«Ήθελα την ελευθερία μου. Την απέκτησα με πολύ κόπο» // Αφήγηση μιας μετανάστριας στη Θεσσαλονίκη, επιζήσασας έμφυλης βίας

Μια αφήγηση για τα σημεία όπου τέμνονται η εθνική καταγωγή και η τάξη με το φύλο. Μια αφήγηση για το σημείο όπου διασταυρώνονται η βία του ρατσισμού με την έμφυλη βία της σωματικής κακοποίησης, την ταξική βία και την οικονομική εκμετάλλευση

Αφηγείται η Λένα, μετανάστρια από την Αλβανία

Με λένε Λένα. Ήρθα στην Ελλάδα το 1993 από την Αλβανία. Με τα πόδια. Με πήρε ο γαμπρός μου από εκεί, για να καταφέρω να δουλέψω εδώ στην Ελλάδα. Για να ξεφύγω τόσο από τη φτώχεια, όσο και από μια σχέση που είχα. Εκείνος, όταν έλειπε, με έκλεινε μέσα στο σπίτι και δεν μου επέτρεπε να βγαίνω έξω.
Την πρώτη χρονιά βρήκα μια δουλειά σε μια γιαγιά κι έναν παππού και έμενα στης αδερφής μου, που ζούσε εδώ στη Θεσσαλονίκη.
Σιγά-σιγά τα έβγαζα πέρα και κατάφερα να νοικιάσω μόνη μου.
Νόμιζα ότι είχα καταφέρει να ξεφύγω. Όμως ήρθε και με βρήκε εκείνος και με έπεισε να ζήσουμε μαζί και ότι όλα θα πάνε καλά. Στην αρχή φαινόταν ότι πάνε καλά τα πράγματα. Στη συνέχεια, όμως, άρχισε να βρίζει και να φωνάζει ότι τα χρήματα, που βγάζαμε, δεν φτάνουν. Εγώ κατάγομαι από φτωχή οικογένεια, που μεγαλώσαμε όμως με αξιοπρέπεια. Δεν γνώριζα ότι εκείνος, όσο ζούσε στην Αθήνα, έβγαζε εύκολο χρήμα στην παρανομία. Στην αρχή αντιδρούσα στις βρισιές και τις προσβολές. Όμως μετά τις βρισιές ακολούθησαν οι κλωτσιές, οι σφαλιάρες και στο τέλος η βία ήταν καθημερινή. Πολλές φορές μού έσπασε τα πλευρά. Αν δεν έβλεπε αίμα, δεν ηρεμούσε. Περίμενα να δω το πρόσωπό του στην πόρτα όταν γυρνούσε το βράδυ, για να καταλάβω αν θα έτρωγα ξύλο ή όχι.
Με είχε απομακρύνει από την οικογένειά μου. Ήθελε να δουλεύω και να μην έχω σχέση με κανέναν. Δύο φορές προσπάθησα να ξεφύγω, όμως μου υποσχόταν ότι θα αλλάξει και εγώ τον συγχωρούσα. Δύο βήματα μπρος, πέντε πίσω. Με το τωρινό μυαλό καταλαβαίνω ότι έμενα από φόβο.
Έμεινα έγκυος. Στην αρχή χάρηκε, αλλά στη συνέχεια απαιτούσε να κάνω έκτρωση. Εγώ ήθελα το παιδί μου και αρνιόμουν. Μια φορά, όταν ήμουν 3,5 μηνών, με ξέντυσε και με έβαλε στο κρύο νερό στο μπάνιο για να αποβάλω. Γέννησα μόνη μου το παιδί μου. Εκείνος τότε ήταν φυλακή. Στην Αθήνα.
