
Συνέντευξη με τον Χρήστο Κεφαλή με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του «Κριτική του νεοσταλινισμού του ΚΚΕ»
Συνομιλούμε με τον σύντροφο Χρήστο Κεφαλή, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» και συγγραφέα ικανού αριθμού βιβλίων, μεταξύ των οποίων και του «Κριτική του νεοσταλινισμού του ΚΚΕ», που κυκλοφόρησε τελευταία από τις εκδόσεις Εύμαρος.
Σύντροφε Χρήστο, με μεγάλη μας χαρά διαβάζουμε το καινούργιο βιβλίο σου στη συντακτική ομάδα της «Κόκκινης». Πώς αποφάσισες να καταπιαστείς τόσο διεξοδικά με τη μαρξιστική κριτική του νεοσταλινισμού του ΚΚΕ;
Έχουμε μπει ξεκάθαρα σε μια εποχή μεγάλων κλυδωνισμών και κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού: πόλεμοι, κλιματική αλλαγή, επισιτιστική ανασφάλεια, φασιστικοποίηση. Κρίση όμως υπάρχει και στον χώρο της ευρείας κομμουνιστικής/αντικαπιταλιστικής αριστεράς, όπου δεν βλέπουμε γενικά να διαμορφώνονται επαρκείς απαντήσεις. Στις περισσότερες οργανώσεις, ωστόσο, συνυπάρχουν θετικά και αρνητικά στοιχεία. Ο νεοσταλινισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ, αντίθετα, είναι ένα πλήρες λάθος και απάτη, που υπηρετεί την αναπαραγωγή ενός αποσπασμένου από τη ζωή γραφειοκρατικού μηχανισμού. Η αίσθηση του κινδύνου που αποτελεί για το κίνημα η κυριαρχία τέτοιων λογικών σε μια εποχή όπου κυοφορούνται μεγάλες ιστορικές μάχες αποτέλεσε την ώθηση για τη συγγραφή του βιβλίου.
Είναι αξιοθαύμαστα συστηματική η προσπάθεια που έκανες στο βιβλίο σου μετά από τόσα κείμενα που διάβασες στον Ριζοσπάστη και στην ΚΟΜΕΠ, όπου κακοποιείται με βάναυσο τρόπο η μαρξιστική θεωρία. Ποια εκτιμάς πως θα είναι η ανταπόκριση σε αυτό και η απήχησή του στη βάση των μελών του ΚΚΕ;
Νομίζω πρέπει να κάνουμε μια σαφή διάκριση ανάμεσα στην ηγεσία και τα απλά μέλη και στελέχη του ΚΚΕ. Στη βάση του ΚΚΕ υπάρχουν πολλοί έντιμοι αγωνιστές, που θέλουν να παλέψουν για τον σοσιαλισμό. Από αυτά τα στοιχεία στο μέλλον θα βγουν θετικές μορφές, όπως αυτές που έδωσε στο κίνημα το ΚΚΕ στο παρελθόν, π.χ. στο εαμικό κίνημα.
Δυστυχώς η νεοσταλινική αναπαλαίωση των 30 τελευταίων χρόνων, μετά την ανάδειξη της Παπαρήγα στην ηγεσία, έχει φορέσει στην κομματική βάση παρωπίδες και έχει αμβλύνει στο έπακρο την ικανότητα κριτικής σκέψης, που αποτελεί όρο κάθε αποτελεσματικού αγώνα για τον σοσιαλισμό. Ζητούμενο, λοιπόν, είναι τα απλά μέλη και στελέχη του ΚΚΕ να απαλλαγούν σε μια πορεία από τις παρωπίδες. Αυτό το νόημα έχει η αφιέρωση του βιβλίου μου στους απλούς αγωνιστές του ΚΚΕ και του κινήματος.
