52 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΠΙΝΟΣΕΤ ΣΤΗ ΧΙΛΗ

Η νομιμοφροσύνη στο κράτος και τους κοινοβουλευτικούς «θεσμούς» οδήγησε ένα συγκλονιστικό εργατικό κίνημα στην πανωλεθρία

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος

Στις 11 Σεπτέμβρη 1973 στη Χιλή δεν δολοφονήθηκε μόνο ο πρόεδρος Αγιέντε[1] και μαζί του χιλιάδες συντρόφισσες και σύντροφοι, που έπεσαν στη μάχη ή στα εκτελεστικά αποσπάσματα τις επόμενες ώρες και μέρες.

Το αιματηρό πραξικόπημα στη Χιλή το ’73 είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη πως ο καπιταλισμός ΔΕΝ μπορεί να μεταρρυθμιστεί με αργά, μετριοπαθή βήματα, που θα καταφέρουν –τάχα- να μουδιάσουν και να παραλύσουν τα αφεντικά και την αντίδραση.

Όταν η αστική τάξη κινδυνεύει να χάσει έστω και ένα μέρος από τα κέρδη και την εξουσία της, τότε παλεύει λυσσασμένα χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που μπορεί, χωρίς να νοιάζεται για το πόσες καταστροφές και φόνους θα προκαλέσει.

Το πραξικόπημα, που οργάνωσε μεθοδικά η CIA και εκτέλεσε πρόθυμα ο στρατηγός Πινοσέτ τον Σεπτέμβρη του 1973, τερμάτισε με αγριότητα το πείραμα των ειρηνικών και προσεκτικών μεταρρυθμίσεων του Σαλβαδόρ Αγιέντε και της «Λαϊκής Ενότητας», πνίγοντας την Αριστερά στο ίδιο της το αίμα.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της θηριωδίας της αντίδρασης το ’73, αρκεί να σκεφτούμε πως η Χιλή έχει πληθυσμό λίγο μόνο μεγαλύτερο από αυτόν της Ελλάδας.

Τι σήμαινε σε αυτές τις συνθήκες η φυσική εξόντωση πολλών χιλιάδων οργανωμένων μελών των οργανώσεων της Αριστεράς και των συνδικάτων; Σήμαινε πως ολόκληρη η εργατική και νεολαιίστικη πολιτική πρωτοπορία της χώρας κατέληξε σε ελάχιστο χρόνο στο σφαγείο.

Είναι το κράτος ένα «ουδέτερο» εργαλείο;

Παρά τις προσδοκίες και τις αυταπάτες πολλών καλοπροαίρετων και τίμιων αγωνιστ(ρι)ών μέσα στα κινήματα, το καπιταλιστικό κράτος δεν είναι ένας αμερόληπτος θεσμός πάνω από την κοινωνία και δυνητικά αμέτοχος στην πάλη των τάξεων.

Η Αριστερά δεν μπορεί να το μεταχειριστεί και να προχωρήσει με αυτό σε βαθμιαίες αλλαγές και προσεκτικές μεταρρυθμίσεις.

Το κράτος ως σύνολο είναι το πιο παλιό και καλύτερα οργανωμένο πολιτικό κόμμα της αστικής τάξης. Και είναι απόλυτα πιστό και αφοσιωμένο σε αυτήν την τάξη. Τα ανώτερα στελέχη του κράτους είναι συνήθως «κρέας µε νύχι» µε την κοινωνία του πλούτου.

Και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του –και ιδιαίτερα οι δικαστές και οι εισαγγελείς- είναι οι πιο στοργικοί προστάτες των οργανώσεων της άκρας δεξιάς και της αντίδρασης, όλων των βρωμερών καθαρμάτων που επιτίθενται σε προσφυγ(ισσ)ες και μειονότητες, των δολοφόνων που καραδοκούν να χύσουν το αίμα των μαχητ(ρι)ών της Αριστεράς και των κινημάτων.

Την ώρα της κρίσης, αυτό το κράτος και ιδιαίτερα ο σκληρός πυρήνας του, ο στρατός και οι δυνάμεις καταστολής, δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό για το αν θα υπηρετήσουν με ανιδιοτέλεια την κοινοβουλευτική «νομιμότητα» ή –αντίθετα- θα κινηθούν αδίστακτα, προκειμένου να «πατάξουν την κοινωνική ανταρσία».

Η Χιλή ήταν η μόνη χώρα της Λατινικής Αμερικής µε τόσο διαρκή κοινοβουλευτική παράδοση, σχεδόν χωρίς πραξικοπήματα του στρατού στην ιστορία της, μέχρι και το 1973. Κι όμως, ήταν ακριβώς αυτή η χώρα όπου η αγριότητα της καταστολής ξεπέρασε κάθε προηγούμενο.

Και η τραγική τύχη του Αγιέντε και των αγωνιστών και αγωνιστριών της Αριστεράς επιβεβαίωσε το ρητό «Ουαί τοις ηττημένοις».

Όταν οι πλούσιοι υπερασπίζονται τα κέρδη τους, δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να παραβούν την ίδια τη «θεσμική νομιμότητά τους». Και δεν σταματούν μπροστά σε κανένα έγκλημα.


