό στα μάτια των ντόπιων. Δεν μας άφηναν να κατεβούμε από τα λεωφορεία. Πόσο θα  ήθελα να ήμουν στην αγκαλιά της μαμάς μου, εκείνη την ώρα…

Συνήλθα όταν είδα στην παραλία τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο. Αυτός ο θάλαμος και η θάλασσα έγιναν η ζωή μου. Δεν έβλεπα τίποτα άλλο. Τα πρωινά νωρίς νωρίς πήγαινα εκεί και περίμενα το τηλεφώνημα της Εφλίν. Όλοι με κορόιδευαν, αλλά τι καταλάβαιναν! Τελικά την ημέρα που πέθανε η πρώτη γυναίκα στο καταυλισμό προσφύγων, η Εφλίν μού έστειλε ένα λουλούδι που αιωρούνταν στον ουρανό πάνω από τη θάλασσα. Έτσι κατάλαβα ότι θα έρθει σε λίγο.

Εφλίν: Ο γονείς μου ήταν πολύ ταλαιπωρημένοι για να κάνουν οποιοδήποτε ταξίδι. Χρειάστηκε να καθησυχάσω αρκετά την αδερφή μου. Ξέρω πως δεν ήταν έτοιμη να φύγουμε, αλλά όλοι ξέραμε ότι όπου να ’ναι ο στρατός του γείτονα θα περνούσε τα σύνορα. Αλλιώς ποιος κάνει τόσο μεγάλο ταξίδι χωρίς επιστροφή; Σε ποιον να το εξηγήσεις, όμως; Τη λέγανε Αμάλ[2], αλλά εγώ ήμουν αυτή που είχε ακόμα ελπίδες. Γιατί να μην καταφέρναμε μια καινούρια ζωή, όπως τόσοι άλλοι;  Ήμουν πιο δυνατή ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Λίγες μέρες μετά την αναχώρησή της, έφυγα κι εγώ. Πριν ανοίξω την πόρτα, φώναξα δυνατά στους γονείς μου ότι τους αγαπώ για να ακουστεί και στο μπάνιο, όπου είχε κρυφτεί ο πατέρας για να κλάψει μόνος.

Από το ταξίδι δεν θυμάμαι τίποτα, δεν ξέρω πού φτάσαμε, τα σύννεφα και ο ήλιος έμοιαζαν ίδια. Κάπου χάθηκε η επικοινωνία… όπως χάθηκε και το Αφρίν. Θυμάμαι μόνο μια ελιά, ένα κλαδί. Ζούσα σε μια μεγάλη πέτρα περιφραγμένη από τη θάλασσα που είχα δει πολλές φορές σε ταινίες. Από κοντά δεν ήταν και τόσο ευχάριστο, πνιγόμουν μόνο που έβλεπα τη θάλασσα. Και μετά μετακόμισα σε μια μεγάλη φυλακή με σκηνές. Κι εκεί πνιγόμουν. Απαγορευόταν να βγαίνουμε έξω. Ήθελα να γίνω ένα λουλούδι και να πετάξω στην αδερφή μου. Ένιωθα να  κόβεται η ανάσα μου, σαν να ήταν θρύψαλα από γυαλιά στα πνευμόνια μου. Και μια μέρα πνίγηκα.[3]


[1] Κλάδος Ελιάς: Η κωδικοποιημένη ονομασία στρατιωτικής επιχείρησης στο Αφρίν.

[2] Αμάλ: Ελπίδα στα αραβικά.                                                                                      

[3] Το διήγημα γράφτηκε την 34η μέρα από την εμφάνιση του κορονοϊού, με την κυβέρνηση να αρνείται να εκκενώσει τα κέντρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών. Αρνείται ακόμη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s