
Γράφει η Κική Σταματόγιαννη
Στην Ευρώπη η ακροδεξιά άνοδος δεν προέκυψε ως κεραυνός σε ασυννέφιαστο ουρανό. Όλα τα σημάδια ήταν μπροστά στα μάτια μας. Ο ήχος από τα καμπανάκια κινδύνου εκκωφαντικός εδώ και χρόνια.
Ποια τα δεδομένα μας;
Αυτή τη στιγμή η Ιταλία κυβερνάται από τη Τζόρτζια Μελόνι. Από την ηγέτιδα ενός κόμματος με ευθεία αναφορά στον φασισμό, με σχέδια για ναυτικό αποκλεισμό της Ιταλίας, ώστε να μην μπορούν να εισέρχονται οι βάρκες των προσφύγων, καθώς επίσης και «για την ανάγκη να δημιουργηθούν hotspot στην Αφρική και να αξιολογείται από την αφρικανική ήπειρο, ποιος έχει δικαίωμα να θεωρείται πρόσφυγας και ποιος είναι παράτυπος μετανάστης».
Στη Γαλλία η Μαρίν Λε Πεν συνεχίζει να διατηρεί πολύ υψηλή δημοφιλία, καθώς μεγάλη μερίδα κόσμου εκφράζει με κάθε τρόπο πλέον την αποστροφή του για τις πολιτικές του Εμανουέλ Μακρόν, με αφορμή κυρίως τη νομοθέτηση της αύξησης του ορίου συνταξιοδότησης.
Οι «Εναλλακτικοί για τη Γερμανία», το ακροδεξιό AfD, πάτησαν εδώ και χρόνια πάνω στο κύμα ισλαμοφοβίας και στις ρατσιστικές διαδηλώσεις ενάντια σε μετανάστριες και πρόσφυγες, για να αυξήσουν τα ποσοστά και την επιρροή τους. Σήμερα πανεθνικά οι δημοσκοπήσεις τούς δίνουν 22%. Το AfD είναι πρώτη δύναμη στη Θουριγγία, στη Σαξονία αγγίζει δημοσκοπικά το 35%, ενώ όλα τα υπόλοιπα κόμματα έχουν μονοψήφια ποσοστά. Και όλα αυτά στις περιοχές που υπήρξαν άλλοτε τα κόκκινα κάστρα της Αριστεράς. Η Αριστερά φυσικά εκεί δείχνει πιο αποδυναμωμένη από ποτέ.
Στην Ισπανία, το VOX πατώντας πάνω στα αιματοβαμμένα χνάρια του Φράνκο, συμμετέχει ήδη σε τρεις τοπικές κυβερνήσεις, σε Εστρεμαδούρα, Καστίλη-Λεόν και Βαλένθια. Όπου σταθούν κι όπου βρεθούν οι εκπρόσωποί του κάνουν λόγο για την «απειλή του ισλαμικού φασισμού», δηλώνουν φανατικοί πολέμιοι των αμβλώσεων και υπέρμαχοι της οπλοχρησίας. Δίνουν προτεραιότητα στο εθνικό κράτος και υπεραμύνονται της «ισπανικότητας» και της παράδοσης.
Ακροδεξιά και στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης με τον Όρμπαν στην Ουγγαρία να μην θέλει να ακούσει κουβέντα για ποσόστωση στην κατανομή προσφύγων στις ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ανάλογης πολιτικής τοποθέτησης είναι και οι κυβερνώντες στην Πολωνία.
Στην Ολλανδία η Ακροδεξιά εκπροσωπείται στη βουλή με τρία διαφορετικά κόμματα.
Στη Φινλανδία, οι ακροδεξιοί του «Finns», συμμετέχουν ως κυβερνητικοί εταίροι στον συνασπισμό εξουσίας, ενώ στη Σουηδία οι «Σουηδοί Δημοκράτες», το σουηδικό αντίστοιχο της «Χρυσής Αυγής», είναι το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα του κοινοβουλίου.
Παρά τις όποιες επιμέρους διαφορές, τέσσερις βασικοί πυλώνες αποτελούν τους άξονες σύγκλισης για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά: Το αντιμεταναστευτικό μένος, η εχθρότητα προς την πολυπολιτισμικότητα, η αντίθεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και απόλυτο μίσος για την Αριστερά.
Η ακροδεξιά του 21ου αιώνα προβάλλει ως αντισυστημική, εναλλακτική και ριζοσπαστική. Κοστουμαρισμένη, καλογυαλισμένη και σοφιστικέ. Μετά από δεκαετίες σκληρού νεοφιλελευθερισμού και πολιτικών λιτότητας η στηλίτευση –εκ μέρους των φασιστών- της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και των τραπεζιτών, σκορπά γνήσιο ενθουσιασμό σε μαζικά ακροατήρια. Ο εύκολος στόχος έχει βρεθεί: οι μαζικές αφίξεις προσφύγων στην ευρωπαϊκή ήπειρο «είναι υπεύθυνες για την αλλοίωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού». Το δυνατό χαρτί τους είναι η ακραία ρητορική ενάντια στην «ισλαμοποίηση της Δύσης».
