
Στις 18 Δεκέμβρη 1905 τα ξημερώματα έπεφτε στα χέρια των συνταγμάτων του Τσάρου το τελευταίο οδόφραγμα στην κόκκινη Πρέσνια, την εργατική συνοικία της Μόσχας που ήταν το κάστρο του μπολσεβίκικου κόμματος στην πόλη και που ισοπεδώθηκε από τα τσαρικά κανόνια.
Η εξέγερση των εργατ(ρι)ών της Μόσχας, από τις 9 ως τις 17 Δεκέμβρη 1905, έχει αποδοθεί με την απαράμιλλη πένα του Λέοντα Τρότσκι στο έργο του «1905», που έγραψε στα εικοσιοκτώ του χρόνια, όταν μόλις είχε δραπετεύσει από τη Σιβηρία, όπου είχε σταλεί ως τιμωρία για τη δράση του, ως πρόεδρος του εργατικού Σοβιέτ της Πετρούπολης.
Ευχαριστούμε τον σύντροφο Γιώργο Γιαννόπουλο των εκδόσεων ΕΝΕΚΕΝ στη Θεσσαλονίκη, που μας έδωσε πρόθυμα και με χαρά την άδεια να ανεβάσουμε στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» ολόκληρο το 21ο κεφάλαιο του έργου του Λέοντα Τρότσκι «1905«, το οποίο περιγράφει με ενάργεια την εξέγερση του Δεκέμβρη στη Μόσχα.
Στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» μπορείτε να διαβάσετε μια εκτεταμένη παρουσίαση του βιβλίου του Τρότσκι «1905».
Επίσης, για το ρωσικό σύνταγμα Σεμιονόφσκι -που κατέστειλε με βαρβαρότητα την εξέγερση- καθώς και την ιστορία του ως σήμερα, υπάρχει ένα σχετικό άρθρο στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» εδώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21: ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ
Στις 4 Δεκέμβρη το Σοβιέτ της Μόσχας υιοθέτησε το «οικονομικό μανιφέστο» (σημείωση «Κόκκινης«: πρόκειται για κείμενο που αποτελούσε πρωτοβουλία του Σοβιέτ Πετρούπολης και καλούσε σε άρνηση πληρωμών προς το κράτος, απαίτηση καταβολής μισθών σε χρυσό και σκληρό νόμισμα και καλούσε σε ανατροπή του Τσάρου και της κυβέρνησης).
Στις 6 Δεκέμβρη, άμεσα επηρεασμένο από μεγάλες ταραχές στη φρουρά της Μόσχας, το Σοβιέτ αποφάσισε, μαζί με τα επαναστατικά κόμματα, να κηρύξει γενική πολιτική απεργία στη Μόσχα για την επομένη, 7η Δεκέμβρη, όπως και να κάνει το καλύτερο δυνατό για να μετασχηματίσει την απεργία σε ένοπλη εξέγερση. Ως τότε το Σοβιέτ εκπροσωπούσε 100.000 εργάτες. Μια διάσκεψη αντιπροσώπων από είκοσι εννιά σιδηροδρόμους, που συνεδρίασε στις 5 και στις 6 Δεκέμβρη στη Μόσχα, αποφάσισε να ενταχθεί στην εφαρμογή αυτού του σχεδίου. To συνέδριο των ταχυδρόμων και των τηλεγραφητών υιοθέτησε μια παρόμοια απόφαση.
