Γιατί ο Αμαζόνιος δεν ανήκει στην Βραζιλία και γιατί ο εμβολιασμός δεν είναι ατομική υπόθεση

Γράφει ο Ηλίας Ιωακείμογλου

Όταν τον Απρίλιο του 1919 καταγράφηκαν στην ΕΣΣΔ 186 χιλιάδες κρούσματα ευλογιάς, ο Λένιν δεν άρχισε τις διαπραγματεύσεις με αρνητές των εμβολίων, ψεκασμένους, και ναρκισιστές που υποφέρουν από μεταφυσικούς φόβους για την πολύτιμη ύπαρξή τους, αλλά υπέγραψε το διάταγμα για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά της ευλογιάς. Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, απετέλεσε τον κυριότερο παράγοντα καταπολέμησης της νόσου στην ΕΣΣΔ και μέχρι το 1936 η ευλογιά είχε εξαφανιστεί. Νωρίτερα, μέχρι το 1926, το σοβιετικό καθεστώς είχε μηδενίσει τα κρούσματα χολέρας, τα οποία ανέρχονταν σε περίπου 40 χιλιάδες ετησίως κατά το 1919-21. Θα μπορούσε κάποιος να συνεχίσει με πολλά παρόμοια ακόμη παραδείγματα της Σοβιετικής πρακτικής των εμβολιασμών. 

Τι είχε λοιπόν στο μυαλό του ο Λένιν όταν ανάγκαζε έναν ολόκληρο λαό να υποστεί το βασανιστήριο του αναγκαστικού εμβολιασμού; Για να απαντηθεί αυτό, θα χρειαστούμε τώρα μια παραβολή.

Γιατί ο Αμαζόνιος δεν ανήκει στην Βραζιλία

Αρκεί να κοιτάξεις τον χάρτη, ο Αμαζόνιος ανήκει στην Βραζιλία, δεν χωράει αμφιβολία, το δάσος είναι εκεί, πίσω από τα σύνορα. Ο Μπολσονάρο και οι υπουργοί του, κοιτάζοντας και αυτοί τον χάρτη, αυθορμήτως αναγνωρίζουν αυτό το δάσος ως ιδιοκτησία του Έθνους και ευθύς δηλώνουν ότι “δικό τους είναι και ό,τι θέλουν θα το κάνουν”, και όντως το αποψιλώνουν και το βιάζουν παντοιοτρόπως.

Ο Αμαζόνιος όμως είναι παγκόσμιο κοινό αγαθό για τον εξής απλό λόγο: οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το κράτος της Βραζιλίας, την κυβέρνησή της και τον κάθε Μπολσονάρο σχετικά με το δάσος, έχουν επιπτώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, και όταν πρόκειται για αποφάσεις καταστροφής τμημάτων του Αμαζονίου, βρισκόμαστε μπροστά σε συστημικό κίνδυνο που αναπτύσσεται μέσω των κλιματικών και περιβαλλοντικών διασυνδέσεων του δάσους με τον πλανήτη. Ο Αμαζόνιος, λοιπόν, λόγω του μεγέθους του και των χαρακτηριστικών του, είναι απαραίτητος για την κλιματική ισορροπία του πλανήτη. Για τον λόγο αυτό, ο Μπολσονάρο δεν θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το δάσος· και όμως, ο Μπολσονάρο επιμένει πως εφόσον ο Αμαζόνιος βρίσκεται εντός των συνόρων της Βραζιλίας, και αυτή είναι η αυλή του, κανείς δεν δικαιούται να του πει τι θα κάνει με το δάσος του.

Δικαιούμαστε, λοιπόν, εμείς, οι υπόλοιποι, να επιβάλλουμε στον Μπολσονάρο να μην καταστρέφει τον Αμαζόνιο παρόλο που αυτός βρίσκεται εντός των εθνικών συνόρων της Βραζιλίας.

Χιλιάδες μικροί Μπολσονάρο

Θα μπορούσαν άραγε οι αρνητές των εμβολίων, οι υπερευαίσθητοι ναρκισιστές που φοβούνται το εμβόλιο, και όλοι οι άλλοι που δηλώνουν ότι δεν θέλουν να εμβολιαστούν, να αντιληφθούν την ταυτότητα που υπάρχει μεταξύ της δικής τους λογικής και της λογικής του Μπολσονάρο αναφορικά με τον Αμαζόνιο;

Είναι μήπως σε θέση να καταλάβουν ότι αυτοί διαχειρίζονται, ο καθένας τους ξεχωριστά, το δικό του σώμα, τον δικό του “Αμαζόνιο” που “είναι δικός τους και θα τον κάνουν ό,τι θέλουν” και ότι με την άρνησή τους δημιουργούν συστημικό κίνδυνο για την υγεία όλων, των εμβολιασμένων συμπεριλαμβανομένων;

Είναι, άραγε, σε θέση να κατανοήσουν την έννοια του συστημικού κινδύνου και ότι από την διαχείριση της δικής τους υγείας εξαρτάται η υγεία όλων, ακόμη και των εμβολιασμένων καθώς βρισκόμαστε σε μια κούρσα ταχύτητας μεταξύ του εμβολιασμού και των μεταλλάξεων του ιού; Με άλλα λόγια, μπορούν μήπως να καταλάβουν ότι παρατείνουν την περίοδο της πανδημίας και ότι αυξάνουν έτσι τον κίνδυνο να προκύψει μια παραλλαγή του ιού που δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τα υπάρχοντα εμβόλια;