Θα θέλαμε τώρα να εστιάσουμε την κουβέντα στη στάση του ΚΚΕ απέναντι στους λοατκια+ ανθρώπους. Με ποια λογική και ποια επιχειρηματολογία το ΚΚΕ αρνείται τη νομική αναγνώριση των δικαιωμάτων των τρανς ατόμων; Και μάλιστα να φτάνει, μέσα στη βουλή, να την καταψηφίζει μαζί με τους φασίστες της Χρυσής Αυγής; Κι όλα αυτά σε μια συγκυρία που τέτοιες απόψεις κερδίζουν έδαφος μέσα στους κόλπους του κινήματος – και δυστυχώς και της Αριστεράς;
Συζητώ αυτό το ζήτημα σε ένα υποκεφάλαιο στο βιβλίο, ως μια εκδήλωση της αποϊδεολογικοποίησης, του ιδεολογικού κενού που παρήγαγε στο ΚΚΕ η σταλινική αναπαλαίωση των τελευταίων δεκαετιών. Αρκετά συχνά αυτό το κενό ωθείται ως την ταύτιση με την αντίδραση και τον σκοταδισμό, και οι θέσεις του ΚΚΕ για τα δικαιώματα της λοατκια+ κοινότητας εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Φραστικά παραδέχονται αυτά τα δικαιώματα, όμως το κάνουν πάντα με τέτοιες επιφυλάξεις και όρους, που καταλήγουν στην έμπρακτη απόρριψή τους.
Η λογική είναι η οικεία λογική του γραφειοκρατισμού, που αναζητά πάντα έτοιμες και εύκολες απαντήσεις, οι οποίες παρά το κομμουνιστικό τους περιτύλιγμα στον πυρήνα τους είναι αδιάλειπτα ψευδείς και συντηρητικές. Η ίδια η αποθέωση του Στάλιν, στον οποίο η ηγεσία του ΚΚΕ αναγνωρίζει τον εαυτό της, ήταν μια επικύρωση αυτών των λογικών με την επιστροφή στην πηγή τους.
Για τη στάση του ΚΚΕ, που ψήφισε πράγματι το 2017 μαζί με τη Χρυσή Αυγή, την Εκκλησία κ.ά., ενάντια στην αναγνώριση του δικαιώματος αυτοκαθορισμού του φύλου, χαρακτηριστικές είναι οι τοποθετήσεις της Παπαρήγα στη σχετική συζήτηση στη Βουλή. Η πρώην ΓΓ του ΚΚΕ υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι ο σχετικός νόμος ήταν νομικά ανυπόστατος, γιατί βάσιζε το δικαίωμα διόρθωσης φύλου στα υποκειμενικά βιώματα των αιτούντων και αυτό αντιβαίνει στην έννοια του νόμου, που πρέπει να αναφέρεται πάντα σε κάτι αντικειμενικό. Για να ψηφιστεί ο νόμος, θα έπρεπε –κατά την ίδια- να προβλεφθεί η σύσταση επιστημονικών επιτροπών, που θα αποφαίνονται αν το αίτημα διόρθωσης φύλου ενός ατόμου έχει αντικειμενική βάση ή είναι καθαρά υποκειμενικό.
Αυτό, βέβαια, είναι μια γραφειοκρατική σαχλαμάρα. Η ελευθερία του υποκειμενικού βιώματος έχει γίνει πολλές φορές βάση για τη θέσπιση νόμων, όπως για την ανεξιθρησκία –το δικαίωμα κάθε πολίτη να ακολουθεί τη θρησκεία της αρεσκείας του- και κανείς δεν σκέφτηκε να συμπεριλάβει σε αυτούς τη σύσταση επιτροπών, που θα εξετάζουν αν το θρησκευτικό αίσθημα του κάθε ατόμου είναι γνήσιο ή όχι. Εδώ εμπίπτουν στην πραγματικότητα όλες οι διατάξεις για την ελευθερία της συνείδησης. Οι κομμουνιστές υποστήριζαν πάντα αυτούς τους νόμους, χωρίς να θέτουν όρους για τη σύσταση αρμόδιων επιτροπών, κοκ.