Η πολιτική του Αγιέντε

Στις 11 Σεπτέμβρη του 1973 ο σοσιαλδημοκράτης Αγιέντε έπεσε νεκρός με το όπλο στο χέρι, αντιμετωπίζοντας την έφοδο των φασιστικών τανκς στο προεδρικό μέγαρο. Και µόνο για τον ηρωικό θάνατό του, ο Αγιέντε υπήρξε ένα παράδειγμα εντελώς αντίθετο από τους λιπόψυχους ηγέτες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της συμβιβασμένης Αριστεράς.

Επιπλέον, ο Αγιέντε στο τελευταίο ραδιοφωνικό του μήνυμα, λίγο πριν εισβάλλουν οι πραξικοπηματίες στο προεδρικό μέγαρο, φάνηκε να συνειδητοποιεί σε ποια δύναμη έπρεπε εξαρχής να στηριχτεί: το στερνό του διάγγελμα απευθυνόταν στην εργατική τάξη της Χιλής. Την καλούσε να παλέψει για την απελευθέρωση από τη δικτατορία και για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Όμως η πολιτική που ακολούθησε ο Χιλιανός πρόεδρος της «Λαϊκής Ενότητας» στα τρία χρόνια της θητείας του υπονόμευσε και το εργατικό κίνημα και τις προοπτικές αντίστασης απέναντι στα πραξικοπήματα της Δεξιάς. Σε όλη τη θητεία του ο Αγιέντε υπήρξε φανατικός κήρυκας της μετριοπάθειας και παθιασμένος απόστολος του συμβιβασμού. Ακόμη και τη στιγμή του εκλογικού του θριάμβου, το 1970, υπέγραψε σύμφωνο µε τα δεξιά κόμματα πως δεν θα επιχειρήσει οποιεσδήποτε μεταβολές στο «βαθύ κράτος», δηλαδή στον στρατό και τη δικαιοσύνη.

Αργότερα, όταν αντιμετώπισε τον ενθουσιασμό και την οργάνωση της εργατικής τάξης, που ξεσηκώθηκε για να στηρίξει τον πρόεδρό της ενάντια στο σαμποτάζ των καπιταλιστών και την αντεπανάσταση, ο ίδιος ο Αγιέντε προσπάθησε να καταστείλει τους εργάτες συμμαχώντας µε τον διάβολο: Ο Αγιέντε ήταν αυτός που διόρισε 3 στρατηγούς στον τελευταίο ανασχηματισμό της κυβέρνησής του: Ένας από αυτούς, ο υπουργός Άμυνας, θα γίνει διάσημος λίγο μετά. Λεγόταν Αουγκούστο Πινοσέτ. Και έγινε ο μακελάρης του προέδρου, αλλά και της εργατικής τάξης.

Η αστική τάξη κηρύσσει τον πόλεμο

Η εκλογή του Αγιέντε τον Σεπτέμβρη του 1970 οδήγησε σε παροξυσμό τις αστικές τάξεις της Χιλής και των ΗΠΑ. Από την πρώτη στιγμή, τα κεφάλαια φυγαδεύονταν από τη Χιλή, ενώ το δικαστικό σύστημα ακύρωνε τις προσεκτικές αγροτικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης. Δίπλα σ’ αυτά προστέθηκε η λυσσασμένη εχθρότητα των ΗΠΑ και οι κάθε λογής απόπειρες οικονομικού στραγγαλισμού, ταυτόχρονα µε τις διαδηλώσεις κατσαρόλας της Δεξιάς και την τρομοκρατία της φασιστικής δολοφονικής οργάνωσης «Πατρίς και ελευθερία». Αλλά, μέχρι να έρθει η ώρα των στρατιωτικών πραξικοπημάτων, η αποφασιστική στιγμή της πάλης µε τη Δεξιά ήρθε τον Οκτώβρη 1972, με την απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών.

Η Χιλή είναι μια χώρα μακριά σε μήκος και στενή σαν μακαρόνι σε πλάτος, με πάνω από 4.500 χιλιόμετρα μήκος από τον Βορρά ως τον Νότο της χώρας . Με κομμένες τις μεταφορές, η Χιλή απλώς θα πέθαινε από οικονομική δυσπραγία και λιμό. Η απεργία των φορτηγών φαινόταν να πραγματοποιεί το φόβητρο του «σκελετωμένου χεριού της πείνας», με το οποίο απειλούν πάντα οι κεφαλαιοκράτες την εργατική τάξη.

Όμως αυτή τη φορά το μαστίγιο των καπιταλιστών δεν τρόμαξε, αλλά ξύπνησε όλη την ενεργητικότητα της εργατικής τάξης. Ο στρατός που κινητοποίησε ο Αγιέντε αποδείχθηκε πολύ λίγος για να οργανώσει τις μεταφορές τροφίμων και να αντιμετωπίσει το σαμποτάζ των αφεντικών. Αλλά οι εργάτες και οι εργάτριες έφτιαξαν παντού επιτροπές τροφοδοσίας, κατάσχεσαν φορτηγά και τρόφιμα και εξασφάλισαν την επιβίωση του κόσμου. Η απεργία των εργοδοτών και της CIA συντρίφτηκε.

