
Γράφει η Χριστίνα Βογιατζόγλου
Το βιβλίο της Αρούτσα επιχειρεί να αναλύσει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στα κινήματα των γυναικών με τα εργατικά και κοινωνικά κινήματα κάθε εποχής. Μελετά την τάξη και το κοινωνικό φύλο, καθώς και την αλληλεξάρτηση της καταπίεσης των γυναικών και των άλλων μορφών καταπίεσης και ταξικής εκμετάλλευσης μέσα στον καπιταλισμό. Κλείνει τη διαπραγμάτευσή της με την ανάγκη ανάπτυξης μιας αντίληψης ικανής να συλλάβει τα σημεία τομής τους.
Σύμφωνα με τη συγγραφέα, η σχέση μεταξύ των πατριαρχικών υπολειμμάτων είναι σύνθετη. Και αυτό γιατί ο καπιταλισμός τα έχει ενσωματώσει και τα χρησιμοποιεί καθημερινά, μετασχηματίζοντας την πατριαρχία. Ο τρόπος με τον οποίο αλληλοδιαπλέκονται στην καπιταλιστική παραγωγή και τις σχέσεις εξουσίας διαμορφώνουν μια πραγματικότητα περίπλοκη. Ως εκ τούτου, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να χωρέσουμε τα πάντα σε μια απλή εξίσωση.
Το βιβλίο ασχολείται με παραδείγματα ιστορικά, όπως για παράδειγμα: 1) την απεργία της Ford το 1968 για ισότητα μισθών, που αποτέλεσε την ιδρυτική πράξη για το βρετανικό γυναικείο κίνημα 2) τη συσπείρωση των γυναικών των απεργών ανθρακωρύχων, με σκοπό τη στήριξη της απεργίας. Τότε κολλεκτιβοποιήθηκε η οικιακή εργασία, η τροφή και φροντίδα των παιδιών, ενώ οι γυναίκες περιφρουρούσαν την απεργία και επικοινωνούσαν τα αιτήματα.
Σκοπός της έρευνας της Αρούτσα είναι να αναζητήσει νέους τρόπους, ώστε οι διαφορετικές μορφές καταπίεσης, εκμετάλλευσης, ταυτοτήτων να ενταχθούν σε μια μαρξιστική θεώρηση. Άρα να ξεπεραστεί έτσι η ιεράρχηση και ο διαχωρισμός των διαφόρων μορφών καταπίεσης, μια ιεράρχηση για την οποία ευθύνονται και πολλά μαρξιστικά ρεύματα. Απώτερος στόχος, οι αγώνες του φεμινισμού να γίνουν αναπόσπαστο κομμάτι της δράσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς και να επανεννοιολογηθεί η τάξη μέσω της χρήσης του κοινωνικού φύλου, προκειμένου να φτάσουμε σε έναν βαθύτερο και χρησιμότερο ορισμό της τάξης. Είναι γνωστό πως πολλές φορές έχει γίνει προσπάθεια να παρουσιαστεί η καταπίεση του κοινωνικού φύλου ως προέκταση της εκμεταλλευτικής σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής δύναμης, όπως και η σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών με όρους ταξικού ανταγωνισμού. Ο σκοπός, που προτάσσεται εδώ, είναι να καταφέρουμε να θέσουμε την τάξη και το κοινωνικό φύλο σε ενιαίο πολιτικό πλαίσιο, χωρίς να ιεραρχούμε τις ξεχωριστές μορφές καταπίεσης. Πώς οργανώνουμε τις πολιτικές παρεμβάσεις μας; Πώς γεφυρώνουμε το χάσμα μεταξύ του φεμινισμού και του ταξικού αγώνα; Ας κρατάμε πάντα στο νου μας πως χρειαζόμαστε θεωρία, οργάνωση και πολιτική δράση. Συχνά ο τρόπος, με τον οποίο θα καταλήξουμε εκεί, είναι θέμα εμπειρικού πειραματισμού.

