
Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος
Εδώ και αρκετές εβδομάδες, ανάμεσα σε δύο κράτη της Νότιας Αμερικής, τη Βενεζουέλα και τη Γουιάνα, κλιμακώνεται μια αντιπαράθεση, που δεν αποκλείεται να οδηγήσει ακόμη και σε πόλεμο.
Μήλον της Έριδος μεταξύ των δύο χωρών είναι η περιοχή Εσεκίμπο της Γουιάνας. Μια έκταση γεμάτη απέραντα τροπικά δάση και ποτάμια, που έχει το μέγεθος της Ελλάδας και της Σικελίας μαζί. Το Εσεκίμπο το κατοικούν κυρίως φυλές ιθαγενών, συνολικά λίγο περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι. Πολλά σημεία μέσα στις ζούγκλες του Εσεκίμπο είναι απρόσιτα στον άνθρωπο, ενώ εκεί διαβιούν αρκετά είδη ζώων, ορισμένα από τα οποία ακόμη δεν έχουν καταγραφεί και μελετηθεί από τον επιστημονικό κόσμο.
Το Εσεκίμπο αποτελεί τα 2/3 της συνολικής έκτασης της Γουιάνας, που κατοικείται –όλο κι όλο- από 800.000 ανθρώπους.
Φυσικά η Βενεζουέλα δεν διεκδικεί τη συγκεκριμένη περιοχή για τις φυσικές ομορφιές της, αλλά για τα αποθέματα των 11 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, που ανακάλυψε η ΕΧΧΟΝ–ΜΟΒΙL το 2015. Tόσο στο υπέδαφος του Εσεκίμπο, όσο και στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Γουιάνα, που βρίσκεται στα θαλάσσια ύδατα στα ανοιχτά ακριβώς της κομητείας του Εσεκίμπο.

“Saying praises to the Devil”
Η Βενεζουέλα ισχυρίζεται πως όλη αυτή η περιοχή αποτελεί βενεζολάνικο έδαφος, επειδή οι πρώτοι αποικιοκράτες, που την κατέλαβαν από τους ιθαγενείς, ήταν Ισπανοί. Πράγματι η περιοχή δυτικά του ποταμού Εσεκίμπο, που διεκδικεί η Βενεζουέλα, υπαγόταν –για σχεδόν τρεις αιώνες- σε ισπανική κυριαρχία. Κατόπιν όμως καταλήφθηκε από τους Ολλανδούς, που ήταν και οι πρώτοι, οι οποίοι επιχείρησαν να ιδρύσουν μόνιμη εγκατάσταση αποίκων στην ακτή, και τέλος από τους Άγγλους. Το Εσεκίμπο δεν υπήρξε ποτέ τμήμα του εδάφους του ανεξάρτητου κράτους της Βενεζουέλας, που υφίσταται ως τέτοιο από το 1821.
Στη Βενεζουέλα πριν από μια βδομάδα, την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, οργανώθηκε από την κυβέρνηση Μαδούρο ένα δημοψήφισμα για την προσάρτηση του Εσεκίμπο, όπου φυσικά το ΝΑΙ στην προσάρτηση εξασφάλισε ποσοστό 95%. Από τότε, μια σειρά κυβερνητικές ενέργειες στη Βενεζουέλα δείχνουν κλιμάκωση προς μια στρατιωτική περιπέτεια. Έτσι, ο πρόεδρος Μαδούρο έδωσε τρεις μήνες προθεσμία στις ξένες εταιρίες, που ερευνούν στο έδαφος και στα ανοιχτά του Εσεκίμπο, να αποχωρήσουν. Την ίδια ώρα, ο Μαδούρο «επέτρεψε» στην κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας να ξεκινήσει την έκδοση αδειών έρευνας και άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Εσεκίμπο (!)
Η κυβέρνηση Μαδούρο ομνύει στα «απαράγραπτα εθνικά δίκαια» της Βενεζουέλας έναντι των Ολλανδών και των Άγγλων αποικιοκρατών, που καταπάτησαν εδάφη, τα οποία συνεχίζει σήμερα να «καταπατά» το μικρό κράτος της Γουιάνας. Αλλά τα λόγια του Μαδούρο προαναγγέλλουν και προετοιμάζουν τον πόλεμο. Ή, όπως σημείωνε ο Μπομπ Μάρλεϊ, «λένε προσευχές προς τον διάβολο». Και ο διάβολος, όταν τον καλείς επανειλημμένα, δεν αργεί να καταφτάσει.
Η ρητορική πολεμική κλιμάκωση της Βενεζουέλας, μιας χώρας με 22 εκατομμύρια κατοίκους έναντι της πολύ μικρότερης Γουιάνας, έχει υποτίθεται στόχο την πολυεθνική εταιρία ΕΧΧΟΝ-ΜΟΒΙL, που «βυσσοδομεί να αποκτήσει τα πετρέλαια του Εσεκίμπο». Όμως στην πραγματικότητα –μαζί με την EXXON-MOBIL- συνεργάζονται αρμονικά στο έδαφος της Γουιάνας στην έρευνα για πετρελαιοπηγές και η αμερικάνικη Chevron, αλλά και η κινεζική KNOOC. Πρόκειται για δύο εταιρείες, που δρουν επίσης και στο έδαφος της Βενεζουέλας και έχουν αναπτύξει κοινοπραξίες εκεί με την κρατική εταιρεία πετρελαίου. Όμως και οι δυο εταιρείες έχουν βγει από το κάδρο της «αντιιμπεριαλιστικής» και «αντιαποικιοκρατικής» ρητορικής της κυβέρνησης Μαδούρο.
Δεν γνωρίζουμε αν η κυβέρνηση Μαδούρο, με τους εθνικιστικούς τόνους για το Εσεκίμπο, προσπαθεί μονάχα να αποπροσανατολίσει την εργατική τάξη και τη φτωχολογιά της Βενεζουέλας από τα προβλήματά τους ή αν στ’ αλήθεια προετοιμάζεται να εισβάλει το επόμενο διάστημα στο έδαφος της Γουιάνας.
Όμως για δύο πράγματα δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε:
α) Ακόμη και τα πιο πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου ποτέ δεν έβγαλαν από τη φτώχεια του έναν λαό. Η Βενεζουέλα συγκεκριμένα, διαθέτει τα πιο άφθονα κοιτάσματα πετρελαίου σε ολόκληρο τον κόσμο. Περισσότερα ακόμα και από τη Σαουδική Αραβία. Ταυτόχρονα, το μεγαλύτερο μέρος από την ενέργεια, που χρησιμοποιεί η Βενεζουέλα στο εσωτερικό της, προέρχεται από υδροηλεκτρικές πηγές και όχι από τα καύσιμα.

Και όμως, η Βενεζουέλα, παρά το πολύ πετρέλαιο που εξάγει, είναι γεμάτη με φτωχούς ανθρώπους, που δεν τους φτάνει το μεροκάματο για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Ανθρώπους που μένουν σε φαβέλες ή ακόμη και στον δρόμο. Διότι για να γλυτώσεις από τη φτώχεια, δεν αρκεί το πετρέλαιο ή οποιαδήποτε άλλη πλουτοπαραγωγική πηγή. Χρειάζεται να απαλλαγείς, μια για πάντα, από τα παράσιτα της κοινωνίας, τους πλούσιους. Την αστική τάξη, με άλλα λόγια, και όλο το πολιτικό της προσωπικό.