Οι επιτροπές βάσεις, αντιμετωπίζοντας τον οικονομικό πόλεμο των αφεντικών, ουσιαστικά ανέλαβαν χρέη τοπικών κυβερνήσεων, θυμίζοντας τα εργατικά Σοβιέτ στη Ρωσία του 1917. Περισσότερο γνωστά έγιναν τα cordones industriales και τα comandos comunales. Τα πρώτα ήταν επιτροπές εργοστασίων, που φρόντιζαν τη συνέχιση της παραγωγής, και κυριαρχούνταν από ενθουσιώδεις μαχητές και μαχήτριες της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τα δεύτερα ήταν επιτροπές στις φτωχογειτονιές, που οργάνωναν την τροφοδοσία, εξασφάλιζαν την παροχή νερού και ηλεκτρισμού και επιχειρούσαν να οργανώσουν τη λαϊκή αυτοάμυνα. Εδώ, έπαιζαν αρκετά σημαντικό ρόλο τα µέλη της πολιτικής οργάνωσης του «Κινήματος Επαναστατικής Αριστεράς» (MIR).

Όταν ανέλαβε το υπουργείο του στην κυβέρνηση της «Λαϊκής Ενότητας», ο Πινοσέτ έστειλε τον στρατό να τσακίσει πρώτα τους θυλάκους της επαναστατικής Αριστεράς, µε τις ευλογίες του Αγιέντε, ενώ ταυτόχρονα οργάνωνε μυστικά το αιματηρό του πραξικόπημα.

Ένα διδακτικό επεισόδιο

Ένα επιχείρημα του Αγιέντε υπέρ του ειρηνικού δρόμου της Χιλής και της χρησιμοποίησης του κράτους για μεταρρυθμίσεις ήταν πως ο χιλιανός στρατός διακατέχονταν ανέκαθεν από δημοκρατικές παραδόσεις. Αυτό παραδόξως ήταν σωστό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε κάποιους συγκεκριμένους ηγέτες του στρατού. Έτσι, λίγο μετά την εκλογή του Αγιέντε το 1970, δολοφονήθηκε ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Σνάιντερ. Τον δολοφόνησαν οι φασίστες του «Πατρίς και ελευθερία», επειδή ο στρατηγός είχε δηλώσει πως θα σεβαστεί το αποτέλεσμα των εκλογών. Αλλά και ο αντικαταστάτης του, ο στρατηγός Πρατς, ήταν φίλος των μεταρρυθμίσεων του Αγιέντε.

Τον Ιούλη του 1973 κηρύχτηκε νέα απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών. Ο Πρατς, έχοντας την εμπειρία της αποτυχημένης δράσης του στρατού στην προηγούμενη απεργία, αλλά και των συνωμοσιών μέσα στο στράτευμα, πρότεινε στον Αγιέντε την παράδοση όπλων στην εργατική τάξη για να μην κατρακυλήσει η χώρα στο χάος. Η απάντηση του Αγιέντε ήταν αξιομνημόνευτα άστοχη: «Όχι. Αυτή η επανάσταση θα γίνει χωρίς σταγόνα αίμα. Βασίζεται σε ειρηνικές αξίες και όχι στη βία».

Ο Αγιέντε θα ζητήσει την παραίτηση του Πρατς και θα τον αντικαταστήσει άμεσα µε τον Πινοσέτ. Αγιέντε και Πρατς επρόκειτο να πέσουν νεκροί λίγο καιρό αργότερα, δολοφονημένοι από τους φασίστες πραξικοπηματίες.

Συμπέρασμα

Στον πόλεμο, όπως και στην επανάσταση, δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε από πριν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Αλλά, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για να περιορίσουμε τις πιθανότητες πανωλεθρίας στο στρατόπεδο των «από τα κάτω»:

α) Να µην έχουμε ποτέ την παραμικρή εμπιστοσύνη στην αστική τάξη. Ούτε να ελπίζουμε πως θα καταφέρουμε να την αποκοιμίσουμε και πως θα ξεχάσει τα συμφέροντά της και θα αποδεχτεί την ήττα της χωρίς να δώσει μάχη µε όλα τα μέσα.

β) Να ελέγχουμε πάντα τους ηγέτες µας.

γ) Να εμπιστευόμαστε αποκλειστικά τη δραστηριότητα, την ευφυΐα, την οργανωτικότητα και τον ηρωισμό της εργατικής τάξης ΚΑΙ ΜΟΝΟ.

Δυστυχώς, στη Χιλή το 1973 παραβιάστηκαν κατάφωρα και οι τρεις προϋποθέσεις.


[1] Το «Αλλιέντε» πρόκειται ένα λάθος προφοράς, που είναι πολύ διαδεδομένο στην Ελλάδα.

  • Το άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η ΚΟΚΚΙΝΗ«, φύλλο 20ο, Σεπτέμβρης 2023 που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε