Against modern football: Η ψυχολογία του οπαδισμού και του χουλιγκανισμού

Γράφει η Χριστίνα Βαϊζίδου

Από την αρχαιότητα υπήρχαν παιγνίδια, κατά τα οποία δύο ομάδες προσπαθούσαν με κλωτσιές, με σπρωξίματα ή άλλους τρόπους να προωθήσουν μία μπάλα προς την αντίθετη κατεύθυνση και να τη στείλουν στην εστία της αντίπαλης ομάδας. Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν παιχνίδια που έμοιαζαν με το ποδόσφαιρο, με πιο γνωστό τον «Επίσκυρο».

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα παίζονταν διάφορα παιχνίδια, που συνδύαζαν το ράγκμπι και το ποδόσφαιρο, και εξέφραζαν τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε γειτονικές πόλεις ή χωριά ή μεταξύ φατριών της ίδιας πόλης.

Τον 14ο αιώνα, σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης παίζονταν τα «μελέ» (melees), παιγνίδια με μπάλα, που ήταν μια φουσκωμένη ουροδόχος κύστη ζώου, την οποία προωθούσαν με κλωτσιές, σπρωξίματος και με τα χέρια. Περί τα 100 άτομα, προερχόμενα από δύο πόλεις ή γειτονιές, ξεκινούσαν από ένα κεντρικό σημείο και κατευθύνονταν προς την αντίπαλη εστία, που συνήθως ήταν το όριο κάθε πόλης ή γειτονιάς.

Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος Β’ το απαγόρευσε, λόγω των συμπλοκών, στις οποίες συνήθως κατέληγαν. Μεταγενέστεροι μονάρχες το επανέφεραν τον 15ο αιώνα, με κάποιους κανόνες, αλλά χωρίς επιτυχία.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός κανονισμού για το άθλημα που σήμερα ονομάζουμε ποδόσφαιρο γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και οι πρώτοι κανόνες τέθηκαν στην Αγγλία, το 1848 και πήραν την τελική τους μορφή το 1863, που θεωρείται και το γενέθλιο έτος του σημερινού ποδοσφαίρου. Το 1884 επετράπη για πρώτη φορά ο επαγγελματισμός. (βλ. τέλος άρθρου).

Το φαινόμενο του οπαδισμού και η ταυτότητα της ομάδας

Στις μέρες μας, το ποδόσφαιρο αποτελεί σίγουρα μία από τους πιο επικερδείς «βιομηχανίες» της σύγχρονης οικονομίας. Γύρω από το ποδόσφαιρο στήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής αθλητικών ειδών και αξεσουάρ που απευθύνονται σε μια νέα κατηγορία καταναλωτών, τους οπαδούς.

Οι ομάδες και οι παίκτες αξίζουν δισεκατομμύρια και το άθλημα είναι τόσο διαδεδομένο, ώστε οι «πιστοί» του απλώνονται σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης.

Ο οπαδισμός ως φαινόμενο είναι μία μεταβλητή που αλλάζει ως προς την αιτία λατρείας της ομάδας στην πάροδο των χρόνων, παραπέμπει όμως στην έννοια και στην ανάγκη της συλλογικής ταυτότητας, η οποία συγκροτείται μέσω της απόδοσης νοήματος σε ένα αντικείμενο και της πρόσδεσης των μελών μιας ομάδας σε συγκεκριμένα μορφώματα, όπως τα ή αθλητικά σωματεία (Dittmer & Dodds 2008).

Ο οπαδισμός παρέχει τη δυνατότητα μίας συμβολικής εμπειρίας μέσω ενός κοινωνικού, ιστορικού ή πολιτισμικού περιβλήματος: Η επιλογή της ομάδας γίνεται συνήθως σε μικρή ηλικία, με κριτήρια μίμησης, οικογενειακά ή κοινωνικά.

Στην πορεία, οι οπαδοί διανθίζουν την επιλογή τους με επιπλέον κριτήρια. Κάθε αθλητικό σωματείο έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα με όρους ιστορικούς, εθνότητας- εν γένει γεωγραφικούς, κοινωνικής τάξης, πολιτικών πεποιθήσεων ή πολιτισμού.