Μετά τη γέννα ήταν πολύ δύσκολα. Το παιδί γεννήθηκε με ένα πρόβλημα στο χέρι και οι γιατροί πίστευαν ότι προερχόταν από τον εγκέφαλο. Είχα γίνει 50 κιλά από τη στενοχώρια μου. Από 20 ημερών αρχίσαμε φυσικοθεραπείες. Έπρεπε να συνδυάζω δουλειά και φυσικοθεραπείες. Μέχρι 3,5 μηνών έπαιρνα μαζί μου το παιδί στη δουλειά. Οι περισσότεροι το δέχονταν. Αυτοί οι άνθρωποι με στήριξαν τότε που είχα μεγάλη ανάγκη. Πολλές φορές μού αγοράζαν γάλα για το παιδί
Μετά εκείνος βγήκε από τη φυλακή. Ήρθε και ζήτησε να τον συγχωρήσω. Ήμουν μάνα, είχα ένα παιδί και ήθελα να ελπίζω ότι θα αλλάξει. Όμως όλα ξανά από την αρχή. Μου έπαιρνε τα χρήματα που έβγαζα, για να αγοράζω τα χρειαζούμενα για το παιδί μου. Παρόλα αυτά τον ακολούθησα στην Αθήνα και μετά στην Αλβανία, όταν τον απέλασαν. Εκεί ήταν τα τελευταία δάκρυα. Αποφάσισα να τον αφήσω και να επιστρέψω στην Ελλάδα. Το 1999, με το παιδί μου 2 χρονών, με αλλαγμένο όνομα και πλαστό διαβατήριο, επιστρέφω στην Ελλάδα. Στην Αλβανία, ανύπαντρη μητέρα με ένα παιδί, θα ήμουν δακτυλοδεικτούμενη. Δεν θα μπορούσα να ζήσω.
Γιατί τα άντεξα όλα αυτά; Εκείνη η εικόνα που έχει μείνει μπροστά στα μάτια μου είναι ο μπαμπάς μου που έδερνε συνέχεια τη μαμά μου. Χωρίς λόγο, χωρίς εκείνη να αντιδρά. Τα αδέρφια μου που μας βάζαν τις φωνές κάθε λίγο, ο αδερφός μου που με σταμάτησε από το κολυμβητήριο, μου απαγόρευσε τα παντελόνια. Μου απαγόρευσε να κάνω παρέα με μια φίλη μου που είχαν χωρίσει οι γονείς της και η μητέρα της, που εγώ τη θαύμαζα, μεγάλωνε μόνη τα παιδιά της, ενώ ήταν δακτυλοδεικτούμενη από τη μικρή μας κοινωνία. Έφαγα ξύλο για όλα αυτά. Ήθελα να ξεφύγω και έπεσα στα χειρότερα.
Το 2000 νοικιάζω ένα πατάρι στη Θεσσαλονίκη και γυρνάω στην παλιά μου δουλειά. Γύρισα στους ανθρώπους που ήξερα. Εκεί βρήκα ζεστασιά. Στον τομέα της δουλειάς μου ήμουν τυχερή με τους ανθρώπους που συνεργαζόμουν. Αυτό με δυνάμωσε. Ήταν πολλές φορές που μου δίναν φαγητό για εμένα και το παιδί μου. Τα πρώτα χρόνια δεν ήξερα τι σημαίνει ψωνίζω για τον εαυτό μου.
Στη δουλειά ήμουν τυχερή, γιατί συνεργάστηκα με ανθρώπους της μεσαίας τάξης, ακόμη και με φτωχούς (παππούδες, γιαγιάδες, που ζούσαν από μια σύνταξη). Μου φερόντουσαν με οικειότητα και καλοσύνη. Μου λέγανε: «Κάτσε να πιούμε έναν καφέ». Εργάστηκα και σε πλούσιες οικογένειες, αλλά δεν κόλλησα μαζί τους. Το μόνο που μετρούσε γι’ αυτούς ήταν η δουλειά μου. Χωρίς ούτε μια κουβέντα οικειότητας. Με τραβούσαν οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης, γιατί εκεί έβρισκα αυτό που μου έλειπε. Την οικογένειά μου. Την αγάπη που χρειαζόμουν.
