Αίσθημα ταυτότητας και ανήκειν – Μια ιστορία μετανάστευσης, μια περιπέτεια ιθαγένειας

Γράφει η Χριστίνα Βαϊζίδου

Το μεταναστευτικό φαινόμενο και η προσπάθεια απόκτησης ιθαγένειας είναι ζητήματα, τα οποία έχουν απασχολήσει διεπιστημονικά τις κοινωνίες και απασχόλησαν σίγουρα και την ψυχιατρική, η οποία εξετάζει το φαινόμενο αυτό και τις προεκτάσεις του με όρους που αφορούν στο υποκείμενο.

Οι επιπτώσεις της μετανάστευσης και της προσφυγιάς,

μέσω της αποσταθεροποίησης της προσωπικής και κοινωνικής διαβίωσης του ατόμου, μπορούν να παίξουν μεγάλο ρόλο στην εμφάνιση ψυχικών διαταραχών.

Η απόκτηση ιθαγένειας μπορεί να αποτελέσει ακρογωνιαίο λίθο της ενσωμάτωσης ενώ η απόρριψη αντίθετα, να οδηγήσει σε ένα βαθύ αίσθημα περιθωριοποίησης.

 

Ο όρος ιθαγένεια αφορά στο νομικό δεσμό που συνδέει το άτομο με την πολιτεία, στο λαό της οποίας ανήκει ή αλλιώς, στη νομική και πολιτική ιδιότητα ενός ατόμου ως πολίτη ενός κράτους. Κάθε άνθρωπος αποκτά ιθαγένεια τη στιγμή που γεννιέται. (Βικιπέδια, wikipedia.org/wiki/Ιθαγένεια). Έτσι διαμορφώνεται ουσιαστικά το πρώτο κομμάτι της ταυτότητάς του ατόμου ως πολίτη ενός κράτους.

Δεδομένου μάλιστα ότι τα περισσότερα σύγχρονα κράτη είναι δομημένα στη λογική του εθνικού κράτους, έχει αποτυπωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο μία ταύτιση των όρων της ιθαγένειας και της εθνικότητας, με αποτέλεσμα πολλές φορές, η απόκτηση ή η απώλεια της πρώτης να συνεπάγεται την αντίστοιχη επίδραση στο αίσθημα “εθνικής” ταυτότητας του ατόμου. 

Η έννοια της εθνικής ταυτότητας όμως δεν είναι μονοδιάστατη και έχει στην πραγματικότητα ποικίλες προεκτάσεις. Είναι μία έννοια ηθικο- πολιτισμική και εκφράζει τη σχέση του ατόμου με τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τα έθιμα, την ιστορία και τις αξίες ενός τόπου, ενός έθνους ή μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας. 

Η συγκρότηση ταυτότητας είναι μία διαρκής διαδικασία και συντελείται μέσω της αφομοίωσης και της απόρριψης στοιχείων από το παρελθόν του ατόμου και της προσθήκης διαρκώς νέων. Αποτελεί έτσι από τη μία μία αέναη κίνηση εξέλιξης αλλά παρέχει ταυτόχρονα και ένα αίσθημα ριζώματος. Η προσφυγιά μας έφερε αντιμέτωπους με τη ρευστότητα της ταυτότητας καθώς π.χ. υπάρχουν άνθρωποι διατεθειμένοι να “χάσουν” ή να κάψουν τα έγγραφά τους και να βρεθούν δίχως καν όνομα στα σύνορα της γης της επαγγελίας. Στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από μία συνθήκη της χώρας προέλευσης βρίσκονται κυριολεκτικά χωρίς ταυτότητα. 

Η ταυτότητα «είναι δύσκολο να οριστεί λόγω της αμφισημίας της έννοιας, η οποία εξακριβώνει ταυτόχρονα τόσο την ομοιότητα ανάμεσα σε άτομα ή πράγματα, όσο και τη μεταξύ τους διαφορά» (Βρύζας, 1997, σ. 169). Ο ρόλος της ταυτότητας μεν είναι σταθεροποιητικός για το Εγώ αλλά του παρέχει και τη δυνατότητα να διαφοροποιείται από το σύνολο αλλά και να αναπτύσσει τους επιθυμητούς κοινωνικούς δεσμούς. Συνδέεται έτσι ταυτόχρονα με το αίσθημα του “διαφέρειν” αλλά και με το αίσθημα του “ανήκειν”, έννοιες οι οποίες φαντάζουν αντίθετες αλλά έχουν μεταξύ τους και έναν άρρηκτο δεσμό. 

Το αίσθημα της διαφοροποίησης προκύπτει από τη διαμόρφωση ενός ατομικού αισθήματος ταυτότητας.

Μόλις ο άνθρωπος αντιληφθεί ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι ξεχωριστός και διαφορετικός αποκτά επίγνωση του εαυτού του ως ξεχωριστού όντος. Μόλις όμως αυτό το αίσθημα διαμορφωθεί, ο άνθρωπος, ως κοινωνικό ον, προσπαθεί να αναπτύξει σχέσεις αλληλεπιδρώντας με άλλα άτομα αλλά και με το περιβάλλον στο οποίο κατοικεί. 

Προκειμένου να γίνει αυτό, στη θέση της ατομικής ταυτότητας αναπτύσσεται μία ταυτότητα κοπαδιού, στην οποία το αίσθημα της ταυτότητας στηρίζεται στην αδιαμφισβήτητη αίσθηση πως ανήκει κανείς στο πλήθος (Fromm, 1973). 

Το έθνος και η εθνική ταυτότητα μετατρέπονται σε ένα μέσο γνωριμίας του ατόμου με τον κοινωνικό ιστό στον οποίο κινείται. Η αναζήτηση των προγόνων, η έννοια της καταγωγής, η ταύτιση με πολιτισμικά στοιχεία, η ιστορία, η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα μπορούν να αποτελέσουν ορισμένα από τα κριτήρια που διαμορφώνουν την ταυτότητα αυτή και εν τέλει τη συνείδηση και την αίσθηση του ατόμου ότι ανήκει σε μία ομάδα. Η γνωριμία με τα στοιχεία που συνθέτουν κάθε κοινωνία είναι απαραίτητη προκειμένου να γίνει μία διαδικασία σύγκρισης, ταύτισης αλλά και διαφοροποίησης, η οποία θα οδηγήσει εν τέλει στην επιλογή της θέσης που μπορεί να καταλάβει το άτομο εντός μίας κοινωνικής ομάδας ή ενός κράτους. 

Ο Αγγλο-Ιρλανδός πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός Benedict Anderson πρότεινε τον ορισμό του έθνους ως «φαντασιακή κοινότητα» (imagined community), γιατί ενώ γίνεται αντιληπτό ως μια βαθιά ριζωμένη οριζόντια συντροφικότητα, τα μέλη της συντροφικότητας κοινότητας αυτής δεν πρόκειται να γνωρίσουν όλα τα υπόλοιπα μέλη, παρότι αισθάνονται ότι ανήκουν σε αυτήν.

Σύμφωνα με τον Anderson, το έθνος ως αναπαράσταση της κοινωνικής ζωής εμφανίστηκε επειδή αναζητήθηκε ένας «νέος τρόπος για τη σύζευξη της αδελφότητας, της εξουσίας και του χρόνου με κάποιο νόημα» (Anderson 1983), ένας νέος τρόπος ουσιαστικά για να κατακτηθεί το αίσθημα του ανήκειν.

Τι είναι όμως το αίσθημα αυτό; Ο Αμερικανός ψυχολόγος Abraham Maslow στην εργασία του «A Theory of Human Motivation» («Μία θεωρία στα ανθρώπινα κίνητρα»), που δημοσιεύτηκε το 1943 στο περιοδικό Psychological Review, πρότεινε μία ιεράρχηση των ανθρωπίνων αναγκών, τις οποίες ταξινομούσε σε ανάγκες ανεπάρκειας και ανάγκες ανάπτυξης. 

Αμέσως μετά τις βιολογικές ανάγκες, οι οποίες αποτελούν τη θεμέλιο λίθο της πυραμίδας, ακολουθούν οι ανάγκες ασφάλειας, που αφορούν στην υγεία, την προσωπική- συναισθηματική- οικονομική ασφάλεια αλλά και στις ανάγκες αγάπης και κοινωνικής συμμετοχής. Ο απώτερος στόχος της κάλυψης της ανάγκης για ασφάλεια είναι να υπάρχει σταθερότητα στη ζωή κάποιου. 

Το τρίτο επίπεδο αναγκών αφορά κατά Maslow στο αίσθημα του ανήκειν, το οποίο προκύπτει από τη λήψη αποδοχής, σεβασμού και αγάπης από μία κοινωνική ομάδα. Η γνώση του ατόµου ότι ανήκει σε µία κοινότητα και η συναισθηµατική επένδυση της γνώσης αυτής μέσω του αισθήματος του ανήκειν, νοηματοδοτεί την ένταξη στην ομάδα και οδηγεί σε ένα αίσθημα ψυχολογικής εγγύτητας με τα άλλα μέλη. 

Η σημασία της ανάγκης του ριζώματος, η οποία συνδέεται με το αίσθημα της ασφάλειας και του ανήκειν καταδεικνύεται από την ύπαρξη αυτής ακόμη και από τη στιγμή της γέννησης του ατόμου. Η έξοδος του ανθρώπου στον κόσμο συνεπάγεται την αυτόματη αναζήτηση μίας νέας σύνδεσης, η οποία και καλύπτεται αρχικά από το θεμελιώδη φυσικό δεσμό του παιδιού με τη μητέρα. Στον ώριμο ενήλικα φαίνεται να ενυπάρχει μία κατάσταση νοσταλγίας αυτής της απόλυτης αρχικής σύνδεσης και η διαρκής αναζήτηση υποκατάστατων συνθηκών ριζώματος, οι οποίες θα εξασφαλίσουν εκ νέου ένα αίσθημα ασφάλειας. 

Τι συμβαίνει λοιπόν στις αναρίθμητες πλέον περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα άτομο υποχρεούται λόγω των συνθηκών ή επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να απαλλαγεί από την ταμπέλα της ταυτότητάς του που αφορά στο κράτος στο οποίο γεννήθηκε και να ενταχθεί ενδεχομένως σε ένα νέο σύνολο;

Πώς προκύπτει η διαδικασία για τη συγκρότηση ενός νεόυ αισθήματος ταυτότητας, ενός νέου αισθήματος ανήκειν; Από τι συνίσταται όμως το αίσθημα της ευτυχίας του “ξένου” και πως αποδιώχνει κανείς εν τέλει από πάνω του την ταμπέλα του ξένου, η οποία πολλές φορές συνοδεύεται από το αίσθημα της μοναξιάς;

Η συγκρότηση ταυτότητας, το αίσθημα της ασφάλειας και το αίσθημα του ανήκειν φαίνεται να αποτελούν τα ψυχολογικά κλειδιά αυτής της διαδικασίας. 

Στην καρδιά του κοσμοπολίτικου πεπρωμένου που δημιουργεί η διαρκής ροή πληθυσμών στις κοινωνίες μας, υπάρχει ριζωμένο το αίσθημα του “ξένου”. Η ταυτότητα του πρόσφυγα είναι μια πολυτραυματική και κατακερματισμένη ταυτότητα, η οποία αναζητά εναγωνίως την επανασύνθεσή της. Η ψυχαναλύτρια Julia Kristeva περιγράφει αυτό το νέο αίσθημα ευτυχίας του ξένου, ως ένα δρόμο από τη φυγή και την καταγωγή, προς τη μεταβατική ζώνη του ξεριζωμού και εν τέλει προς την επιθυμητή γη της επαγγελίας. 

Στο ταξίδι του πρόσφυγα από το αίσθημα του ξένου προς το αίσθημα του ριζώματος μεσολαβούν πολλά βήματα: το πρώτο εξ αυτών (μετά τη στέγαση και την κάλυψη των βιολογικών αναγκών) αφορά στην απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη, η οποία αν και έννοια γραφειοκρατική και υποκείμενη στα εθνικά όρια, έχει εν τέλει νομική, πολιτική, οικονομική αλλά και κοινωνική διάσταση. Κάθε βήμα του ατόμου προς τα εμπρός συνδέεται λόγω του εκτοπισμού και των πολλαπλών αλλαγών με το αίσθημα του φόβου, δύναται να είναι οδυνηρό και καθιστά δεόντως σημαντική την απόκτηση ενός νέου αισθήματος ασφάλειας. 

Η απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη ενός κράτους δε συνεπάγεται αυτόµατα την κοινωνική ένταξη ή την πάταξη του αποκλεισµού και των διακρίσεων (Ariely, 2011. Gibson & Hamilton, 2011).

Παρόλα αυτά, η θεσµική αναγνώριση της υπαγωγής σε µία κοινότητα είναι βασική προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να επέλθει και η υποκειµενική ταύτιση µε την οµάδα υπαγωγής. Κάθε κατάκτηση αποτελεί ένα κομμάτι αναγνώρισης και ένταξης στη νέα χώρα και μειώνει το άγχος του πρόσφυγα, το οποίο είναι ένα άγχος μετανάστευσης αλλά και έλλειψης “τόπου”.  

Ακόμη και αν το σύστημα που προκύπτει μέσα από τη θεσμική αναγνώριση και την έννοια της ιθαγένειας είναι σαθρό ή απατηλό, μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη νοηματοδότησης του πλαισίου ζωής μέσω ενός νέου συστήματος αναφοράς, την ανάγκη της νέας οικειότητας, του νέου “σπιτιού”. Ακόμη κι αν η ιθαγένεια αποτελεί απλά έναν τίτλο, μπορεί παράλληλα να συνθέσει τον περιορισμένο έστω “χώρο” που δύναται να καταλάβει ο πρόσφυγας, στην προσπάθεια οικειοποίησης του νέου τόπου κατοικίας. Η προσπάθεια εξάλλου μεταναστευτικών πληθυσμών να παρουσιάσουν υψηλούς δείκτες κοινωνικής προσαρμοστικότητας παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα κράτη υποδοχής μεταναστών (Χριστόπουλος Δ., 2015). Ο στόχος είναι η αφομοίωση, η οποία πολλές φορές γίνεται αντιληπτή από τα άτομα ως μονόδρομος κοινωνικής επιβίωσης.

Η απόρριψη της ετερότητας όμως δεν είναι η  μόνη λύση ένταξης. Η αναγνώριση των διαφορετικών στοιχείων, η υιοθέτηση νέων και η διατήρηση τμήματος των παλιών είναι αυτή που θα οδηγήσει στην εσωτερική ψυχική ισορροπία. Η νέα συνείδηση που διαμορφώνεται ξεπερνά τα αντικειμενικά όρια του πολιτισμού, της θρησκείας και της γλώσσας, δεν περιορίζεται από τα εθνικά σύνορα (Φίγγου, 2010) και διαποτίζεται από υποκειμενικά κριτήρια ως προς την αίσθηση σύνδεσης και ταύτισης με την ομάδα. Οι υποκειμενικοί δεσμοί μάλιστα δύνανται να υπερνικήσουν τους γενεαλογικούς δεσμούς, γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία της ανάπτυξής τους. 

Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί από μεταναστευτικές ροές καθιστά επομένως ολοένα και πιο σημαντικό το ζήτημα της ένταξης των ατόμων και εξαιτίας αυτού τη διερεύνηση των κριτηρίων απόκτησης της ιθαγένειας και της ιδιότητας του πολίτη. 

Οι καθυστερήσεις και τα γραφειοκρατικά εμπόδια του κρατικού μηχανισμού εγκλωβίζουν πολλούς ανθρώπους σε ένα μετέωρο καθεστώς. Το άτομο προσπαθεί έτσι να ισορροπήσει σε μία κατάσταση αναγνώρισης και απόρριψης χωρίς να ξέρει ουσιαστικά που ανήκει. Η ανατροπή της ελπίδας κάλυψης των βασικών αναγκών του ατόμου το οδηγεί στη διάψευση και μέσω αυτής στην αγανάκτηση ή στην απογοήτευση. Στη θέση της προσδοκίας για ένα καλύτερο μέλλον μπαίνει η ματαίωση.

Οι πολιτικές συνθήκες και οι σχέσεις μεταξύ ορισμένων χωρών δημιουργούν συχνά επιπλέον ένα επισφαλές καθεστώς για τους πρόσφυγες/ μετανάστες, οι οποίοι βιώνουν έναν καθημερινό άγχος που πηγάζει από το αίσθημα του προσωρινού, της φιλοξενίας αντί της εγκατάστασης, του κινδύνου εκδίωξης του “ξένου” ανά πάσα στιγμή. Το αδιέξοδο είναι μοιραίο: ο μετανάστης δεν μπορεί να παραμείνει ξένος αλλά δεν μπορεί και να γίνει π.χ. Έλληνας. Υπάρχει μάλιστα το οικείο στην ελληνική ιστορική μνήμη παράδειγμα των εκτοπισμένων Ελλήνων από τη Μικρά Ασία ή την Κωνσταντινούπολη αργότερα, οι οποίοι συχνά περιέγραφαν ότι οι Τούρκοι τους εκδίωξαν ως “Έλληνες” αλλά οι Έλληνες τους υποδέχτηκαν ως “Τούρκους”. 

Η εγκατάσταση, αν συνδυαστεί με την απόκτηση μίας νέας συνείδησης και ταυτότητας, θα οδηγήσει στην κοινωνική ενσωμάτωση του εκτοπισμένου ατόμου. Το νομικό καθεστώς της χώρας υποδοχής είναι το κλειδί στην πόρτα της ένταξης και εκείνο που θα καθορίσει την παραμονή σε μια μετέωρη συνθήκη μετακίνησης ή τη μετάβαση σε μια συνθήκη ριζώματος. 