Το κεφάλαιο των γάμων των δύο κινημάτων ξεκινά το 1844 με τη Φλώρα Τριστάν. Η Τριστάν έκανε λόγο για εργατική Διεθνή (πριν ακόμα τον Ένγκελς και τον Μαρξ), ενώ είχε ξεχωριστό κεφάλαιο αναφορικά με τα δικαιώματα των γυναικών. Μελέτησε τις σχέσεις αντρών και γυναικών στην εργατική οικογένεια, καυτηρίασε το γεγονός ότι οι γυναίκες λάμβαναν τον μισό μισθό για την εργασία τους, ενώ μέσα στο σπίτι βίωναν κακομεταχείριση και ταπείνωση, εξαναγκαζόμενες κοινωνικά να αποδεχτούν αυτόν τον ρόλο. Στο έργο της η απελευθέρωση των γυναικών είναι συνυφασμένη με την κοινωνική απελευθέρωση. Πριν από την Τριστάν έχουν καταγραφεί κάποιες προσπάθειες ατομικής διαφυγής από αυτόν τον κοινωνικό εξαναγκασμό, που κατέληγαν είτε σε μοναστήρια είτε σε αιρέσεις. Η αγγλική και η γαλλική επανάσταση ήταν αυτές που έθεσαν τους όρους, ώστε οι γυναίκες να αρχίσουν να σκέφτονται με τρόπο συλλογικό την απελευθέρωσή τους θέτοντας το ιδεώδες της ισότητας. Υπήρξαν ριζοσπαστικές ομάδες, οι οποίες άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η σεξουαλική ελευθερία είναι αποκλειστικότητα των ανδρών, ενώ έκαναν τη σύνδεση της ατομικής ιδιοκτησίας με τις έμφυλες σχέσεις.
Στη Γαλλική Επανάσταση εμφανίζεται η Όλεμπ ντε Γκουζ με το μανιφέστο του αστικού φεμινισμού. Κάνει λόγο για την παιδεία και τη μόρφωση, που μέχρι τότε επιφυλάσσονταν ως προνόμιο αποκλειστικά για τους άντρες. Στη συνέχεια τόσο ο Φουριέ, όσο κυρίως αργότερα ο Μαρξ, αναδεικνύουν τη σύνδεση μεταξύ οικονομικής καταπίεσης και σεξουαλικής καταπίεσης. Μιλάνε για δικαίωμα στη σεξουαλική ελευθερία, μιλάνε για φροντίδα και μόρφωση παιδιών σε πλαίσιο κοινότητας, καθώς και για τη μόρφωση των γυναικών, ώστε οι τελευταίες να μπορούν να συμμετέχουν εντονότερα στην πολιτική δράση. Και εδώ ξεπηδάνε δύο βασικά προβλήματα. Αρχικά οι φιλελεύθερες φεμινίστριες αδιαφορούν για τις συνθήκες ζωής των εργατριών, ενώ από την άλλη οι εργάτριες είναι καχύποπτες, έως και αδιάφορες, για τα αιτήματα των φιλελεύθερων φεμινιστριών.
Όταν στις 3/11/1793 η Όλεμπ ντε Γκουζ οδηγείται στη γκιλοτίνα μαζί με άλλες φιλελεύθερες φεμινίστριες, οι εργάτριες ζητωκραυγάζουν. Το κάλεσμα για χειραφέτηση δεν βρίσκει ανταπόκριση στα φτωχότερα στρώματα. Λογικό, αν σκεφτούμε ότι η ανεργία και ο πληθωρισμός σε συνδυασμό με τις συνθήκες ζωής ήταν πολύ σημαντικότεροι παράγοντες. Παρόλα αυτά, τότε έγιναν τα πρώτα βήματα α) Για πρόσβαση σε μόρφωση και πολιτισμό, άρα και επαγγελματική σταδιοδρομία. β) Για αστικά και πολιτικά δικαιώματα. Το 1865 έχουμε την ίδρυση της Γενικής Ένωσης Γερμανίδων. Η Ένωση δεν έχει καμία επαφή με τις εργάτριες. Μάλλον το αντίθετο. Δεν εκφράζει στο πρόγραμμά της τίποτα σε σχέση με τα εκλογικά δικαιώματα. Ασχολείται κυρίως με την παιδεία, ενώ απέναντι στη νομοθεσία σχετικά με τις προστατευτικές ρυθμίσεις για τις εργαζόμενες γυναίκες κρατά εχθρική στάση, επιδεικνύοντας παντελή αδιαφορία για τις ζωές τους.
Αντιθέτως, στην Αγγλία ο αστικός φεμινισμός διατήρησε ανοιχτό τον διάλογο με το εργατικό κίνημα. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται το σημείο τομής του αστικού φεμινισμού και των εργατριών με την ίδρυση της Κοινωνικής και Πολιτικής Ένωσης Γυναικών από την Έμελιν Πάνκχερστ. Αρχικά συνδεόταν με το ανεξάρτητο εργατικό κόμμα, ενώ στη συνέχεια απομακρύνθηκε. Παρόλο που μελλοντικά η κόρη της Πάνκχερστ, ως ριζοσπάστρια σοσιαλίστρια φεμινίστρια, προσπάθησε να τα φέρει σε επαφή, δεν τα κατάφερε. Στην Αγγλία από το 1886 έως το 1906 ο αριθμός των γυναικών μελών στα συνδικάτα εκτοξεύεται, ενώ τελικά καταλήγουν να σχηματίζουν τα δικά τους.
Στην άλλη πλευρά της Μάγχης, οι εργάτριες του Παρισιού κατά την παρισινή Κομμούνα, επιχειρούν να θέσουν τις βάσεις μιας νέας κοινωνίας. Στις 18/03/1871 συναδελφώνονται με τους στρατιώτες και καταφέρνουν μιλώντας μαζί τους να ματαιώσουν τα σχέδιά τους. Οι στρατιώτες συσπειρώνονται με τις μάζες και συλλαμβάνουν τους ίδιους τους αξιωματικούς. Έναν μήνα αργότερα ιδρύεται η Ένωση Γυναικών για την υπεράσπιση του Παρισιού και τη φροντίδα στους τραυματισμένους, όπου ηγετικό ρόλο διαδραματίζουν γυναίκες-μέλη της Α΄ Διεθνούς. Το μανιφέστο του Απρίλη, γεμάτο ιδέες και προτάσεις από τα σοσιαλιστικά ρεύματα του 19ου αιώνα, κηρύσσει με σαφήνεια την κοινωνική επανάσταση, την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάργηση κάθε μορφής εκμετάλλευσης, ενώ καλεί τις γυναίκες να συμμετάσχουν ενεργά στην επανάσταση. Η Ένωση στηρίζει με πάθος την Κομμούνα, όπου ιδρύεται ειδική επιτροπή γυναικών για τη δημιουργία σχολείου θηλέων, καθώς και τεχνική σχολή μόνο για γυναίκες. Αρχίζουν να στήνονται παιδικοί σταθμοί γύρω από τα εργοστάσια και να συζητιέται και το ζήτημα της ίσης αμοιβής. Ξεπηδούν ταυτόχρονα και άλλες γυναικείες οργανώσεις. Την τελευταία εβδομάδα της Κομμούνας οι γυναίκες πολεμούν ακούραστα, για να υπερασπίσουν τους δρόμους του Παρισιού από τις επιθέσεις των Βερσαλλιών. Ακολουθεί κανονικό κυνήγι μαγισσών. Αστές και αριστοκράτισσες εξαπολύουν πόλεμο στο ίδιο τους το (κοινωνικό) φύλο, ενώ η γαλλική αστική τάξη παρακολουθεί με επιδοκιμασία την εκτέλεση 30.000 κομμουνάρων και την εκτόπιση άλλων 40.000.