Να προσθέσω ότι στην ίδια συζήτηση η Παπαρήγα αποφάνθηκε ότι όσοι δεν συμφωνούσαν μαζί της χρήζουν ψυχιάτρου. Δεν ξέρω κατά πόσο χρειαζόμαστε ήδη ψυχίατρο, οπωσδήποτε όμως με αυτά που ακούμε από την Παπαρήγα θα τον χρειαστούμε μελλοντικά…

Στο βιβλίο σου συζητάς και τη σχετική αρθρογραφία του Ριζοσπάστη. Αναφέρεις ότι βασίζεται στην υπόθεση ότι η «αντικειμενικότητα του φύλου» σημαίνει πως αυτό είναι απόλυτο και αμετάβλητο. Πόσο σχέση έχει αυτό με τη μαρξιστική διαλεκτική;
Η σχετική αρθρογραφία του Ριζοσπάστη απαντά υποτίθεται στις μεταμοντέρνες απόψεις ότι το φύλο είναι καθαρά κοινωνική κατασκευή, χωρίς βιολογική βάση. Αυτή η πλήρης σχετικοποίηση απηχεί την αστική θεώρηση και είναι λαθεμένη. Το φύλο είναι βασικά ένα προϊόν της βιολογικής εξέλιξης. Στις πολεμικές τους οι αρθρογράφοι του ΚΚΕ επικαλούνται την αντικειμενικότητα του φύλου, τη φυσική, βιολογική του θεμελίωση. Εκλαμβάνουν όμως αδιάλειπτα αυτή την αντικειμενικότητα με την έννοια της αμεταβλητότητας και έτσι, πολεμώντας υποτιθέμενα τους μεταμοντέρνους, περνούν ασυναίσθητα στις θέσεις της ακροδεξιάς και της Εκκλησίας, που εκκινούν από την ίδια απολυτοποίηση.
Φυσικά, η μαρξιστική διαλεκτική βρίσκεται στον αντίποδα μιας τέτοιας αντίληψης. Η διαλεκτική πρεσβεύει το «τα πάντα ρει» του Ηράκλειτου, την άποψη ότι, όπως έλεγε ο Λένιν, όλα τα όρια και οι ποιότητες στη φύση –και επομένως και το φύλο- είναι κινητά.
Στο κοινωνικό επίπεδο, πχ, η αστική τάξη και το προλεταριάτο είναι οι δύο βασικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ανάμεσά τους όμως υπάρχουν πολυάριθμες ομάδες και κατηγορίες μικροαστών, που δεν ανήκουν ούτε στη μια ούτε στην άλλη, συνδυάζοντας γνωρίσματα και των δύο. Επιπλέον, ανάμεσα στις τάξεις υπάρχει πάντα μια κινητικότητα. Μερικοί προλετάριοι ανέρχονται στη μικροαστική και την αστική τάξη και το αντίστροφο.
Κάτι ανάλογο ισχύει και με το φύλο, όπου η ρευστότητα εκδηλώνεται με κάπως διαφορετικό τρόπο. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι οι λοατκια+ ταυτότητες είναι μέσα στη λογική της φύσης, αντανακλώντας την καθολική μεταβλητότητα· αν και μειοψηφικές, δεν αποτελούν μια ανωμαλία, ένα «λάθος της φύσης».
Στον κβαντικό κόσμο πάλι η ρευστότητα εκφράζεται με τις σχέσεις απροσδιοριστίας, σύμφωνα με τις οποίες συζυγή μεγέθη, όπως η θέση και η ορμή, δεν μπορεί να μετρηθούν ταυτόχρονα με απόλυτη ακρίβεια, επειδή ο ισχυρός προσδιορισμός τού ενός καθιστά αβέβαιο το άλλο. Οι Μεγάλες Ενοποιημένες Θεωρίες επέκτειναν τη ρευστότητα στις ταυτότητες των σωματιδίων, ενώ με τη Θεωρία Μ αποδόθηκε επίσης απροσδιοριστία στα χωροχρονικά σημεία. Έτσι έγινε τελικά δυνατή η ενοποίηση της βαρύτητας με τις άλλες δυνάμεις, που ως τότε φαίνονταν ασύμβατες μεταξύ τους.
