ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Γράφει ο Γιώργος Μολέσκης

«Καλύτερα να μην έρθει μαζί μας η γυναίκα σας, είναι νέα, είναι και έγκυος, δεν ξέρεις τι συναισθήματα μπορεί να προκαλέσει στις φυλακισμένες» είπε ο Σταύρος. Εργαζόταν στο υπουργείο Πολιτισμού και ήταν υπεύθυνος του προγράμματος «Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο», που λειτουργούσε τότε και κάλυπτε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν και είχα δεχτεί την πρόσκληση με κάποιες επιφυλάξεις και αυτό που επικράτησε τελικά στην αποδοχή της ήταν το στοιχείο της πρόκλησης που εμπεριείχε, η τοποθέτηση αυτή έδινε μια άλλη διάσταση στο όλο εγχείρημα. Το κατάλαβε και η γυναίκα μου, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Θα έμενε στο ξενοδοχείο μέχρι να γυρίσω.

Το φθινόπωρο μόλις είχε ξεκινήσει και οι μέρες ήταν ακόμη μεγάλες και ζεστές. Μαζί με τον Σταύρο, ο οποίος ήταν και ο οδηγός του αυτοκινήτου, και την Άννα, μια συνεργάτιδά του κοινωνιολόγο, ξεκινήσαμε λίγο μετά το μεσημέρι από το ξενοδοχείο που μέναμε στο κέντρο της Αθήνας. Διασχίσαμε την πόλη και κατευθυνθήκαμε προς τις φυλακές. Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ’ έναν χώρο στάθμευσης έξω από τη γυναικεία πτέρυγα και προχωρήσαμε προς μια βαριά σιδερένια πόρτα, η οποία άνοιξε αμέσως και έκλεισε πίσω μας μόλις μπήκαμε μέσα. Μας υποδέχτηκαν δυο γυναίκες αξιωματικοί, οι οποίες φάνηκε πως γνωρίζονταν με τους συνοδούς μου. Προχωρήσαμε μέσα από έναν διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες στη δεξιά του πλευρά και μεγάλα παράθυρα, που έβλεπαν σε μια ανοιχτή αυλή, στην άλλη, προς την αίθουσα ψυχαγωγίας, όπως λεγόταν. Εκεί βρίσκονταν κιόλας μαζεμένες αρκετές γυναίκες, ενώ άλλες έρχονταν κι έπαιρναν θέση στα χαμηλά και χωρίς πλάτη καθίσματα που ήταν τοποθετημένα ακανόνιστα μέσα στην αίθουσα. Τελικά μαζεύτηκαν καμιά σαρανταριά, μπορεί και περισσότερες. Αυτές θα ήταν το ακροατήριό μου κι εγώ θα τους μιλούσα για ποίηση.

Μαζί με τον Σταύρο και την Άννα πήραμε τη θέση μας μπροστά από ένα τετράγωνο τραπέζι, γύρω από το οποίο υπήρχαν τρεις κανονικές ξύλινες καρέκλες. Στην πλευρά της αίθουσας που βρισκόταν στα αριστερά μας υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην ίδια εσωτερική αυλή, η οποία φαινόταν από τον διάδρομο. Από εκείνο το παράθυρο έμπαινε το φως που φώτιζε την αίθουσα. Στην αυλή κυκλοφορούσαν μερικές γυναίκες, αυτές που δεν θέλησαν να έρθουν στη συνάντηση, αφού η συμμετοχή ήταν εθελοντική.

Πριν αρχίσω την ομιλία μου, για την οποία είχα αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσω γραπτό κείμενο, κοίταξα ξανά το ακροατήριο: ήταν όλες γυναίκες, διαφορετικής ηλικίας και εμφάνισης, κάποιες ήταν επιδεικτικά ατημέλητες και απεριποίητες και κάποιες άλλες ήταν εντελώς το αντίθετο, βαμμένες και περιποιημένες, με φροντισμένη ενδυμασία. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιες πολύ όμορφες, πράγμα που ένας άντρας δεν μπορούσε να αφήσει να περάσει απαρατήρητο. Υπήρχαν και μερικές που εμφανίστηκαν, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, με υπερβολικά ανοιχτά ντεκολτέ είτε υπερβολικά κοντές φούστες και κάθισαν με τρόπο ώστε να προκαλέσουν και να τραβήξουν τα βλέμματά μας. Τουλάχιστον εμάς, των δύο ανδρών, που βρισκόμασταν στην αίθουσα. Όπως με είχαν ενημερώσει οι συνοδοί μου καθώς κατευθυνόμασταν προς τις φυλακές, οι πιο πολλές γυναίκες βρίσκονταν εκεί για ναρκωτικά, κάποιες για ερωτικές ιστορίες και εγκλήματα πάθους, ακόμη και για φόνους. Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν και θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο.