Στη Γερμανία, οι σχέσεις που αναλύουμε, συνδέονται με δύο κεντρικές μορφές: τον Αύγουστο Μπέμπελ και την Κλάρα Τσέτκιν. Ο πρώτος, στο βιβλίο του «Γυναίκα και σοσιαλισμός» κάνει αναφορά στη διπλή καταπίεση μιας γυναίκας. Και ως γυναίκας και ως εργάτριας, ενώ κάνει λόγο για αμειβόμενη εργασία ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χειραφέτηση. Η Κλάρα Τσέτκιν οργανώνει τις γυναίκες στους κόλπους της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Χάρη στην πίεσή της, η Δεύτερη Διεθνής τάσσεται υπέρ της γυναικείας εργασίας και της ίσης αμοιβής. Ιδρύει την εφημερίδα «Η Εργάτρια», που έχει ως πολιτικές αρχές της το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι, την κατάργηση των νόμων των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών, την αναγνώριση ελευθερίας και συμμετοχής σε πολιτικές δραστηριότητες, το δικαίωμα πρόσβασης στο εκπαιδευτικό σύστημα, την κατάργηση της παιδικής εργασίας, τη μείωση της εργάσιμης ημέρας σε οκτάωρο. Το SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας) στήριζε τα πιο προοδευτικά αιτήματα των φεμινιστριών, όπως φαίνεται και από τη συμπερίληψη στο πρόγραμμά του, του δικαιώματος ψήφου. Ταυτόχρονα ήταν το μόνο κόμμα, που έδινε τη δυνατότητα στις γυναίκες να οργανωθούν ως μέλη του. Πάντως πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι γυναίκες αποτελούσαν λιγότερο από το 10% των κομματικών μελών. Μέχρι τότε υπήρχε ακόμη η πεποίθηση πως οι γυναίκες επηρεάζονταν έντονα από θρησκευτικές αντιλήψεις, άρα η ψήφος τους θα ενίσχυε τα συντηρητικά κόμματα. Ταυτόχρονα έχουμε την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας Γυναίκας, χωρίς όμως συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ημερομηνία προκύπτει, όταν οι γυναίκες που διαδήλωναν στην Πετρούπολη τον Φλεβάρη 1917 (23 Φλεβάρη/8 Μάρτη, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο) έδωσαν το έναυσμα για τη Ρώσικη Επανάσταση, τα πρώτα χρόνια της οποίας αποτελούν το κορυφαίο σημείο, στο οποίο έφτασε ποτέ ο αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση.

Ήδη πριν από την επανάσταση οι μπολσεβίκοι έδιναν μεγάλη βάση στη γυναικεία χειραφέτηση μέσω δύο αξόνων: α) απελευθέρωση των γυναικών από την οικιακή εργασία, β) ανεξαρτητοποίηση από τους άνδρες μέσω πλήρους συμμετοχής στην εργατική δύναμη. Το πρώτο θεωρούσαν ότι μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της κοινωνικοποίησης της οικιακής εργασίας των γυναικών, δηλαδή μέσω συλλογικών διευθετήσεων για τη φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού. Ωστόσο, η διπλή εκμετάλλευση των γυναικών θεώρησαν ότι αίρεται με την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας περισσότερο, παρά με την αμφισβήτηση των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων στο εσωτερικό της οικογένειας.
Οι μπολσεβίκοι θεωρούσαν πως για να είναι πραγματικά ελεύθερες οι γυναίκες, πρέπει να είναι και οικονομικά ανεξάρτητες. Πίστευαν στην εξασθένιση των οικογενειακών δεσμών και των διαπροσωπικών σχέσεων, που βασίζονταν στην οικονομική εξάρτηση, ενώ μιλούσαν για τις σεξουαλικές σχέσεις με τρόπο που απουσίαζε από το SPD. Καταλυτικό κέντρο όλων αυτών των θεωρητικών επεξεργασιών αποτέλεσε η Αλεξάνδρα Κολοντάι. Η ίδια πάλεψε για χρόνια ενάντια στον συντηρητισμό των κομματικών μελών, ενώ το 1917 έφτιαξε ειδικό τμήμα, που θα αναλάμβανε να εργαστεί πάνω στην υπόθεση των γυναικών. Είχε θερμό υπερασπιστή τον Λένιν, ο οποίος κατανοούσε πλήρως την ανάγκη στοχευμένης παρέμβασης στα γυναικεία θέματα. Την ανάγκη πολιτικής δράσης. «Αν θες να φέρεις», έλεγε, «στην πλευρά της επανάστασης τις γυναίκες, πρέπει να αναπτύξεις μια πολιτική που να ανταποκρίνεται στις δικές τους ανάγκες». Το 1918 θεσπίζεται νέος οικογενειακός κώδικας, το 1920 νομιμοποιείται η δωρεάν έκτρωση. Παρόλα αυτά η εφαρμογή του φεμινιστικού σχεδίου αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη απ’ όσο προβλεπόταν, εξαιτίας του κύματος γυναικείας ανεργίας, που ενίσχυσε την εξάρτηση από τους άντρες τους και την οικιακή εργασία, την εξάπλωση της πορνείας, καθώς και την αδυναμία των σοβιέτ στην επαρχία.
Περνώντας στην ισπανική επανάσταση, οι γυναίκες αποτελούσαν μόνο το 12% της εργατικής δύναμης. Αναλφάβητες, δούλευαν 11-18 ώρες την ημέρα, για να πληρώνονται τα μισά σε σχέση με τους άντρες ή ακόμα και σε είδος. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι γυναίκες αναλαμβάνουν σημαντικό ρόλο στον πολεμικό αγώνα, ενσωματώνονται στην εργατική δράση και έχουμε την εμφάνιση γυναικείων εντύπων. Ξεκινά η πολιτική και κοινωνική ζωή τους. Συνειδητοποιούν την ανάγκη ότι χρειάζεται πάλη ανεξάρτητη από τους άντρες προκειμένου να χτίσουν τη δική τους πολιτική συνείδηση και προκειμένου να κάνουν τον δικό τους αγώνα για την απελευθέρωση.
Αν το πρώτο κύμα χαρακτηρίζεται από τα αιτήματα για χειραφέτηση, από τη σύνδεση των αστών φεμινιστριών με τις φεμινίστριες του εργατικού κινήματος, τη συμπόρευσή τους και την κοινή τους δράση, τότε το δεύτερο κύμα –από τα μέσα της δεκαετίας 1960- έρχεται να αμφισβητήσει ριζικά το μοντέλο του πρώτου. Ο νέος φεμινισμός ξεπήδησε μέσα από διάφορα κινήματα, με τα οποία συμπορεύτηκε και από τα οποία πήρε νέα πνοή. Απομακρύνθηκε σιγά-σιγά από το εργατικό. Όμως χωρίς το πλαίσιο του Μάη του ’68, δεν θα υπήρχε ριζοσπαστισμός των γυναικείων αγώνων. Το δεύτερο κύμα χαρακτηρίστηκε από επίθεση στις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας, ενώ έθεσε υπό αμφισβήτηση την κοινωνία στο σύνολό της. Επικεντρώθηκε στον γυναικείο αυτοπροσδιορισμό, θεωρητικοποίησε την πατριαρχία ως σύστημα προκαπιταλιστικής καταπίεσης και εκδηλώθηκε έντονα η ανάγκη ύπαρξης ξεχωριστού γυναικείου κινήματος.
Με την πρόοδο και θεωρητικοποίηση του φεμινιστικού κινήματος, παρατηρούμε και την εντονότερη απομάκρυνσή του από το εργατικό. Θα ακολουθήσει άρθρο, στο οποίο θα αναφέρονται τα διαζύγια των δύο κινημάτων. Κρισιμότερη παραμένει, ωστόσο, η ανάλυση της προοπτικής της σύμπραξης και της κοινής δράσης, μέσω εμπνευστικών παραδειγμάτων.
*Το άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη», φύλλο 21ο (Νοέμβρης 2023) που κυκλοφορεί. Είναι συντομευμένη εκδοχή της εισήγησης που πραγματοποίησε η συντρόφισσα Χριστίνα Βογιατζόγλου στην πρώτη συνάντηση του κύκλου αυτομόρφωσης της λοατκια+ ομάδας Sylvia Rivera πάνω στο βιβλίο της Τσίντσια Αρούτσα, την Τρίτη 24 Οκτώβρη στο Στέκι Μεταναστ(ρι)ών στη Θεσσαλονίκη.
