
Στις 25/10 ενημερωθήκαμε για άλλη μία δολοφονημένη γυναίκα, αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη. H 42χρονη γυναίκα βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, από τον αδερφό της, που έσπευσε στο σπίτι του πατέρα τους για να τον ενημερώσει. Τον βρήκε με τραύμα στην κοιλιακή χώρα, το οποίο μετά το πόρισμα των ερευνών διαπιστώθηκε ότι προκλήθηκε από τον ίδιο, πάνω στην προσπάθειά του να αυτοκτονήσει. Ο πατέρας της 42χρονης έχει ομολογήσει ότι σκότωσε ασφυκτικά την κόρη του, και νοσηλεύεται φρουρούμενος σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.
Πέρα από το έμφυλο χαρακτηριστικό, η γυναικοκτονία αυτή αγγίζει διαθεματικά και άλλα ταυτοτικά ζητήματα, και συγκεκριμένα έχει μισαναπηρικά χαρακτηριστικά. Η 42χρονη είχε σκλήρυνση κατά πλάκας με τα διάφορα συμπτώματα που επιφέρει η κατάσταση αυτή. Ο πατέρας της είπε στον γιο του ότι το κίνητρο για την πράξη του ήταν το γεγονός ότι «δεν άντεχε να την βλέπει να υποφέρει σε αυτή την κατάσταση». Βλέπουμε, λοιπόν, στην ομολογία του και την παραδοχή ότι αισθάνθηκε πως είχε το δικαίωμα να αποφασίσει ότι εκείνη υπέφερε, ότι δεν μπορούσε να φροντίσει την εαυτή της, και ότι θα ήταν καλύτερα αν δεν ζούσε περισσότερο (!).
Αυτό το σκεπτικό έχει τη βάση του σε μισαναπηρικές λογικές και στερεότυπα που δομούνται πάνω στον ετεροκαθορισμό των ανάπηρων ζωών και ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για ανάπηρες γυναίκες στην έμφυλη κατανομή της φροντίδας, γι’αυτό και ορίζουμε και το έγκλημα αυτό ως γυναικοκτονία, διότι δεν είναι αποεμφυλοποιημένο. Αν αναλογιστούμε ποια υποκείμενα έχουν -ιστορικά, κοινωνικά, στατιστικά- προνόμια κρίσης για τις ζωές των άλλων και κατά πόσο αυτές αξίζουν, τότε μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε και την μισαναπηρική αφετηρία της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Η γυναικοκτονία αυτή έχει κοινά χαρακτηριστικά με την υπόθεση του 2021, όπου ο σύζυγος σκότωσε την ηλικιωμένη σύζυγό του, η οποία έπασχε από Αλτσχάιμερ, για τους ίδιους περίπου λόγους που ανέφερε και ο πατέρας της 42χρονης, θυμίζοντάς μας -για άλλη μία φορά- πως η φροντίδα είναι μια ποιότητα που κοινωνικά αποδίδεται ως θηλυκή επιτέλεση, και μια θηλυκότητα καθίσταται «άχρηστη» εφόσον «δεν μπορεί να την προσφέρει». Επιπλέον μας θυμίζει πως, στην κοινωνία μας, η φροντίδα ορίζεται και με ικανοτιστικά (ableist) κριτήρια, απαξιώνοντας την συναισθηματική εργασία (emotional labour) και τις διάφορες μορφές φροντιστικότητας που επιτελούν τα ανάπηρα άτομα μέσα στις σχέσεις τους.
Πίσω στο σήμερα, η γυναικοκτονία της 42χρονης μας υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο ότι τα ανάπηρα σώματα πολύ συχνά ετεροπροσδιορίζονται από τον οίκτο που μπορεί να νιώθουν τα μη ανάπηρα σώματα προς εκείνα, χωρίς να λαμβάνεται -σχεδόν ποτέ- υπόψιν το βίωμα και η οπτική των ίδιων των ανάπηρων ατόμων. Οίκτος που έχει σαν βάση την δυσμενή θέση των ανάπηρων μέσα στην κοινωνία. Μια κοινωνία δομημένη με τρόπο που δεν τα χωράει. Εδραιωμένη σε μοχλούς καταπίεσης, και κανονικοποίησης του νόμου του «δυνατού». Μια κοινωνία που φτάνει στο σημείο να δολοφονεί ένα σώμα που η ίδια βαφτίζει «δυστυχισμένο» και θεωρεί τη ζωή του αναξιοβίωτη.
ΚΑΝΕΝΑ ΣΩΜΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ
Φylis auth
Φοιτητική Ένωση για το Φύλο και την Ισότητα