Ο Σταύρος με παρουσίασε στο ακροατήριο, με λίγα βιογραφικά σε συντομία και χωρίς υπερβολές, όπως είχαμε συνεννοηθεί, και μπήκα κατευθείαν στο θέμα. Μιλούσα έχοντας μπροστά μου πάνω στο τραπέζι κάποιες σημειώσεις και μερικά φύλλα με ποιήματα, τα οποία ήθελα να διαβάσω:

«Η ποίηση προσεγγίζει, μελετά και γνωρίζει τον κόσμο μ’ έναν δικό της τρόπο. Τον προσεγγίζει μέσα από λέξεις και εικόνες συγκινησιακά φορτισμένες, που συχνά κρύβουν μέσα τους τα στοιχεία του ξαφνικού και του παράδοξου, ή που αποκαλύπτουν πολλές φορές διάφορα επάλληλα στρώματα νοημάτων. Είναι τα νοήματα που ταυτίστηκαν και ενσωματώθηκαν μέσα στις λέξεις στους αιώνες της χρήσης τους από ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών περιόδων και κοινωνικών πραγματικοτήτων…. Η ποίηση είναι μια άλλη ματιά στον κόσμο. Μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο ανοίγει κάποιες διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής μας… Να, στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατεβεί στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει…»

Στο σημείο αυτό διάβασα κάποιους στίχους από το ποίημα. Μερικές γυναίκες παρακολουθούσαν με προσοχή, άλλες άκουγαν σιωπηλά. Εξαίρεση αποτελούσε μια νέα, ψηλή και λεπτή γυναίκα με ωραίο πρόσωπο, που καθόταν μόνη, βυθισμένη στον εαυτό της, και δάκρυζε. Την κοίταζα και σκεφτόμουν πως δεν ήταν δυνατό να τη συγκίνησε τόσο πολύ ο Μαγιακόφσκι. Μάλλον κάτι άλλο θα την απασχολούσε, και το όλο κλίμα που είχε διαμορφωθεί την έκανε να το νιώθει πιο έντονα.

Ενώ μιλούσα, ένιωθα τα βλέμματα των ακροατριών μου να με εξερευνούν επίμονα. Δεν κοίταζαν έναν ομιλητή, αλλά έναν άντρα. Σίγουρα είχε δίκιο ο Σταύρος όταν μου είπε πως καλύτερα να μην μας συνόδευε η γυναίκα μου, στην κατάσταση της προχωρημένης εγκυμοσύνης που βρισκόταν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τόσο ο ίδιος όσο και η Άννα συνόδευαν ομιλητές στις γυναικείες φυλακές. Ήταν ωστόσο η πρώτη φορά που το θέμα της ομιλίας αφορούσε τη λογοτεχνία, και ήταν περίεργοι να δουν τις αντιδράσεις των φυλακισμένων γυναικών. Μερικές έσκυβαν μπροστά, έτσι που τα στήθη τους να προβάλλονται μέσα από το βαθύ ντεκολτέ τους, άλλες μετακινούνταν ή άλλαζαν τη στάση που κάθονταν, αποκαλύπτοντας όσο περισσότερο μπορούσαν τα γυμνά τους πόδια. Σκεφτόμουν πως η στάση και η συμπεριφορά τους πρόδιδε τις σκέψεις, ίσως και τις φαντασιώσεις που έτρεφαν μέσα τους.

Κάποια στιγμή, μία από τις όμορφες νεαρές γυναίκες ζήτησε τον λόγο:

«Μήπως ο ποιητής έπαιρνε κάποιο ναρκωτικό, κάτι σαν LSD;» ρώτησε.

Ομολόγησα πως δεν γνώριζα αν ο ποιητής έπαιρνε ναρκωτικά και αν την εποχή εκείνη, αρχές του 20ού αιώνα, υπήρχε τέτοιο ναρκωτικό. Μια άλλη γυναίκα, κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, που φαινόταν να διαθέτει κάποια μόρφωση, είπε πως την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αυτό το ναρκωτικό. Τότε η πρώτη παρατήρησε πως ναι, πιθανόν να μην υπήρχε, αλλά ο ποιητής θα πρέπει να είχε βρει κάποια δική του φόρμουλα, που έδινε το ίδιο αποτέλεσμα, αφού και αυτή, ύστερα από κάποια δόση LSD, είχε αναφέρει και κάποιους αριθμούς, δοκίμασε ακριβώς την ίδια εμπειρία που περιγράφεται στο ποίημα. Την είχε επισκεφτεί ο ήλιος, με τη μορφή ολόλαμπρου νέου, στο δωμάτιό της.

