Εγώ, συντρόφισσά μου, σε εμπιστεύομαι

Μια συζήτηση για την ποσόστωση γυναικών και θηλυκοτήτων

στον χώρο της αντιρατσιστικής και κινηματικής Αριστεράς,

που μένει εκκρεμής και ανολοκλήρωτη

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος      

Μια απαράδεκτη κατάσταση που διαιωνίζεται

Στην καινούργια κινηματική χρονιά που ξεκινά, μια σειρά εκδηλώσεις άρχισαν ήδη να πραγματοποιούνται ή να προγραμματίζονται.

Σε όλες σχεδόν τις ανοιχτές συζητήσεις, των προηγούμενων ετών, έχει καθιερωθεί μια πολύ προβληματική παράδοση: Στα πάνελ κάθε δημόσιας κουβέντας κυριαρχούν συντριπτικά οι άντρες σύντροφοι. Και οι γυναικείες παρουσίες, όταν υπάρχουν, περιορίζονται πολύ συχνά στον ρόλο της συντονίστριας, που απλώς δίνει τον λόγο στους εισηγητές και στο ακροατήριο. Είναι ελάχιστοι οι πολιτικοί χώροι στην Αριστερά και στο κίνημα που αντιμετωπίζουν τις συντρόφισσες ως πραγματικά ισότιμες με τους άντρες συντρόφους στον δημόσιο πολιτικό λόγο.

Αυτή η εικόνα είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αντεστραμμένη σε όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες μέσα στο κίνημα. Παντού: στον δρόμο, στους αγώνες, στις πρακτικές δουλειές, σε κάθε περίπτωση όπου απαιτείται προσφορά, οι συντρόφισσες είναι πάντα παρούσες, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με τους άντρες συντρόφους. Συχνά και σε μεγαλύτερο βαθμό.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συμβαίνει κάθε χρόνο σε σχέση με τις αναλήψεις, τις διαθεσιμότητες που απαιτούνται για να βγει εις πέρας το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη. Παντού, σε κάθε πόστο, οι συντρόφισσες αναλαμβάνουν καθήκοντα σε ποσοστά που ξεπερνούν κατά πολύ το 50%. Στο στήσιμο και ξεστήσιμο του Φεστιβάλ, στα κουβαλήματα, στις νυχτερινές περιφρουρήσεις, στη διαχείριση των οικονομικών, στην οργάνωση, στον σχεδιασμό του πολιτικού και πολιτιστικού προγράμματος, σε κάθε εργασία που απαιτεί σκληρή σωματική επιβάρυνση, οι συντρόφισσες συμμετέχουν και προσφέρουν απολύτως ισότιμα.

‘Παραδόξως’ σε αυτές τις κινηματικές δουλειές φαίνεται να μην χρειάζεται η ποσόστωση. Φαίνεται να μην χρειάζεται η ενθάρρυνση των συντροφισσών να συμβάλλουν σε μια συλλογική υπόθεση, διαθέτοντας όλη την ενέργεια και τον χρόνο τους. Οι γυναίκες έχουν τον πρώτο λόγο όπου χρειάζεται εθελοντικό δόσιμο και δέσμευση, όπου χρειάζεται να καταβληθεί κόπος και να επιδειχθεί αφοσίωση. Αλλά έχουν τον τελευταίο λόγο εκεί όπου εκφέρεται πολιτικός λόγος, εκεί όπου εισηγούνται αναλυτές «με κύρος». 

Κάθε φορά, όμως, που επισημαίνεται στις οργανώσεις της Αριστεράς να σκεφτούν την ποσόστωση, την αναλογική εκπροσώπηση φύλου στις δημόσιες συζητήσεις, ξεσηκώνεται απίστευτη αντίδραση.

Σε ποια θέση να σταθούμε

Οι θετικές διακρίσεις είναι εντελώς απαραίτητες για ένα μαζικό κίνημα της Αριστεράς. Ακριβώς γιατί αυτό συνεπάγεται πως η Αριστερά θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες. Και μία από τις βασικότερες προτεραιότητες είναι να στηρίξει τα πλάσματα που παραμένουν «στη σκιά», όσες και όσους βιώνουν τις μεγαλύτερες διακρίσεις, όσες και όσους υφίστανται πιο έντονα τη συνολικότερη αδικία και εκμετάλλευση. Μία από τις βασικότερες προτεραιότητες είναι να σταθεί στο πλευρό και να αναδείξει όσες, όσα και όσους έχουν τις λιγότερες ευκαιρίες.