Περιττό να πω, οι δογματιστές του ΚΚΕ λοιδορούν επίσης αυτή την ωραία διαλεκτική κοσμοεικόνα της φυσικής επιστήμης. Σε πλήθος άρθρων στον Ριζοσπάστη και την ΚΟΜΕΠ, ακολουθώντας κατά γράμμα τον Ζντάνοφ, καταγγέλλουν τον Χάιζενμπεργκ, τον Μπορ και τους άλλους πρωτεργάτες της κβαντικής επανάστασης ως «ιδεαλιστές», «θετικιστές», κοκ. Αντί αυτού, εκφράζουν αδιάλειπτα την προτίμησή τους στις θεωρίες των λανθανουσών παραμέτρων, που αποδείχτηκαν εντελώς μεταφυσικές και στείρες. Οι θεωρίες αυτές εξαλείφουν τη ρευστότητα, για να αποκαταστήσουν τη μηχανική αιτιοκρατία, διαψεύστηκαν όμως από όλα τα πειράματα.
Αφιερώνω στο βιβλίο ένα υποκεφάλαιο γι’ αυτά τα ζητήματα, αμέσως μετά τη συζήτηση για τις ταυτότητες φύλου. Έχουμε εδώ μια απόδειξη ότι η θέση του ΚΚΕ για το θέμα των ταυτοτήτων φύλου δεν είναι τυχαία, αλλά μια επιμέρους εκδήλωση του γενικότερου δογματισμού τους.
Η γραφειοκρατική λογική προκρίνει τελικά τη στατικότητα. Εδώ βρίσκεται και το μυστικό της αξίωσης της Παπαρήγα για «αντικειμενικότητα». Ουσιαστικά αξιώνει για τον εαυτό της το μέτρο και το δικαίωμα κρίσης του «αντικειμενικού». Έτσι, όμως, αποδεικνύει μόνο τη γραφειοκρατική της ασημαντότητα και νέκρωση· το στατικό τελικά είναι το ασήμαντο.

Μια πλευρά της κληρονομιάς της Οκτωβριανής επανάστασης, σχεδόν άγνωστη σήμερα, είναι οι απελευθερωτικές πρωτοβουλίες των μπολσεβίκων στα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλόφιλων (όπως αναφέρονταν, εκείνα τα χρόνια, οι άνθρωποι του λοατκια+ φάσματος). Στο βιβλίο σου κάνεις λόγο για αυτήν την ξεχασμένη επαναστατική παράδοση. Θέλεις να θίξεις κάποια σημεία των αντισεξιστικών πρωτοβουλιών των μπολσεβίκων για το αναγνωστικό κοινό της «Κόκκινης»; Και να σχολιάσεις γιατί και πώς χάθηκε και θάφτηκε αυτή η παράδοση στα επόμενα χρόνια, όταν κυριάρχησε ο σταλινισμός;
Η Οκτωβριανή επανάσταση καθιέρωσε πράγματι πρωτοπόρα κοινωνικά δικαιώματα, που δεν υπήρχαν ως τότε στον καπιταλιστικό κόσμο, όπως τα δικαιώματα της άμβλωσης και του ελεύθερου διαζυγίου, ενώ στη Ρωσία και την Ουκρανία καθιερώθηκε και η ελευθερία των ομοφυλοφιλικών σχέσεων. Αυτά τα δικαιώματα διατηρήθηκαν σε όλη τη δεκαετία του 1920, καταργήθηκαν όμως σταδιακά μετά την επικράτηση του Στάλιν στη δεκαετία του 1930, για να επαναφερθούν εν μέρει μετά το 1956.
Αυτό θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας ξεχωριστής συζήτησης. Θα αρκεστώ εδώ να αναφέρω την αχρεία παραχάραξη του ζητήματος από την Παπαρήγα, η οποία στη Βουλή αναφέρθηκε στη δεκαετία του 1920 ως «σταλινική περίοδο», στην οποία δεν ίσχυαν τα δικαιώματα και ανακάλυψε μάλιστα ταύτιση ανάμεσα στον εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ και τη Χρυσή Αυγή. Αυτή η ωμή παραχάραξη της χρειαζόταν, για να κρύψει ότι ο σταλινισμός υπήρξε ο φορέας της ακύρωσης πολλών κατακτήσεων του Οκτώβρη και να αρνηθεί έτσι την καταπιεστική φύση του. Διαφορετικά θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι και η βίαιη κολεκτιβοποίηση, οι διώξεις του 1936-38 κοκ, ήταν τέτοιες πράξεις καταπίεσης και όχι σωτήρια έργα υπεράσπισης του σοσιαλισμού, όπως τα παρουσιάζει η ηγεσία του ΚΚΕ.