Ο Μίλαν Κούντερα, στο βιβλίο του “Η Αθανασία” αναρωτιέται πως μπορεί να ζήσει κανείς σε έναν κόσμο με τον οποίο δε συμφωνεί, πως μπορεί να ζήσει με ανθρώπους όταν δεν ξέρει αν είναι ένας από αυτούς και όταν δεν μπορεί να οικειοποιηθεί ούτε τα βάσανα ούτε τις χαρές τους. Ο αποκλεισμός των ανθρώπων από την ένταξη και τη νέα ταυτότητα τους εγκλωβίζει σε μία τέτοια ζωή. Σε μια ζωή απώλειας ταυτότητας και τόπου. 

Υποσημείωση: Το παρόν άρθρο γράφτηκε με “αφορμή” ένα συγκεκριμένο προσφιλές μου πρόσωπο, που βιώνει την περιπέτεια της μεταναστευτικής αγωνίας απώλειας ταυτότητας και απόκτησης ιθαγένειας: Η Λάλε Αλάτλί είναι μετανάστρια από την Τουρκία. Όπως η ίδια περιγράφει, έμαθε την ελληνική γλώσσα ακούγοντας ρεμπέτικα και αποφάσισε πριν 14 χρόνια να μετακομίσει από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη. Είναι κάτοχος πτυχίου Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων χωρών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, γράφει ποιήματα στα ελληνικά, μεταφράζει λογοτεχνικά κείμενα, είναι διερμηνέας, είναι στη συντακτική ομάδα περιοδικού και έχει εθελοντική δραστηριότητα στη χώρα μας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία.

Κάτι τέτοιο προφανώς σκεφτόταν και η ίδια όταν αιτήθηκε την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας συμπληρώνοντας τα 7 χρόνια παραμονής στη χώρα μας.

Οι κωλυσιεργίες της ελληνικής γραφειοκρατίας την εγκλώβισαν σε ένα καθεστώς αναμονής για 5 χρόνια, μετά από τα οποία η αίτησή της απορρίφθηκε για οικονομικά κριτήρια. Ενόψει της δικαστικής διεκδίκησης της Λάλε για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 2 Μαρτίου, θεώρησα σκόπιμο να αναρωτηθούμε ευρέως αν γεννιέται ή γίνεται κανείς Έλληνας, Τούρκος, πολίτης γενικά μιας χώρας και να διερευνήσουμε τις ψυχολογικές προεκτάσεις του ζητήματος αυτού. 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

1. Kristeva J. (2004). Ξένοι μέσα στον εαυτό μας. Εκδόσεις Scripta, Αθήνα. 
2. Maslow, A.H. (1943). A theory of human motivation. Psychological Review 50 (4): 370–396. doi:10.1037/h0054346. 
3. Fromm E. (1973). Η υγιής κοινωνία. Αθήνα, Εκδόσεις Μπουκουμάνη. 
4. Kundera M. (2019). Η Αθανασία. Αθήνα, Εκδόσεις Εστία. 
5. Μεγαλοοικονόμου Θ., Λερίδου Α., Μοναχού Μ. (2007). Η πολιτισμική διάσταση της ψυχικής υγείας και του ψυχικού πόνου (και η ανάγκη για υπηρεσίες ψυχικής υγείας ευαίσθητες στην πολιτισμική ιδιαιτερότητα). Κοινωνία και Ψυχική Υγεία. Επιστημονική περιοδική έκδοση για θέματα υγείας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τεύχος 4. Θεματική ενότητα: Μετανάστευση και Μετανάστες. 
6. Φίγγου Ε. & Σουρβίνου Μ.-Ν. Μετανάστευση και «ιδιότητα του πολίτη» στην Ελλάδα: Οµάδες εστίασης νέων συζητούν για το νέο µεταναστευτικό νόµο. Τµήµα Ψυχολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης. Ανακτήθηκε από https://www.researchgate.net/. 
7. Χριστόπουλος Δ. (2015). Αναζητώντας το ελάχιστο πολιτειακό (πολυπολιτισμικό;) όριο: η μετανάστευση στην Ελλάδα της κρίσης. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 30, 41–74. https://doi.org/10.12681/sas.643

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα «psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας». Το αναδημοσιεύουμε στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» με την άδεια της αρθρογράφου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s