«Η κάθε μαγείρισσα να μπορεί να κυβερνά το κράτος», έτσι όριζε ο Λένιν τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτό σημαίνει πως πρέπει η μαγείρισσα να έχει περισσότερες ευκαιρίες και υποστήριξη, από αυτούς που είναι πιο «ξεσκολισμένοι» και «καταφερτζήδες» στον δημόσιο λόγο. Από αυτούς που έχουν περισσότερο χρόνο και λιγότερες υποχρεώσεις για να αναλάβουν να εισηγούνται τα βαρυσήμαντα. Αλλιώς, η διακήρυξη αυτή του Λένιν θα καταντά να αποκτά την ίδια αξία με τις κούφιες κουβέντες των παπάδων για μετά θάνατον ζωή και Δευτέρα Παρουσία.

Όσο για το αν η ποσόστωση είναι αρκετή, νομίζω πως δεν υπήρξε ποτέ κάποιο οργανωτικό μέτρο που να έλυσε από μόνο του πολιτικά προβλήματα. Και κανένα πολιτικό πρόβλημα δεν λύθηκε ποτέ μέσα στην Αριστερά χωρίς πλατιά συζήτηση και ανοιχτές αντιπαραθέσεις ξανά και ξανά. Πόσο μάλλον η ανισότητα και η ανισοτιμία των γυναικών προς τους άντρες, που είναι η πιο βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία κατάρα που σέρνει η ανθρωπότητα από την αρχή των ταξικών κοινωνιών.

Καθήκον της επαναστατικής Αριστεράς, που αξίζει πραγματικά το όνομά της, είναι να μην κλείσουμε τα μάτια, αλλά απεναντίας να δώσουμε χιλιάδες φορές τη μάχη, «εξηγώντας υπομονετικά» για να παραθέσω και πάλι έκφραση του Λένιν, σχετικά με την αναγκαιότητα των θετικών διακρίσεων υπέρ των γυναικών και των θηλυκοτήτων, μέσα στις οργανώσεις και τα κινήματα. Και άρα να υπερασπίσουμε την ποσόστωση σαν ένα απόλυτα αναγκαίο –αλλά καθόλου επαρκές- μέτρο στον δρόμο για την ισότητα όλων μέσα στις συλλογικότητες και τις πολιτικές ομάδες. 

Άρα, τι κάνουμε;

Πρώτα από όλα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να επιχειρήσουμε να κάνουμε, όπου μπορούμε, υποχρεωτική την ποσόστωση, έστω σε ένα ποσοστό 33%, στα δημόσια πάνελ της Αριστεράς. Μια μη υποχρεωτική ποσόστωση είναι μονάχα ευχολόγιο, μια ανώδυνη διακήρυξη που δεν λύνει απολύτως κανένα πρόβλημα. Θα χρειαστεί να ξεβολευτούν οι πολιτικές οργανώσεις. Και θα είναι ιδιαίτερα παιδαγωγικό για όλους, όλα και όλες, ακόμη και να ακυρωθούν εκδηλώσεις που δεν πετυχαίνουν ένα ελάχιστο όριο, π.χ. 33%, στα πάνελ τους.

Μα, πιο σημαντικό από το κάθε τι, θα είναι να αρχίζει να δημιουργείται -σε μια σειρά έστω πολιτικές συλλογικότητες- ένα δίχτυ ενδυνάμωσης και μια παράδοση ενίσχυσης των συντροφισσών που θα αναλαμβάνουν να εκφέρουν δημόσιο λόγο, από το σύνολο της κάθε οργάνωσης. Όχι απλώς να «πετιούνται» κάποιες συντρόφισσες στα πάνελ, μόνο και μόνο για να βγει η υποχρέωση της ποσόστωσης. Αλλά να στηρίζονται με επιπλέον υλικό, σεμινάρια εντός των οργανώσεων/συλλογικοτήτων και ουσιαστική, υπομονετική προετοιμασία. Και πάνω απ’ όλα, να ενθαρρύνονται οι συντρόφισσες με ενθουσιασμό στο να εκφωνήσουν τον δημόσιο λόγο της κάθε οργάνωσης και να ξεδιπλώσουν τις πολιτικές της αναλύσεις. Να είναι οι γυναίκες και θηλυκότητες το καμάρι της κάθε συλλογικότητας κάθε φορά που αποτελούν το δημόσιο πρόσωπό της.