Εγώ ρατσισμό, στο πρόσωπό μου, όχι δεν γνώρισα. Τον γνώρισα όμως στο πρόσωπο του γιου μου. Απ’ τη μεριά της διευθύντριας του Λυκείου, στο οποίο πήγαινε. Εκτός από τις αποβολές για το τίποτα, έφτασε στο σημείο να στείλει τον εισαγγελέα με 7 πάνοπλους αστυνομικούς στο σπίτι μου για έρευνα ενώ έλειπα, με το παιδί μου μέσα μόνο του. Μου έκαναν το σπίτι μπάχαλο ψάχνοντας για κάποια πράγματα που είχαν κλαπεί από το σχολείο. Το μέγεθος του ρατσισμού φαίνεται, αν σκεφτεί κανείς ότι έκανε την καταγγελία μόνο εναντίον τριών μαθητών. Από αυτούς οι δυο ήταν αλβανικής καταγωγής και ο ένας ορφανός ελληνικής καταγωγής. Πήραν τα παιδιά μας στην αστυνομία, 17 χρονών, τα ανάκριναν, τους πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα, τα ειρωνεύτηκαν «αν ονειρεύονται μια Μεγάλη Αλβανία», ενώ αυτά έχουν ζήσει και μεγαλώσει στη Θεσσαλονίκη. Τέλος, νομίζω ότι με παρέμβαση της ΕΛΜΕ έγινε επίπληξη στην καθηγήτρια.
Επειδή δυνάμωσα με τη δουλειά μου, ένιωθα ελεύθερη. Είχαν φύγει οι παλιοί φόβοι. Δυνάμωσα και σαν προσωπικότητα. Στις οικογένειες που δούλευα, δημιουργούσα σχέσεις και σιγά-σιγά μάθαινα πού ανήκω. Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που είχαν φτιάξει την οικογένειά τους. Η αγάπη που είχαν μεταξύ τους. Αυτή η ισότητα. Δεν το ζήλευα αυτό το πράγμα. Το θαύμαζα. Και έτσι έφτιαξα μια εικόνα πως έτσι πρέπει να είμαστε στη ζωή. Να είμαστε αγαπημένοι. Να είμαστε ίσοι.
Μου άρεσε να συζητώ με τις φίλες μου για τα γυναικεία ζητήματα, γιατί εγώ αυτά τα είχα ζήσει και είχα πονέσει. Ήθελα κι εγώ να αλλάξω. Έτσι ασχολήθηκα με γυναικείες ομάδες. Άρχισα να κάνω και τη ζωή που μου άρεσε. Όχι μόνο να δουλεύω. Να μαθαίνω περισσότερα. Μέσα από αυτές τις παρέες έμαθα την πραγματικότητα για τη ζωή μου. Δυνάμωσα. Κατάλαβα ότι αυτό που ζούσα ήταν ο φόβος. Προχωράω έτσι δυνατά στη ζωή μου. Ξέρω τι μου αρέσει. Ξέρω τι υποστηρίζω. Έτσι βάζω στόχους. Ένας είναι η ελληνική υπηκοότητα. Το κάνω, γιατί θέλω να στηρίξω τους ανθρώπους που μας στηρίζουν. Και θέλω να το κάνω με την ψήφο μου. Δεν ψήφισα ποτέ στη ζωή μου. Διάβασα πολύ, απέκτησα το πτυχίο Β1, θα αποκτήσω και το Β2. Ήθελα να μάθω να γράφω. Αυτοί που αγαπάω και πιστεύω θέλουν να είμαστε ίσοι.
Ήθελα την ελευθερία μου. Την απέκτησα με πολύ κόπο και πολλά βάσανα. Αλλά τώρα την έχω. Γι’ αυτό συμμετέχω σε πορείες, γι’ αυτό υποστηρίζω τα δικαιώματα των ανθρώπων που υποφέρουν. Γι’ αυτό είμαι δίπλα σας.

*Η Λένα ζει στη Θεσσαλονίκη. Καθαρίζει σπίτια και φροντίζει ανθρώπους, ηλικιωμένους ή άρρωστους.
**Την ιστορία της αφηγήθηκε στην Αγγελική Αυλίδου για λογαριασμό της εφημερίδας «Η Κόκκινη» και είναι δημοσιευμένη στο φύλλο 13 (Οκτώβρης 2021), που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s