Στη Βενεζουέλα, με τον προηγούμενο Πρόεδρο της χώρας, τον Τσάβες, δοκιμάστηκε το πείραμα να παρθούν μέτρα υπέρ των φτωχών χωρίς να απαλλοτριωθούν οι περιουσίες των πλουσίων. Το πείραμα περπάτησε λίγο, και αυτό μόνο όσο ίσχυαν υψηλές διεθνείς τιμές για το πετρέλαιο, που χρηματοδοτούσε γενναία το κοινωνικό πρόγραμμα του Τσάβες. Τώρα που η κυβέρνηση Μαδούρο βλέπει τη φτώχεια να εκτοξεύεται στη Βενεζουέλα, προσδοκά λύση πάλι από το πετρέλαιο. Του Εσεκίμπο αυτή τη φορά.
β) Ακόμη και αν μια κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη ρητορική του πολέμου χωρίς να την εννοεί, τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί πως ένας πόλεμος λέξεων θα παραμείνει τέτοιος και δεν θα αναβαθμιστεί σε πόλεμο κανονικό. Ιδιαίτερα όταν το έπαθλο δείχνει τόσο ποθητό και γοητευτικό, όσο τα αποθέματα 11 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου του Εσεκίμπο.
Βενεζουέλα και Γουιάνα: Δυο χώρες με αξιομνημόνευτες επαναστατικές παραδόσεις
Σε ένα σημαντικό κομμάτι κόσμου της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι γνωστά ορισμένα στοιχεία για τους αγώνες και τα κινήματα των «από τα κάτω» στη Βενεζουέλα. Αρκετές/οι γνωρίζουν το όνομα του Τσάβες, του αριστερού προέδρου της Βενεζουέλας, που διάδοχός του είναι ο σημερινός πρόεδρος Μαδούρο. Κάποιες/οι γνωρίζουν και το «Καρακάσο», την απελπισμένη εργατολαϊκή εξέγερση με τους 300 –τουλάχιστον- νεκρούς, στις παραγκουπόλεις της πρωτεύουσας Καράκας το 1989 ενάντια στα μέτρα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Όπως και το πώς αποτράπηκε, από τον εξεγερμένο λαό, το αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα της Δεξιάς ενάντια στον Τσάβες το 2002.
Πολύ λιγότερο γνωστή στην Ελλάδα είναι η επαναστατική ιστορία της Γουιάνας.
Τους αιώνες της αποικιοκρατικής κυριαρχίας οι ιθαγενείς πληθυσμοί της Γουιάνας εξοντώθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν. Με εξαίρεση τις εννιά ιθαγενείς φυλές, που ζουν ακόμη στα δάση –κυρίως στην κομητεία του Εσεκίμπο- ο πληθυσμός της χώρας αποτελείται είτε από μαύρους απογόνους των Αφρικανών σκλάβων (30% του πληθυσμού), που έφεραν οι λευκοί δουλοκτήτες για να δουλέψουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου είτε από μετανάστ(ρι)ες από την Ινδία (44%), που ήρθαν να κατοικήσουν στη χώρα από τον 19ο αιώνα, όταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες διαδέχτηκαν τους Ολλανδούς και χρειαζόντουσαν φτηνό εργατικό δυναμικό. Ακόμη, δεν λείπουν και οι μιγάδες κάτοικοι (17%).
H αντίσταση ενάντια στους δουλοκτήτες Ολλανδούς ξεκίνησε από τα Μαρούνς, τις κοινότητες Αφρικανών σκλάβων, που κατάφεραν να δραπετεύσουν από τις φυτείες, κρύφτηκαν στη ζούγκλα, ενώθηκαν με τους κυνηγημένους ιθαγενείς και οργάνωσαν κοινοβιακά τη ζωή τους, ενώ πολεμούσαν συνεχώς με τα στρατεύματα των αποικιοκρατών. Ταυτόχρονα με τον ανταρτοπόλεμο στη ζούγκλα γύρω από τα Μαρούνς, στις ίδιες τις φυτείες των Ολλανδών δουλοκτητών ξέσπασαν άγριες εξεγέρσεις σκλάβων το 1733, το 1749 και το 1752, που κατεστάλησαν με ωμότητα, ενώ το 1762 ένας στρατός μαύρων και ιθαγενών, με επικεφαλής τον επαναστάτη δραπέτη σκλάβο Κόφι, συνέτριψε τον αποικιοκρατικό στρατό των 2.500 Ολλανδών, πετώντας τους στη θάλασσα.
Οι Ολλανδοί επανήλθαν για να απωλέσουν οριστικά τη Γουιάνα το 1796 από τους Άγγλους αποικιοκράτες, που συνέχισαν τη βάρβαρη παράδοση των προκατόχων τους με ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Οι Άγγλοι πρόσθεσαν το βαμβάκι και τον καφέ στα είδη, που καλλιεργούνταν στις φυτείες της Γουιάνας, και κατάργησαν κάποιες από τις πιο τρομακτικές τιμωρίες των σκλάβων, που «απειθαρχούσαν», όπως το δέσιμο σε σκοινιά με τρόπο ώστε να συνθλιβούν σιγά-σιγά όλα τα οστά του κατάδικου και να επέλθει αργός και επώδυνος θάνατος. Όμως αυτές οι «παραχωρήσεις» δεν εξασφάλισαν την ανοχή του πληθυσμού.

Μαστίγιο και «επενδύσεις»
«Το πρώτο πράγμα που άκουγα κάθε πρωί ήταν ο ήχος του μαστίγιου. Από τις έξι και μισή ως τις εννιά και μισή τα αφτιά μου πονούσαν από το μαστίγιο. Σίγουρα, αυτά τα πράγματα θα ξυπνήσουν την εκδίκηση ενός ελεήμονα Θεού» // Τζον Σμιθ, Άγγλος ιεραπόστολος στη Ντεμεράρα της Γουιάνας, έτος 1817
Φέτος τον Αύγουστο συμπληρώθηκαν ακριβώς 200 χρόνια από την εξέγερση της Ντεμεράρα το 1823, όταν χιλιάδες σκλάβοι εξεγέρθηκαν ταυτόχρονα σε 60 φυτείες συντονίζοντας τις δράσεις τους με τον ήχο των τυμπάνων. Όλοι οι δουλοκτήτες και οι επιστάτες κρατήθηκαν όμηροι, ανάμεσά τους και ο μεγαλογαιοκτήμονας Τζον Γκλάντστόουν, πατέρας του διάσημου μετέπειτα Άγγλου πρωθυπουργού. Οι εξεγερμένοι απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν βία και δεν αντεκδικήθηκαν ούτε έναν από τους βασανιστές τους. Ζητούσαν μόνο να δοθεί ελευθερία σε όλους τους σκλάβους. Όμως ο αγγλικός στρατός έπεσε πάνω στην εξέγερση χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμη πυρός του και τη συνέτριψε. Πάνω από πενήντα μαύροι σκλάβοι εκτελέστηκαν για παραδειγματισμό.
Το 1833 το αγγλικό στέμμα θα καταργήσει τη δουλεία με αντάλλαγμα μισθούς πείνας. Τα αφεντικά στην Αγγλία είχαν εκτιμήσει πως η εργασία των σκλάβων είναι –εντέλει- λιγότερο παραγωγική από την εργασία ανθρώπων, που πληρώνονται ένα ελάχιστο μεροκάματο. Αυτό στην πράξη σήμαινε πως οι μαύροι πρώην σκλάβοι στη Γουιάνα θα περνούσαν μια «μαθητεία» τεσσάρων έως έξι χρόνων, όπου θα δούλευαν χωρίς να πληρώνονται, μέχρι να αρχίσουν να λαμβάνουν ένα ισχνό μεροκάματο από τους αφέντες τους.