Πώς σχολιάζεις την τοποθέτηση του βουλευτή του ΚΚΕ Καραθανασόπουλου πως «το ΚΚΕ δεν υποστηρίζει το δικαίωμα γάμου των ομόφυλων, γιατί ο γάμος είναι κατάλοιπο του καπιταλισμού» (!!!);
Ο Λένιν, ο Μαρξ, η Λούξεμπουργκ και όλοι οι επιφανείς μαρξιστές, επέμεναν ότι ο συνεπής δημοκρατισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο του σοσιαλισμού και του αγώνα για τον σοσιαλισμό. Ο Λένιν τόνιζε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να καταπολεμούν κάθε προνόμιο υπέρ μιας τάξης ή ομάδας του πληθυσμού, όπως εθνικά ή θρησκευτικά προνόμια, διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, κοκ· έλεγε μάλιστα ότι αυτό θα είναι ένα από τα βασικά καθήκοντα του προλεταριακού κόμματος ως το τέλος του καπιταλισμού. Από αυτό απορρέει ότι τα κοινωνικά δικαιώματα πρέπει να είναι ίδια για όλους, ότι κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να στερείται από τα μέλη της λοατκια+ κοινότητας ή από οποιαδήποτε άλλη ομάδα, απλά επειδή είναι μέλη της.
Η δήλωση του Καραθανασόπουλου είναι πραγματικά αξιοθρήνητη. Σε μια εποχή όπου τα κοινωνικά δικαιώματα δέχονται επίθεση από τους κάθε λογής ακροδεξιούς, ρατσιστές, κοκ, λέει ουσιαστικά ότι εμάς δεν μας ενδιαφέρει αν οι τρανς και οι γκέι θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με όλους ή αν θα τους κλείνουν σε γκέτο οι νεοναζί. Αν δεχτούμε τη λογική του, θα έπρεπε να αρνηθούμε και το δικαίωμα γάμου των ετερόφυλων ζευγαριών, αφού και αυτό αποτελεί κατάλοιπο του καπιταλισμού. Επίσης το δικαίωμα ψήφου των νέων, τα επιδόματα ανεργίας, κοκ, θα έπρεπε να καταψηφίζονται από τους κομμουνιστές ως «καπιταλιστικά κατάλοιπα», κοκ.
Πολιτικά η θέση του Καραθανασόπουλου αναπαράγει τη λογική του σοσιαλφασισμού, με την οποία το ΚΚ Γερμανίας έδωσε τη νίκη στον Χίτλερ. Επειδή είμαστε κομμουνιστές, μας είναι αδιάφορο αν θα έχουμε αστική δημοκρατία ή φασισμό. Αυτή τη μνημειώδη ανοησία, την οποία επέκρινε εύστοχα ο Τρότσκι στα κείμενά του για τη γερμανική κρίση, μας προσφέρει σαν κομμουνιστική σοφία εν έτει 2023 το ΚΚΕ. Μιλάμε για τον απόλυτο πάτο.
Θα ήθελες, σύντροφε, να κάνεις κάποια δήλωση για την εφημερίδα «Η Κόκκινη», που έχει μπει ήδη στον 5ο χρόνο κυκλοφορίας της;
«Η Κόκκινη» είναι ένα ζωντανό έντυπο και σάιτ, που συνεισφέρει θετικά στα ζητήματα της ενημέρωσης και του ακτιβισμού στον ευρύ αντικαπιταλιστικό χώρο.
Ευχαριστούμε πολύ, σύντροφε Χρήστο, για τον χρόνο που μας διέθεσες!
*Η συνέντευξη είναι δημοσιευμένη στο 20ο φύλλο της εφημερίδας «η Κόκκινη» (Σεπτέμβρης 2023), που κυκλοφορεί.