Στη συνέχεια κάποιες άλλες γυναίκες πήραν τον λόγο και άρχισαν να περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες από τις συναντήσεις τους με τον ήλιο. Όλα αυτά έκαναν τη δική μου δουλειά ως ομιλητή πολύ πιο εύκολη, αλλά και ενδιαφέρουσα. Αντί να διδάξω, διδασκόμουν ο ίδιος…

Η Άννα, ως κοινωνιολόγος, παρακολουθούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον τη συζήτηση και σημείωνε κάτι στο ημερολόγιο που κρατούσε.

Ξαφνικά η αίθουσα γέμισε φως. Στο πλατύ ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην εσωτερική αυλή των φυλακών εμφανίστηκε ο ήλιος, ο οποίος έμπαινε ολόλαμπρος και στη δική μας αίθουσα.

«Να και ο ήλιος» είπα», «μπήκε και στο δικό μας δωμάτιο».

Κάποιες χαμογέλασαν, άλλες κοίταζαν σιωπηλές, και η κουβέντα μας συνεχίστηκε με την ανάγνωση και τον σχολιασμό άλλων ποιημάτων.

Η συνάντησή μας κράτησε δύο σχεδόν ώρες, λίγο περισσότερο απ’ όσο προβλεπόταν, και μάλλον πήγε καλά. Ήταν όλες οι γυναίκες εκεί, εκτός από τη νέα εκείνη που δάκρυζε και η οποία, σε κάποιο στάδιο της ομιλίας, σηκώθηκε και σχεδόν κλαίγοντας βγήκε από τη αίθουσα. Την είδα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Εξάλλου, τι μπορούσα να κάνω; Όλες ήταν ελεύθερες να μείνουν ή να φύγουν.

Κι όμως, εκείνη η νέα και όμορφη γυναίκα με τα δακρυσμένα μάτια ήταν που ακύρωσε, με ό,τι ακολούθησε, κάθε αίσθηση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας.  Γιατί, φεύγοντας, δίπλα ακριβώς από τη βαριά σιδερένια πόρτα απ’ όπου είχαμε μπει, καθόταν πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα, φρουρούμενη από δύο γυναίκες δεσμοφύλακες, η ίδια εκείνη γυναίκα. Είχε τα δυο της χέρια τυλιγμένα με χοντρές γάζες γύρω από τους καρπούς. Το αίμα είχε βάψει τις γάζες και το ελαφρύ της φόρεμα.

«Έκοψε τις φλέβες της πριν από λίγο» είπε μία από τις γυναίκες δεσμοφύλακες.

«Απόπειρα αυτοκτονίας» πρόσθεσε ή άλλη, «ευτυχώς την προλάβαμε, περιμένουμε το νοσοκομειακό να την πάρει».

Βγήκαμε από τη σιδερένια πόρτα που έκλεισε πίσω μας με μεταλλικό θόρυβο.

Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τους ψηλούς τοίχους της φυλακής.

Γιώργος Μολέσκης

Από το βιβλίο Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, διηγήματα

Εκδόσεις ΒΑΚΧΙΚΟΝ, Αθήνα 2017, Δεύτερη έκδοση 2019

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε το 1946 στο χωριό Λύση της επαρχίας Αμμοχώστου. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Εργάστηκε  στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, της Εθνικής Επιτροπής Κύπρου για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας και της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Δημοσίευσε μελέτες και δοκίμια για τη λογοτεχνία και εξέδωσε δεκατρείς ποιητικές συλλογές, τρία βιβλία πεζογραφίας και πέντε βιβλία με μεταφράσεις ποίησης. Βιβλία του μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε διάφορες χώρες. Τιμήθηκε με Κρατικό έπαινο και Κρατικό βραβείο ποίησης της Κύπρου, με το Μετάλλιο Πούσκιν της Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων και με το Βραβείο Γ.Φ. Πιερίδης της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Είναι Επίτιμο Μέλος της Κρατικής Ακαδημίας Σλαβικού Πολιτισμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του Συνδέσμου Πλουτισμού Ελλάδας Κύπρου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s