Κοντά σ’ αυτά έρχονται να προστεθούν η άρνηση της κλιματικής αλλαγής, το αντιεμβολιαστικό κίνημα, η λύσσα με την οποία χλευάζουν και πολεμούν τα δικαιώματα της λοατκια+ κοινότητας, η επίθεση στα αναπαραγωγικά δικαιώματα γυναικών, ο μισαναπηρισμός. Ο συνδυασμός όλων αυτών φούσκωσε τον αέρα στα πανιά μιας ακροδεξιάς που, κάτω από τα καλοραμμένα κοστούμια και τα χαμόγελα μπροστά στον φωτογραφικό φακό, δείχνει επικίνδυνα τα δόντια της. Έχει σε τέτοιο βαθμό και σε αντίστοιχη ένταση κανονικοποιηθεί η φασιστική ρητορεία και συμπεριφορά, ώστε ωθεί ακόμα και τα δεξιά κόμματα να γλιστρούν προς την ακροδεξιά ατζέντα.
Ποια η αντίδρασή μας;
Θα μπορούσαμε να προβλέψουμε μια τέτοια εξέλιξη; Σε μια Ευρώπη, που δοκίμασε τη φρίκη των ταγμάτων εφόδου, των βασανιστηρίων, των κρεματορίων, της συντριβής της εργατικής τάξης και κάθε συλλογικότητας; Μια φυλλομέτρηση της Ιστορίας μάς δίνει κάποιες πρώτες απαντήσεις.
Σε στιγμές που το σύστημα κλυδωνίζεται επικίνδυνα από την κρίση, οι άνθρωποι τείνουν να στρέφονται προς ριζοσπαστικές λύσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που κανονικά θα έπρεπε ενισχύονται τόσο η Αριστερά όσο και η ακροδεξιά. Το γεγονός ότι σε αυτή τη συγκυρία ενισχύεται μόνο η ακροδεξιά και συνεχώς συρρικνώνεται, αποδυναμώνεται και παρακμάζει η Αριστερά, είναι ιστορικά αφύσικο. «Κουμπώνει», ωστόσο, σε μια οδυνηρή για τον κόσμο μας διαπίστωση. Στο γεγονός ότι η υπάρχουσα Αριστερά αδυνατεί να προσφέρει σε έναν κόσμο που βιώνει κάθε μέρα την ανασφάλεια και που βλέπει τη συνεχή υποβάθμιση της ζωής του, τις δραστικές λύσεις που χρειάζεται, προκειμένου να σπάσει ο φαύλος κύκλος.
Η ακροδεξιά –οφείλουμε να μην ξεχνάμε- είναι ένα αντιδραστικό λαϊκό κίνημα των από κάτω, που –μην μπορώντας να στραφούν ενάντια στους καπιταλιστές και τους τραπεζίτες, τους πραγματικούς υπεύθυνους για τη διάλυση των ζωών τους- θέλουν με πάθος να συντρίψουν τους ακόμα πιο κάτω. Αν αγνοήσουμε τον ενθουσιασμό, που γεννά ο φασισμός σε πλατιά στρώματα μικρομεσαίων και ακόμη και εργατών, θα έχουμε διαπράξει ένα ολέθριο σφάλμα.
Όσο η Αριστερά δεν καταφέρνει να συνδέσει τις αγωνίες, τις ανάγκες και τους φόβους των ανθρώπων σήμερα με την προοπτική ενός μέλλοντος όπου κανένα πλάσμα δεν θα περισσεύει και όλοι θα μπορούν να ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους, η Ακροδεξιά θα συνεχίσει να κερδίζει τα μυαλά και τις ψυχές των ανθρώπων που πλήττονται από την κρίση. Όχι μόνο την οικονομική, αλλά την κρίση ενός ολόκληρου συστήματος.
Όσο η Αριστερά δεν κάνει σημαία της την υπεράσπιση των κατεξοχήν ανυπεράσπιστων και βαλλόμενων από παντού πλασμάτων, όσο δεν οργανώνει τους αγώνες για «ψωμί και τριαντάφυλλα», όσο δεν κερδίζει τις μάχες στον αγώνα των εργαζόμενων απέναντι στο κεφάλαιο και τις εργοδοσίες, όσο δεν έχει να παρουσιάσει νικηφόρα αποτελέσματα στην αγωνιώδη προσπάθεια να σωθεί ο πλανήτης, όσο δεν κατεβαίνει στον δρόμο προτάσσοντας ένα ενιαίο και αδιάσπαστο μέτωπο ενάντια στους φασίστες, τόσο θα χάνει ανάσες και θα μένει πίσω.
Είναι κρίσιμο να κερδίσουμε τη μάχη απέναντι στους φασίστες.
Διατυπωμένο αλλιώς: Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τη χάσουμε.
Είναι μάχη για την ίδια τη ζωή μας.
Στην απόλυτη κυριολεξία του όρου.
To άρθρο αυτό βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη», φύλλο 20ο Σεπτέμβρης 2023, που κυκλοφορεί.