Η ταυτότητα της ομάδας επέτρεψε στους οπαδούς να τοποθετηθούν μέσω της ταύτισης και ως προς τη δική τους ταυτότητα, π.χ. του πρόσφυγα, του ανθρώπου αριστερών ή δεξιών πεποιθήσεων ή του ανήκοντα σε κατώτερη κοινωνική τάξη. Ο χαρακτήρας αυτός βέβαια ήταν σαφής και υπαρκτός παλιότερα και ξεθώριασε έως εξαφανίστηκε ή ακόμη και μεταλλάχτηκε στην πάροδο των χρόνων, τουλάχιστον στην Ελλάδα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο οπαδισμός συνδέθηκε με τη δράση πολιτικών ομάδων, που κυμαινόταν από νεοφασιστικές συλλογικότητες με ξενοφοβικό και ρατσιστικό λόγο (Testa & Armstrong 2008, Kassimeris 2011) μέχρι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και του αναρχικού χώρου, (Doidge 2013, Spaaij & Viñas 2013). Τα ντέρμπι ανάμεσα στις αντίστοιχες ομάδες μοιάζουν περισσότερο με πολιτική αντιπαράθεση.

Η επιλογή της ομάδας τα τελευταία χρόνια

Τις τελευταίες δεκαετίες βέβαια, το χαρακτηριστικό αυτό έμοιαζε να έχει ατονίσει, ειδικά στην Ελλάδα, στα πλαίσια μίας γενικότερης απολιτικής στάσης της νεολαίας αλλά και της απόλυτης εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου. Παρόλα αυτά, φαινόμενα όπως αυτό της οικονομικής κρίσης φαίνεται να συσπείρωσαν συντηρητικά, ακροδεξιά στοιχεία στους πόλους ορισμένων συλλόγων, οι οποίοι και αποτελούν άλλον ένα μέσο έκφρασης της επιθετικότητας απέναντι στον «άλλο».

Τα τελευταία χρόνια βέβαια, στο πλαίσιο ίσως του γενικότερου εκφυλισμού της αίσθησης της ταυτότητας και της γενικότερης απώλειας συλλογικής μνήμης και πολιτικής στάσης, η επιλογή της ομάδας γίνεται κυρίως με κριτήριο το αγωνιστικό προφίλ.

Οι οπαδοί τείνουν να υποστηρίζουν δημοφιλείς ομάδες, οι οποίες θα τους χαρίσουν πιο συχνά το αίσθημα της νίκης και μέσα από αυτό θα τους παρέχουν τη δυνατότητα μετάθεσης του συλλογικού συναισθήματος στο ατομικό και έτσι του βιώματος αναγνώρισης και αυτοεκτίμησης (Zani & Kirchler, 1991).

Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έξαρση του οπαδισμού, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την κρίση ταυτότητας που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στις σύγχρονες κοινωνίες. Οι ρυθμοί των σύγχρονων κοινωνιών παρασύρουν τους ανθρώπους σε ένα ατέρμονο παιχνίδι ευμετάβλητων χαρακτηριστικών.

Σε κοινωνικό επίπεδο, το γενικότερο κοινωνικό κλίμα με την κρίση σε πολιτισμικό επίπεδο αλλά και την κρίση των ανθρωπίνων σχέσεων και την αδυναμία κοινωνικοποίησης, η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού, καθώς και ο φανατισμός που επικρατεί σε πολλά επίπεδα αποτελούν ορισμένους από τους γενεσιουργούς παράγοντες του γεγονότος ότι ο ακραίος οπαδισμός εντείνεται στην κοινωνία μας.

Η προσμονή του αγώνα, της Κυριακής παλαιότερα, της συνύπαρξης στους διάφορους συνδέσμους οπαδών, είναι ένα συναίσθημα χαρακτηριστικό της οπαδικής κουλτούρας και εμφανίζεται πολύ πιο έντονα σε μία κοινωνία ή μία ομάδα ανθρώπων με περιορισμένη δυνατότητα άλλων συλλογικών δράσεων καθώς και με περιορισμένες δυνατότητες διαμόρφωσης μίας ισχυρής αίσθησης ατομικής ταυτότητας και του βιώματος του ανήκειν.