Η απεργία ξεκίνησε στις 8 του μήνα στην Πετρούπολη, έφτασε στο αποκορύφωμά της την επομένη και άρχισε να καταρρέει μετά τις 12. Ήταν πολύ λιγότερο ομόφωνη από εκείνη του Νοέμβρη και δεν ενέπλεξε πάνω από τα δύο τρίτα των εργατών. Αυτή η αναποφασιστικότητα μπορεί να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι οι Πετρουπολίτες καταλάβαιναν πολύ καθαρά πως αυτή τη φορά δεν έμπαινε ζήτημα μιας απεργιακής επίδειξης αλλά αγώνα ζωής και θανάτου. Η 9η Γενάρη είχε αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στη συνείδηση των μαζών. Αντιμέτωποι με μια στρατιωτική δύναμη τερατώδους όγκου, με τα συντάγματα των φρουρών ως σπονδυλική της στήλη, οι Πετρουπολίτες εργάτες δεν μπορούσαν οι ίδιοι να αναλάβουν την πρωτοβουλία μιας επαναστατικής εξέγερσης. Η αποστολή τους, όπως είχε δείξει η οκτωβριανή απεργία, ήταν να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στην απολυταρχία, μόλις αυτή θα είχε ήδη εξασθενίσει από τον ξεσηκωμό σε όλη την υπόλοιπη χώρα. Μια μείζονα νίκη στις επαρχίες αποτελούσε ουσιώδη ψυχολογική προϋπόθεση για κάποια αποφασιστική ενέργεια στην Πετρούπολη. Αλλά δεν ήρθε καμία νίκη. Και την αναποφασιστικότητα ακολούθησε η υποχώρηση.
Εκτός της παθητικότητας της Πετρούπολης, ολέθρια συνέπεια στην παραπέρα εξέλιξη των γεγονότων είχε το ότι ο σιδηρόδρομος Νικολάγιεφσκαγια (Πετρούπολης – Μόσχας) συνέχιζε να λειτουργεί. Η γενική διάθεση αναμονής που επικρατούσε στην πρωτεύουσα, επηρέασε την επιτροπή Πετρούπολης του σιδηροδρομικού συνδικάτου. Η κυβέρνηση, με την προσοχή της ολοκληρωτικά επικεντρωμένη στη γραμμή Νικολάγιεφσκαγια, εκμεταλλεύτηκε την καθυστέρηση και έστειλε στρατό να καταλάβει τη γραμμή. Κάποια από τα συνεργεία απήργησαν, αλλά οι αρχές έβαλαν σε λειτουργία τον σιδηροδρομικό τηλέγραφο και ένα σιδηροδρομικό ταχυδρομικό τάγμα στην ίδια τη γραμμή. Έγιναν συνεχόμενες απόπειρες να σταματήσει η κυκλοφορία, μα χωρίς επιτυχία. Στις 16 Δεκέμβρη εργάτες από το Τβερ κατέστρεψαν μέρος των ραγών, ώστε να αποτρέψουν την μεταφορά στρατευμάτων από την Πετρούπολη στη Μόσχα, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Τα τρένα με το σύνταγμα της φρουράς Σεμιόνοφσκι είχαν ήδη μεταβεί στη Μόσχα. Ωστόσο, γενικά μιλώντας, η απεργία των σιδηροδρόμων ξεκίνησε με μεγάλη ενότητα. Ως τις 10 Δεκέμβρη είχαν απεργήσει οι περισσότερες γραμμές και οι υπόλοιπες εντάχθηκαν τις επόμενες ημέρες.
Στο άνοιγμα της απεργίας, η συνδιάσκεψη του σιδηροδρομικού συνδικάτου δήλωνε: «Αναλαμβάνουμε να επιστρέψουμε τα στρατεύματα από την Μαντζουρία πολύ γρηγορότερα από ό,τι θα έκανε η κυβέρνηση… Θα πάρουμε κάθε μέτρο ώστε να μεταφέρουμε εφόδια σιτηρών στους λιμοκτονούντες χωρικούς και προμήθειες στους συντρόφους μας στις γραμμές των τρένων». Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντούμε ένα φαινόμενο του οποίου το νόημα θα έπρεπε να αναλογιστούν εκείνοι οι αναρχικοί που έχουν ακόμη την ικανότητα να σκέφτονται: παραλύοντας την κρατική εξουσία, μια γενική απεργία επιβαρύνει τη δική της οργάνωση με εξαιρετικά σημαντικές κρατικές λειτουργίες. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι, συνολικά, το συνδικάτο των σιδηροδρομικών λειτούργησε πραγματικά πολύ καλά. Τρένα που κουβαλούσαν εφεδρικά εφόδια, ένοπλα επαναστατικά αποσπάσματα και μέλη επαναστατικών οργανώσεων, ταξίδευαν με αξιοσημείωτη τακτικότητα και ταχύτητα σε πολλά μέρη, παρά την εγγύτητα των κυβερνητικών στρατευμάτων. Πολλοί σταθμοί διοικούνταν από εκλεγμένους διοικητές. Στα κτίρια υψώνονταν κόκκινες σημαίες. Η πρώτη πόλη που απέργησε ήταν η Μόσχα, στις 7. Την επομένη, αθροίστηκαν μαζί της οι Πετρούπολη, Μινσκ και Τανγκανρόγκ, στις 10 η Τιφλίδα, στις 11 η Βίλνα, στις 12 οι Χάρκοβο, Κίεβο και Νίζνι Νόβγκοροντ, στις 13 οι Οδησσός και Ρίγα, στις 14 το Λοτζ και στις 15 η Βαρσοβία, για να αναφέρουμε μόνο τα μεγαλύτερα κέντρα. Εν πολλοίς, στην απεργία συντάχθηκαν τριάντα τρεις πόλεις έναντι τριάντα εννιά τον Οκτώβρη.
Η Μόσχα στεκόταν στο επίκεντρο του κινήματος τον Δεκέμβρη.
Από τις πρώτες ημέρες του Δεκέμβρη, μερικά από τα συντάγματα της φρουράς της Μόσχας, βρίσκονταν σε κατάσταση επαναστατικής έξαρσης. Παρ’ όλους τους κόπους των σοσιαλδημοκρατών να αποτρέψουν απομονωμένες εκρήξεις, ο αναβρασμός συνέχισε να ξεσπάει ανοιχτά. Ανάμεσα στους εργάτες υψώνονταν φωνές που ζητούσαν άμεση στήριξη των φαντάρων. Θα ήταν λάθος, ισχυρίζονταν, να αφεθεί να μας ξεγλιστρήσει η ευνοϊκή στιγμή. Οι φαντάροι που φύλαγαν τα εργοστάσια τέθηκαν όλοι κάτω από την επιρροή των εργατών. Πολλοί από αυτούς έλεγαν: «Μόλις ξεσηκωθείτε, θα ξεσηκωθούμε και εμείς. Θα σας ανοίξουμε το οπλοστάσιο». Δεν ήταν ασυνήθιστο να μιλούν σε συνελεύσεις στρατιώτες και αξιωματικοί.
Στις 4 Δεκέμβρη σχηματίστηκε Σοβιέτ Στρατιωτών Αντιπροσώπων μέσα στον στρατό και οι αντιπρόσωποι των φαντάρων εντάχθηκαν στο εργατικό Σοβιέτ. Από όλες τις πόλεις έφταναν θολές αλλά επίμονες φήμες ότι ο στρατός θα ενωνόταν με τους εργάτες. Τέτοια ήταν η ατμόσφαιρα όταν ξεκίνησε η απεργία στη Μόσχα.
Κάπου 100.000 σταμάτησαν να δουλεύουν την πρώτη μέρα. Δύο μηχανοδηγοί που αποπειράθηκαν να βγάλουν τα τρένα έξω από έναν σταθμό, φονεύθηκαν. Άρχισαν μικροσυρράξεις σε διάφορα μέρη της πόλης. Ένα εργατικό απόσπασμα επέδραμε και άδειασε ένα οπλοπωλείο. Από εκείνη την ημέρα και μετά εξαφανίστηκαν οι συνηθισμένοι αστυνομικοί από τους δρόμους της Μόσχας. Η αστυνομία τώρα έκανε την εμφάνισή της μόνο σε ομάδες.
Την δεύτερη ημέρα ο αριθμός των απεργών έφτασε τις 150.000. Η απεργία στη Μόσχα έγινε γενική και απλώθηκε σε εργοστάσια της υπαίθρου έξω από την πόλη. Παντού διεξάγονταν τεράστιες συνελεύσεις. Στον τερματικό σταθμό όπου έφταναν τα τρένα από την Άπω Ανατολή, το πλήθος αφόπλιζε αξιωματικούς που επέστρεφαν από την Μαντζουρία. Οι εργάτες πήραν αρκετές ντουζίνες πούτια φυσίγγια από ένα βαγόνι. Αργότερα, άλλοι κατέσχεσαν ένα φορτίο όπλων.
Στις 8 Δεκέμβρη, τη δεύτερη ημέρα της απεργίας, η Εκτελεστική Επιτροπή αποφάσιζε: «Όταν εμφανίζονται στρατεύματα προσπαθήστε να συζητήσετε με τους στρατιώτες και να τους επηρεάσετε με συντροφικές κουβέντες… Για την ώρα, αποφύγετε τις ανοιχτές συρράξεις. Ορθώστε ένοπλη αντίσταση μόνο αν τα στρατεύματα συμπεριφέρονται με ακραία προκλητικό τρόπο». Οι πάντες κατανοούσαν ότι ήταν ο στρατός που θα είχε τον αποφασιστικό λόγο. Η παραμικρή ενθαρρυντική φήμη για τη διάθεση της φρουράς περνούσε από στόμα σε στόμα. Σε όλο το διάστημα το επαναστατικό πλήθος πολεμούσε ακατάπαυστα με τις αρχές της Μόσχας για το ποιος θα κερδίσει τον στρατό.
Για παράδειγμα: έχοντας ακούσει ότι πεζικάριοι βάδιζαν στον δρόμο υπό τους ήχους της Μασσαλιώτιδας κάποιοι τυπογράφοι έστειλαν αντιπροσωπεία να τους συναντήσει. Αλλά ήταν πολύ αργά. Οι στρατιωτικές αρχές είχαν περικυκλώσει τους διεγερμένους στρατιώτες με Κοζάκους και δραγόνους, τους είχαν πάρει πίσω στους στρατώνες και επιπλέον ικανοποίησαν τα αιτήματά τους. Την ίδια μέρα 500 Κοζάκοι, υπό τις διαταγές ενός αστυνομικού αξιωματικού, έλαβαν εντολές να πυροβολήσουν διαδηλωτές. Οι Κοζάκοι αρνήθηκαν να υπακούσουν, μπήκαν σε συζητήσεις με το πλήθος και έπειτα, με διαταγή ενός υπαξιωματικού τους, γύρισαν τα άλογά τους και έφυγαν αργά-αργά, συνοδεία επιδοκιμαστικών κραυγών από το πλήθος.
Οι ντρουζίνικι, δηλαδή τα στρατιωτικά οργανωμένα ένοπλα αποσπάσματα των επαναστατικών οργανώσεων, ενεργοποιήθηκαν περισσότερο. Συστηματικά αφόπλιζαν κάθε αστυνομικό που συναντούσαν. Ήταν τότε που πρωτοξεκίνησε να ακούγεται η διαταγή «Ψηλά τα χέρια» με σκοπό να σιγουρέψει την ασφάλεια των επιτιθέμενων. Οποιοσδήποτε παράκουγε τη διαταγή, σκοτωνόταν. Δεν αγγίζονταν στρατιώτες, με τον φόβο της αποξένωσής τους. Μία συνεδρίαση έφτασε σε σημείο να αποφασίσει ότι καθένας που θα άνοιγε πυρ χωρίς εντολές από τον διοικητή του αποσπάσματος έπρεπε να εκτελείται. Στις πύλες των εργοστασίων εργάτες έκαναν αγκιτάτσια στους στρατιώτες.
Όμως, ως την τρίτη ημέρα της απεργίας, είχαν αρχίσει αιματηρές συρράξεις με τον στρατό. Για παράδειγμα: ίλη δραγόνων διαλύει μια απογευματινή συνέλευση σε πλατεία που είχε βυθιστεί στο σκοτάδι από την απεργία. «Αδέλφια, μην μας αγγίζετε, είμαστε μαζί σας!». Οι στρατιώτες αποχωρούν έφιπποι. Αλλά μισή ώρα αργότερα επιστρέφουν περισσότεροι και επιτίθενται στο πλήθος. Σκοτεινιά, πανικός, κραυγές, κατάρες. Μέρος του πλήθους αναζητά ασφάλεια σε σιδηροδρομικό υπόστεγο. Οι δραγόνοι το καλούν να παραδοθεί. Το πλήθος αρνείται. Ρίχνονται αρκετές ομοβροντίες. Σκοτώνεται ένας μαθητής, πολλοί τραυματίζονται. Από τύψεις ή από φόβο εκδίκησης, οι δραγόνοι καλπάζουν μακριά. «Φονιάδες!» Το πλήθος στέκεται ολόγυρα στις σορούς των πρώτων θυμάτων με γροθιές σφιγμένες από οργή. «Φονιάδες!» Το πλήθος χτίζει οδοφράγματα. Επειδή είναι άπειρο, εργάζεται αδέξια, χωρίς σύστημα. Ακριβώς εκεί, μέσα στο σκοτάδι, μια ομάδα από τριάντα ή σαράντα τραγουδούν τον επαναστατικό επικήδειο: «Επέσατε θύματα…». Πιο πολλές ομοβροντίες, πιο πολλοί τραυματίες και νεκροί. Παρακείμενες αυλές μετατρέπονται σε σταθμούς πρώτων βοηθειών, ο κόσμος που μένει σε διπλανά σπίτια δρα ως τραυματιοφορέας και φρουρεί τις πύλες.
Σε μια άλλη περίπτωση, μια διαδήλωση δέκα χιλιάδων εργατών έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με ένα απόσπασμα Κοζάκων. Δύο εργάτριες με κόκκινες σημαίες βγαίνουν από το πλήθος και ορμούν μπροστά στους Κοζάκους «Εμπρός, πυροβολήστε μας», φωνάζουν, «ζωντανές δεν θα παραδώσουμε τις σημαίες». Οι Κοζάκοι αιφνιδιάζονται και ντρέπονται. Η στιγμή είναι αποφασιστική. Το πλήθος, που διαισθάνεται τον δισταγμό τους, προκαλεί τους Κοζάκους αμέσως:
«Τα χέρια μας είναι άδεια, στα αλήθεια θα μας πυροβολήσετε;» «Μην μας πυροβολήσετε και δεν θα σας πυροβολήσουμε ούτε κι εμείς» απαντούν οι Κοζάκοι. Ο αξιωματικός τους τρομαγμένος και θυμωμένος ξεσπά με έναν οχετό υβρεολόγιου. Αλλά πολύ αργά. Η φωνή του πνίγεται στις αγανακτισμένες κραυγές του πλήθους. Κάποιος βγάζει σύντομο λόγο. Το πλήθος επευφημεί. Άλλο ένα λεπτό και οι Κοζάκοι γυρίζουν ανάποδα τα άλογα και φεύγουν καλπάζοντας, με τα τουφέκια στους ώμους τους.