Πάνω στο ζήτημα της ενδυνάμωσης των συντροφισσών μέσα σε μια πολιτική συλλογικότητα της Αριστεράς, πάρα πολλά έχει να μας διδάξει η παράδοση του κόμματος των μπολσεβίκων στην επαναστατημένη Ρωσία του 1917. Πρόκειται για μια παράδοση ουσιαστικά ξεχασμένη και θαμμένη κάτω από την ταφόπλακα του σταλινισμού. Μόνο για αυτήν την τόσο άδικα αποσιωπημένη ιστορία αξίζουν να γραφτούν πάρα πολλά άρθρα, σε σχέση με τα πολύ λίγα κείμενα που κυκλοφορούν σήμερα. Ενδεικτικά παραθέτω εδώ τον σύνδεσμο από το εξαιρετικό άρθρο της Κικής Σταματόγιαννη «Zenotdel: Γυναικείο Γραφείο Μπολσεβίκων».

Όμως να σημειώσω εδώ: Η μπολσεβίκικη παράδοση στήριξης και ενδυνάμωσης των συντροφισσών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη νιρβάνα, τη ρουτίνα και τη στάση «business as usual» των περισσότερων συλλογικοτήτων της Αριστεράς, που δημόσια -με κάθε αφορμή- πίνουν νερό στο όνομα των μπολσεβίκων και του Λένιν. Ακόμη και του Τρότσκι.            

Η σημερινή κινηματική και ριζοσπαστική Αριστερά

Φυσικά, η ποσόστωση ακόμα και αυτού του ελάχιστου 33% υπέρ των γυναικών φέρνει σε αμηχανία πολύ συχνά τις οργανώσεις της κινηματικής Αριστεράς. Επειδή τις αναγκάζει να έρθουν κατάματα με το πρόβλημα της μη ανάδειξης των γυναικών ως στελέχη αυτών των συλλογικοτήτων. Στις περισσότερες οργανώσεις, οι γυναίκες σπάνια παράγουν και εκφέρουν πολιτικό λόγο. Θεωρητικά, οι συντρόφισσες διαθέτουν τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες συντρόφους στη διατύπωση των απόψεών τους στο εσωτερικό των συλλογικοτήτων και στην ψήφο τους στην εκλογή των οργάνων. Όμως, στην πράξη, τα στελέχη που προωθούνται, είναι μόνιμα οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι. Πρόσωπα «αναγνωρισμένου κύρους» που δεν αμφισβητούνται ποτέ και που, βέβαια, είναι – κατά κανόνα – άντρες.     

Το πρόβλημα της μη ανάδειξης γυναικών και θηλυκοτήτων ως στελεχών των οργανώσεων της κινηματικής Αριστεράς είναι κομμάτι ενός ευρύτερου προβλήματος. Δεν αναδεικνύονται γενικότερα νέα στελέχη. Δεν εκπαιδεύονται γενικότερα νέα ηγετικά στοιχεία, η –όποια- πολιτική σκέψη και ανάλυση εκπορεύεται από έναν στενό κύκλο των ίδιων -λίγο πολύ- ανθρώπων, περίπου από το τέλος της μεταπολίτευσης έως σήμερα.

Γι’ αυτό και αυτοί οι ηγέτες «αισθάνονται βαθιά προσβεβλημένοι» από την πρόταση για ποσόστωση των γυναικών.  Διότι η ποσόστωση τούς αποσπά από το βόλεμα στον συνήθη κύκλο τους, με τον συνήθη κόσμο τους, με τις συνήθεις διαδικασίες-τελετουργίες, ίδιες και απαράλλαχτες εδώ και δεκαετίες, που επαναλαμβάνουν μόνιμα ως ψαλμωδία τους στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη:

«Έτσι το βρήκαμε κι έτσι το πάμε

Κι ως να πεθάνουμε εμείς δεν το κουνάμε».  

Η εφημερίδα «Η Κόκκινη» πάντως, δεσμεύεται πως, σε κάθε περίπτωση, θα επιχειρεί να ενδυναμώνει και να στηρίζει όσο το δυνατόν περισσότερο την ανάδειξη γυναικών, θηλυκοτήτων και μελών καταπιεσμένων ομάδων. Τόσο ως συντάκτ(ρι)ες στις σελίδες της, όσο και στις αναλήψεις εισηγήσεων στα πάνελ εκδηλώσεων και συζητήσεων στην Αριστερά και στο ευρύτερο αντισυστημικό κίνημα. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s