Το γήπεδο ως τόπος κοινωνικοποίησης

Το γήπεδο υπήρξε ένας τόπος κοινωνικοποίησης. Η συλλογική αυτή εμπειρία συνδέει τους οπαδούς μέσω εικόνων, πρακτικών και τελετουργικών και δημιουργεί σταδιακά ένα σταθερό δεσμό με μία συλλογικότητα. Η ομάδα μετατρέπεται σε ίνδαλμα και οι οπαδοί σε πιστούς ακόλουθους με απόλυτη αφοσίωση στην ομάδα. Ο δεσμός αυτός γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του οπαδού, ο οποίος τις περισσότερες φορές είτε δεν μπορεί να εξηγήσει τους λόγους της αφοσίωσής του είτε προβάλλει ψευδή ή απαρχαιωμένα και ανυπόστατα επιχειρήματα.

Παράλληλα, η έκπτωση των αξιών ή έστω η απομάκρυνση των ανθρώπων από αυτές, η απαξίωση της πολιτικής αλλά και ο άκρατος ατομισμός που μειώνει τις συλλογικές κοινωνικές δράσεις, συνθέτουν ένα κοινωνικό περιβάλλον αναζήτησης ενός πλαισίου αναφοράς.

Η οργάνωση σε περιθωριακές οµάδες, σε οργανωµένους συνδέσµους ακραίων οπαδών δημιουργεί επιπλέον σε πολλά άτομα την ελπίδα, μέσα από την ένταξη, την ταύτιση και τους αναπτυσσόμενους δεσμούς, να κερδίσουν την αίσθηση ότι αξίζουν, έστω και αν αυτή η αίσθηση επιτυγχάνεται κυρίως µέσα από ενέργειες που φανερώνουν αρνητισµό και αποκλίνουσα συµπεριφορά.

Ίσως, τελικά, προτιμούν µία αρνητική ταυτότητα έναντι της πλήρους απουσίας αυτής.

Επιρροή του οπαδισμού στην ταυτότητα του οπαδού

Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, ο οπαδισμός επιδρά με τέτοιο τρόπο στην ταυτότητα του οπαδού, ώστε καταλήγει να αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του, το οποίο μάλιστα συχνά υπερισχύει έναντι άλλων ιδιοτήτων του.

Η ενασχόληση με την ομάδα αποτελεί βασικό ενδιαφέρον στην καθημερινή ζωή του οπαδού και μεγάλο μέρος των αναφορών του περιστρέφονται γύρω από αθλητικά ζητήματα (Ben Porat 2010: 280).

Φανατισμός – Χουλιγκανισμός

Η αλήθεια είναι ότι ο οπαδισμός γενικά συνδέεται άρρηκτα με τη συναισθηματική εμπλοκή ενός ατόμου σε μία συνθήκη που περιλαμβάνει χαρές και λύπες. Οι αγώνες παρέχουν δυνατότητες για συναισθηματική διέγερση, δημόσια έκφραση συναισθημάτων και αναζήτηση απόλαυσης, σε μια κοινωνία που κατά τα άλλα θέτει πολλούς περιορισμούς στις δυνατότητες αυτές (Elias & Dunning, 1998).

Όλα αυτά τα στοιχεία ενδέχεται να διαμορφώσουν διαμορφώνουν μία συνθήκη φανατισμού. Η ατμόσφαιρα της κερκίδας γίνεται τελετουργική με την υιοθέτηση ποικίλων πρακτικών. Ρυθμικά χειροκροτήματα, τραγούδια, ύμνοι, ζητωκραυγές και συνθήματα, διαμορφώνουν ένα κλίμα συλλογικής έξαψης.

Οι επιδοκιμασίες μετατρέπονται συχνά σε ιαχές πολέμου, συνοδευόμενες από υβριστικές αποδοκιμασίες των αντιπάλων και εν τέλει, το κλίμα μοιάζει να έχει περισσότερο σαν στόχο να επιτεθεί στον αντίπαλο παρά να ανυψώσει το ηθικό της ομάδας που υποστηρίζει ο οπαδός.