Καταλαβαίνουν μήπως ότι αν δεν φτάσουμε σύντομα σε ποσοστό εμβολιασμένου πληθυσμού 80-85% δεν θα υπάρξει ανοσία; 

Και η ερώτηση των ερωτήσεων: είναι άραγε διατεθειμένοι και ικανοί να καταλάβουν ο,τιδήποτε, μα ο,τιδήποτε, από τα παραπάνω;

Για να απαντήσουμε την ερώτηση αυτή ας θυμηθούμε δύο μεγάλες αλλαγές που υπέστη η ελληνική κοινωνία στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού: 

Πρώτον, μετά από τριάντα χρόνια αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού έχει εμπεδωθεί σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ιδιαίτερα στον λαό της Δεξιάς, και σε μικρότερο βαθμό (όσο οδυνηρό και αν είναι να το λέμε) σε ένα τμήμα του λαού της Αριστεράς, η παρότρυνση της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι πρέπει να φροντίζουμε τον εαυτό μας και την οικογένειά μας, και αν περισσέψει κάτι ας φροντίσουμε μετά και τον γείτονα· όσο για αυτόν, τον γείτονα, ήταν εκεί για ξεκάρφωμα· εξαφανίστηκε από την παρότρυνση καθώς περνούσαν τα χρόνια και κέρδιζε έδαφος ο αχαλίνωτος νεοφιλελευθερισμός. Να φροντίζετε λοιπόν τον εαυτό σας και την οικογένειά σας, λέει ο νεοφιλελευθερισμός, και από αυτό θα προκύψει το γενικό συμφέρον· έτσι ισχυρίζεται, αυτές είναι οι αξίες του. Έχει διαμορφωθεί λοιπόν μια κοινωνική πλειοψηφία που ζει και πορεύεται φροντίζοντας ο καθένας τον εαυτό του, και η οποία περιλαμβάνει τον λαό της Δεξιάς στην πλειονότητά του αλλά και μια μερίδα του λαού της Αριστεράς (είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε πόσο μεγάλη είναι αυτή· πάντως σήμερα, βοά το αριστερό φέησμπουκ από κάθε είδους νεοφιλελεύθερα αντι-εμβολιαστικά επιχειρήματα).

Δεύτερον, θα πρέπει επίσης να δεχθούμε στο σημείο αυτό ότι έχουμε υποστεί ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, και με αυξανόμενη ένταση καθώς εδραίωνε την εξουσία του ο νεοφιλελευθερισμος, μια διαδικασία γενικής απομόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας και απαξίωσης της επιστημονικής γνώσης. Οι επιθέσεις απαξίωσης από τμήματα της Αριστεράς εναντίον της επιδημιολογίας, της καραντίνας και των εμβολίων είναι συμπτώματα, μεταξύ άλλων, και αυτής της διαδικασίας απομόρφωσης.
Με αυτά τα δύο δεδομένα μπορούμε να αναρωτηθούμε ξανά:

Είναι άραγε διατεθειμένοι και ικανοί να καταλάβουν όσοι δεν θέλουν να εμβολιαστούν, έστω όσοι εξ αυτών αναφέρονται στην Αριστερά, ότι δεν μπορούν να είναι μικροί Μπολσονάρο, στην δική τους μικρή κλίμακα; Είναι μήπως εφικτό να θυμηθούν ότι για την αριστερή μας παράδοση η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα αλλά από ένα σύνολο κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών, πολιτισμικών σχέσεων που συγκροτούν σύστημα, και ότι ένα σύστημα εξ ορισμού αν το αγγίξεις σε ένα σημείο του παράγεις αποτελέσματα σε όλο το μήκος και όλο το πλάτος του; Μπορούν επομένως να καταλάβουν ότι ο εμβολιασμός δεν είναι ατομική υπόθεση;

Οι αισιόδοξοι, παραμένοντας πιστοί στην θετική γνώμη που γενικά διατηρεί η Αριστερά για τους ανθρώπους, θεωρούν ότι πρέπει να υπάρξει μια επίμονη προσπάθεια να εξηγηθούν σε όσους δεν θέλουν να εμβολιαστούν όσα πράγματι ισχύουν για αυτά, ώστε τελικά να εμβολιαστούν για να φτάσουμε σε ποσοστό εμβολιασμένου πληθυσμού 80-85% και έτσι να επιτύχουμε ανοσία.

Οι απαισιόδοξοι, νομίζουν ότι η προσπάθεια αυτή είναι μάταιη και ότι θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι η σχέση μας με τον κόσμο αυτόν της Αριστεράς που είναι εχθρικός ή απορριπτικός έναντι του εμβολιασμού σήμερα και της καραντίνας εχθές, είναι ανταγωνιστική, δεν είναι δηλαδή από εκείνες τις αντιθέσεις που ο Μάο Τσετούνγκ ονόμαζε “αντιθέσεις στους κόλπους του λαού” και οι οποίες λύνονται με τον διάλογο αλλά είναι αντίθεση ανταγωνιστική, που οδηγεί στην πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση και μας αφήνει σαν τελευταία ορθολογική επιλογή τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, ακριβώς όπως ο Μπολσονάρο αφήνει στην ανθρωπότητα ως τελευταία επιλογή να τον αναγκάσει να σταματήσει την καταστροφή του Αμαζονίου.

*Το άρθρο του συντρόφου Ηλία Ιωακείμογλου πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Commune, στις 4 Ιούλη 2021. Το αναδημοσιεύουμε στην ΚΟΚΚΙΝΗ με την άδεια του συγγραφέα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s