Παράλληλα από το 1833 θα αρχίσει στη Γουιάνα η εισαγωγή εργατικού δυναμικού από την Ινδία. Πρωτοπόρος εισαγωγέας Ινδών εργαζομένων θα είναι και πάλι ο πατέρας Γκλάντστόουν, με δύο πλοία που θα εκτελούν συνεχώς δρομολόγια με την ινδική χερσόνησο για να μεταφέρουν προσωπικό, που θα δουλέψει σε καπιταλιστικά οργανωμένες φυτείες με σκοπό ακόμα μεγαλύτερα κέρδη. Οι ίδιοι οι πρώην δουλοκτήτες θα είναι οι κατοπινοί κεφαλαιοκράτες και «επενδυτές».
Οι Ινδοί εργαζόμενοι θα πρωταγωνιστήσουν στα επόμενα επεισόδια της ταξικής πάλης στη Γουιάνα. Μάλιστα, τον 20ο αιώνα, με πρωτοβουλία μιας ομάδας μαχητικών ακτιβιστ(ρι)ών με επικεφαλής τον Ινδό Τσέντι Τζάγκαν θα δημιουργηθεί το Λαϊκό Προοδευτικό Κόμμα (ΡΡΡ τα αρχικά του στα αγγλικά). Το κόμμα θα γεννηθεί κάτω από τις εμπειρίες του μαχητικού ρεφορμισμού μέσα από την οργάνωση συνδικαλιστικών αγώνων έως και γενικών απεργιών, σε συνδυασμό με επιρροές από τον σταλινισμό.
Το 1953, και ενώ η Γουιάνα παραμένει αγγλική αποικία, το ΡΡΡ κερδίζει τις τοπικές εκλογές με ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων και ο Τζάγκαν ορκίζεται πρωθυπουργός. Κορυφαίο αίτημα του προγράμματος του ΡΡΡ ήταν η κρατικοποίηση της βρετανικής εταιρείας Bookers, του βασικού εξαγωγέα ζάχαρης της Γουιάνας.
Το πρόγραμμα δεν θα προλάβει να εκτελεστεί, διότι θα εισβάλει άμεσα ο αγγλικός στρατός και θα ανατρέψει τον Τζάγκαν φυλακίζοντάς τον, με το επιχείρημα πως «αποτελούσε τμήμα της διεθνούς κομμουνιστικής συνομωσίας». Νέες εκλογές δεν θα διενεργηθούν πριν από το 1961, με το ωμό επιχείρημα πως «δεν θα άλλαζε το προηγούμενο εκλογικό αποτέλεσμα».
Τις εκλογές του 1961 θα τις κερδίσει πάλι το ΡΡΡ, παρόλο που το κόμμα είχε ήδη διασπαστεί, με ένα σημαντικό κομμάτι, κυρίως μαύρων, μελών του να αποχωρεί και να ιδρύει το, πολύ δεξιότερο, Λαϊκό Εθνικό Κόμμα με επικεφαλής τον Φορμπς Μπάρναμ.
Αυτή τη φορά, ενάντια στο κυβερνών ΡΡΡ οργανώθηκε, τον Φλεβάρη του 1962, μια γιγαντιαίων διαστάσεων απεργιακή κινητοποίηση ογδόντα ημερών, με χρηματοδότηση από τη βορειοαμερικάνικη CIA. Περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολάρια δόθηκαν στα απεργιακά ταμεία ενάντια στην «κομμουνιστική κυβέρνηση Τζάγκαν». Ταυτόχρονα, η αγγλική διοίκηση «διόρθωσε» το εκλογικό σύστημα, έτσι που να ενισχύονται το δεύτερο και το τρίτο κόμμα σε βάρος του πρώτου. Έτσι, στις εκλογές του 1964, το ΡΡΡ ήρθε πρώτο με το 44% των ψήφων, αλλά κυβέρνησε ο ηγέτης του δεύτερου σε δύναμη κόμματος, ο Φορμπς Μπάρναμ, που διέθετε την πλειοψηφία των βουλευτών. Με αυτή την κυβέρνηση, που προχώρησε παρόλα αυτά σε εθνικοποιήσεις εταιρειών, η Γουιάνα αναγνωρίστηκε από τους Άγγλους ως ανεξάρτητο κράτος το 1966.