Η υβριστική συμπεριφορά, πολλές φορές με ρατσιστική διάθεση, η επιθετική συμπεριφορά, οι εισβολές οπαδών στον αγωνιστικό χώρο με βίαιες διαθέσεις, οι ομαδικές συγκρούσεις οπαδών εντός και εκτός γηπέδων είναι ορισμένες εκφάνσεις του χουλιγκανισμού.

Σύμφωνα με μελέτη, η οποία προσπάθησε να διακρίνει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φανατικών οπαδών, «οι ακραίοι οπαδοί συνήθως προέρχονται από διαλυμένες αν και όχι απαραίτητα φτωχές οικογένειες και δεν έχουν καλή επικοινωνία µε τους γονείς τους, τους καθηγητές τους ή τους συμμαθητές τους» (Ν. Κουράκης, 1998). Πρόκειται για άτομα που συχνά έχουν εγκαταλείψει το σχολείο ή τις σπουδές τους και δεν έχουν κάποια σταθερή ή έστω ικανοποιητική δουλειά.

Η αναπτυξιακή ψυχολογία εστίασε στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των εφήβων και ιδιαίτερα των αγοριών, που επιζητούν πολλές φορές την αίσθηση της δυνατής συγκίνησης, της σύγκρουσης, της αμφισβήτησης απέναντι στις Αρχές, συναισθήματα που μπορεί να τους παρέχει η συνθήκη του ακραίου οπαδισμού.

Οπαδικά πρότυπα

Επιπλέον, το πρότυπο αρρενωπότητας με το οποίο μεγαλώνουν πολλά παιδιά διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση τέτοιων συμπεριφορών, καθώς αναζητά πρόσφορο έδαφος για να εκφραστεί και να επιβεβαιωθεί. Ειδικά στην Ελλάδα εξάλλου δεν έχουν εκλείψει οι απόψεις που θεωρούν την απουσία ενασχόλησης ενός νέου, κυρίως, άντρα με τις αθλητικές ομάδες, ως στοιχείο θηλυπρέπειας.

Οι μοντέρνοι οπαδοί υιοθετούν διακριτά πρότυπα ζωής και στις προφορικές τους αντιπαλότητες κάνουν συχνά χρήση ενός ιδιαίτερα σεξιστικού λόγου, με επιδεικτικό τονισμό στοιχείων αρρενωπότητας, ετεροσεξουαλικότητας και γενικά του προτύπου του macho άνδρα (Spaaij 2008).

Τα οπαδικά πρότυπα είναι προσαρμοσμένα σε έναν πολιτισμό ανδροπρέπειας, και η κερκίδα αποτελεί συχνά έναν κοινωνικό χώρο έκφρασης της κοινωνικά τυποποιημένης ανδρικής ταυτότητας.

Οπαδισμός μέσα από θεωρίες επιθετικότητας

Μία άλλη προσέγγιση του φαινομένου του οπαδισμού μπορεί να γίνει μέσω των θεωριών περί επιθετικότητας, όπως αυτές διατυπώθηκαν σε ψυχαναλυτικό και συµπεριφορικό πλαίσιο. Υπάρχουν οι σχολές που υποστηρίζουν ότι η επιθετικότητα είναι εγγενής, σαν ένα είδος ενστίκτου (Freud, Fromm, Lorenz) και άλλες οι οποίες υποστηρίζουν ότι είναι προϊόν εκμάθησης, μέσω της παρατήρησης, της ταύτισης και των προσωπικών εμπειριών (Dolard, Berkowitz, Bandura).

Σε κοινωνικό επίπεδο, τα πρότυπα διχασμού, διχοτόμησης και αποστασιοποίησης από τον «άλλο» διαρκώς πληθαίνουν. Ασχέτως της γενεσιουργού διαδικασίας όμως, το σίγουρο είναι ότι η επιθετικότητα δύναται να βρει χώρο έκφρασης μέσα στο πλαίσιο του οπαδισμού.

Πολλές φορές έτσι, το μίσος για τον «άλλο», εν προκειμένω για τον «εχθρό» που φοράει διακριτικά άλλης ομάδας, μοιάζει να είναι μεγαλύτερο από την αγάπη για την ομάδα. Η οπαδική βία βγαίνει έτσι σιγά σιγά από το χώρο των γηπέδων, ανεξαρτητοποιείται από τους αθλητικούς αγώνες και μετατρέπει αυτή την ιδιότυπη αντιπαλότητα μεταξύ των οπαδών σε ανταρτοπόλεμο, με επιδρομές, επιθέσεις, τραυματίες αλλά και νεκρούς.