Το ΡΡΡ θα καταφέρει να ξανασχηματίσει κυβέρνηση μόλις το 1992. Αλλά πια θα έχει κρατήσει πολύ λίγα πράγματα από τους αγώνες του στο παρελθόν. Πλέον, το ΡΡΡ έχει μετεξελιχτεί σε ένα ανοιχτά νεοφιλελεύθερο κόμμα, με ελάχιστες διαφορές από το δεξιό Λαϊκό Εθνικό Κόμμα. Το ΡΡΡ είναι εδώ και δεκαετίες το κόμμα που ψηφίζεται από τους ινδικής καταγωγής κατοίκους κυρίως και το Λαϊκό Εθνικό Κόμμα κυρίως από τους μαύρους.

Και τώρα;
Σήμερα, η μικρή Γουιάνα θεωρείται η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία σε όλον τον πλανήτη με ποσοστά ετήσιας ανάπτυξης έως 35%. Η αιτία για αυτό το θαύμα είναι οι τεράστιες επενδύσεις εταιρειών πετρελαίου στη χώρα, αμέσως μετά την ανακάλυψη των πετρελαϊκών αποθεμάτων στο Εσεκίμπο το 2015. Μόνο η EXXON–MOBIL, ο κύριος επενδυτής, έχει διαθέσει ήδη περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο δολάρια.
Ο σημερινός πρωθυπουργός της Γουιάνας, ο Μοχάμεντ Ιρφάν Χαν είναι ο ηγέτης του μεταλλαγμένου ΡΡΡ. Ο Ιρφάν Χαν προσπαθεί να δέσει, όσο μπορεί πιο γερά, τη Γουιάνα σε στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ. Οι ρητορικές κορώνες του Προέδρου της Βενεζουέλας Μαδούρο πως η Γουιάνα έχει κιόλας μετατραπεί σε στρατιωτική βάση των ΗΠΑ είναι ακόμη απλώς μεγαλοστομίες. Αλλά ήδη, την Πέμπτη 7 Φλεβάρη, ξεκίνησε η πρώτη κοινή άσκηση στρατευμάτων και αεροπορίας των ΗΠΑ και της Γουιάνας, μέσα στο έδαφος της δεύτερης. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως οι ΗΠΑ βρίσκονται, πλέον, μέσα στο έδαφος της Γουιάνας. Και πως θα προστατέψουν με κάθε θυσία τις επενδύσεις της EXXON–MOBIL. Όσο αίμα των κατοίκων της Βενεζουέλας και της Γουιάνας και αν χρειαστεί να χύσουν.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν θα επαναληφθεί μεταξύ Βενεζουέλας και Γουιάνας το σενάριο με την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990, που έδωσε την αφορμή στις ΗΠΑ να εισβάλουν στον Περσικό Κόλπο.
Μπορούμε όμως να ευχηθούμε για τις εργατικές τάξεις και τους λαούς και των δύο χωρών να μην παρασυρθούν σε πολεμικές περιπέτειες και εκστρατείες για το πετρέλαιο. Οι ηγεσίες και των δύο χωρών, παρά τις δεξιές πορείες που επέλεξαν να ακολουθήσουν, προέρχονται από ισχυρά εργατικά κινήματα με πολύ αξιόλογες παραδόσεις. Τα ίδια αυτά τα κινήματα θα χρειαστεί οπωσδήποτε να παράξουν νέους καρπούς, νέες οργανώσεις και συλλογικότητες, που θα αναλάβουν να συνεχίσουν τον αγώνα για κοινωνική χειραφέτηση.
Αλλιώς, η απειλή μιας πολεμικής τραγωδίας για το πετρέλαιο θα κρέμεται διαρκώς πάνω από τα κεφάλια τους. Όπως το σπαθί του Δαμοκλή.