Σε κοινωνικό επίπεδο είναι πολύ σημαντική η άνευ όρων και απόλυτη αποδοκιμασία του οπαδού που χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μορφή βίας, συνολικά από την κοινωνία αλλά και ειδικά από εκείνους, για την «υπεράσπιση» των οποίων υποτίθεται πως ενεργεί, δηλαδή τόσο από την επίσημη ομάδα του. Η πιο συχνή στάση της επίσημης εκπροσώπησης αλλά και των υπολοίπων οπαδών είναι μία τυπική καταδίκη ενώ στη συνέχεια εστιάζουν στα επεισόδια που είχαν προκαλέσει στο παρελθόν οι «μισητοί άλλοι».

Τα ακραία φαινόμενα οπαδισμού είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και ως τέτοιο, οφείλει να μας απασχολήσει όλους. Οι άνθρωποι μοιάζουν να αναζητούν στο παιχνίδι της κερκίδας ένα νόημα ζωής, συγκινησιακή διέγερση και έξαψη σε έναν κατακερματισμένο κοινωνικό κόσμο. Περιθωριακά, εγκληματικά στοιχεία με ρατσιστικό χαρακτήρα παρεισφρέουν και οι αρμόδιοι δεν αντιδρούν, όπως συμβαίνει γενικά στην κοινωνία.

Χρειάζεται μία συνολική κοινωνική αναδιάρθρωση, που θα θρέψει αξίες, θα συνδέσει ενδεχομένως τις ομάδες με αυτές, θα αποστασιοποιηθεί από ένα βίαιο πρότυπο αρρενωπότητας, θα εντάξει τον «άλλο» στη ζωή μας και θα της δώσει συνολικά κίνητρα αναζήτησης νοήματος, προκειμένου “τα παιδιά στην κερκίδα” να βρουν τη θέση που τους αρμόζει.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

1. Οι απείθαρχοι, Κείμενα για την ιστορία της νεανικής αναίδειας τη μεταπολεμική περίοδο. Συλλογικό έργο. Εκδόσεις Οκτώ, 2018.
2. Ν. Κουράκης. Η βία στα ελληνικά γήπεδα, μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας. Πρακτικά του 2ου Νοµικού Συνεδρίου Συλλόγου Αποφοίτων Κολλεγίου Αθηνών (Σ.Α.Κ.Α.), µε θέµα: ∆ικαιοσύνη & Αθλητισµός. Αθήνα, 1998.
3. N. Elias, E. Dunning. Αθλητισμός και ελεύθερος χρόνος στην εξέλιξη του πολιτισμού. Εκδόσεις Δρομέας, 1998.
4. Χουλιγκανισμός 
5. Ευάγγελος Χαϊνάς. Η βία στους αθλητικούς χώρους. The Art of Crime. Τεύχος 5, Ιούνιος 2007.
6. Χρήστος Τσουραμάνης. Εγκληματολογική προσέγγιση της συμπεριφοράς των hooligans. The Art of Crime. Τεύχος 5, Ιούνιος 2007
7. Ιωάννης Μαρκάκης. Διπλωματική Εργασία: Βία και Αθλητισμός: Οπαδικές αντιλήψεις και πολιτικές αντιμετώπισης του «χουλιγκανισμού» στην Ελλάδα. Σχολή Κοινωνικών Επιστημών. Χανιά, Ιανουάριος 2019.
8. Γιάννης Ζαϊμάκης. «Νεολαία, συλλογική μνήμη και οπαδισμός στην Eλλάδα την περίοδο της Μεταπολίτευσης» στο Κ. Κατσάπης (επιμ.) Oι Απείθαρχοι: Κείμενα για την Ιστορία της Νεανικής Αναίδειας τη μεταπολεμική περίοδο, Αθήνα: Οκτώ, 2018, 39-72. 
9. Η ιστορία του ποδοσφαίρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s