Τελικά, αφότου στρατεύματα είχαν διαλύσει μια λαϊκή συνέλευση και δείρει το άοπλο πλήθος, η διάθεση στην πόλη γίνεται πιο τεταμένη. Τα πλήθη στους δρόμους φουσκώνουν. Όλων των ειδών οι φήμες ξεπετάγονται και ξεθυμαίνουν κάθε ώρα. Σε όλα τα πρόσωπα αποτυπώνεται χαρούμενη διέγερση, ανάμεικτη με φόβο. Ο Γκόρκι, που τότε ήταν στη Μόσχα, έγραφε:
«Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν οι επαναστάτες που ξεκίνησαν να χτίζουν τα οδοφράγματα. Αυτό, βέβαια, είναι πολύ κολακευτικό, αλλά δεν είναι και πολύ σωστό. Αυτός που άρχισε να χτίζει τα οδοφράγματα ήταν ο κοινός άνθρωπος των δρόμων, ο μη κομματικός – και εκεί έγκειται η ιδιαίτερη φύση του συμβάντος. Τα πρώτα οδοφράγματα στην Τβερσκάγια χτίστηκαν πρόσχαρα, με αστεία και γέλια και την πλατύτερη δυνατή ποικιλία ανθρώπων να παίρνει μέρος σε αυτή τη χαρωπή εργασία, από τον αξιοσέβαστο κύριο με το ακριβό πανωφόρι ως τον υπηρέτη μάγειρα και τον επιστάτη, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν παραδοσιακούς στυλοβάτες της “σταθερής εξουσίας”. Οι δραγόνοι έριξαν μία ομοβροντία στο οδόφραγμα, αρκετοί τραυματίστηκαν, δύο ή τρεις σκοτώθηκαν – ακολούθησε ένα ουρλιαχτό αγανάκτηση, μια ομόθυμη κραυγή εκδίκησης και όλα άλλαξαν μεμιάς. Μετά απ’ αυτήν την ομοβροντία, ο κοινός άνθρωπος άρχισε να χτίζει οδοφράγματα, όχι παίζοντας, αλλά στα σοβαρά, για να υπερασπίσει τη ζωή του απέναντι στον κύριο Ντουμπάσοφ και τους δραγόνους του»[1].
Καθώς άρχιζαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις η Μάχιμη Οργάνωση των Σοσιαλδημοκρατών κόλλησε μία διακήρυξη στους τοίχους της Μόσχας, στην οποία έδινε στους αντάρτες τις ακόλουθες τεχνικές οδηγίες:
Ο πρώτος κανόνας: Μην ενεργείτε ως πλήθος. Ενεργείτε σε μικρές ομάδες των τριών ή τεσσάρων, όχι περισσότερων. Αλλά ο αριθμός αυτών των ομάδων ας είναι όσο πιο μεγάλος γίνεται και ας μάθει κάθε μία τους να επιτίθεται γρήγορα και να εξαφανίζεται το ίδιο γρήγορα. Η αστυνομία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει μονάδες εκατοντάδων Κοζάκων για να πυροβολούν πλήθη αρκετών χιλιάδων. Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να αντιπαραθέτετε σε εκατό Κοζάκους έναν ή δύο σκοπευτές. Είναι πιο εύκολο να χτυπάς εκατό άντρες παρά έναν, ειδικά αν αυτός ο ένας πυροβολεί χωρίς προειδοποίηση και εξαφανίζεται ποιος ξέρει πού.
Επίσης, σύντροφοι, μην καταλαμβάνετε οχυρωμένα κτήρια. Οι στρατιώτες πάντα θα τα ανακαταλαμβάνουν ή απλά θα τα καταστρέφουν με πυρά πυροβολικού. Ας είναι οχυρά μας οι αυλές με εξόδους μπρος και πίσω, και όλα τα μέρη από τα οποία είναι εύκολο να πυροβολήσεις και εύκολο να υποχωρήσεις. Ακόμα κι αν καταλάβουν ένα τέτοιο μέρος, δεν θα βρουν κανένα μέσα του, ενώ θα τους έχει κοστίσει ακριβά.
Η τακτική των επαναστατών καθορίστηκε άμεσα από την ίδια την κατάσταση. Αντίθετα, τα κυβερνητικά στρατεύματα φάνηκαν παντελώς ανίκανα, για πέντε ολόκληρες μέρες, να προσαρμοστούν στην τακτική του αντιπάλου, συνδυάζοντας αιμοσταγή βαρβαρότητα με αμηχανία και σύγχυση.
Να ένα τυπικό παράδειγμα μάχης. Είκοσι τέσσερεις άνδρες που αποτελούν μία από τις πιο παράτολμα θαρραλέες γεωργιανές ντρουζίνα[2], βαδίζουν αρκετά ανοιχτά σε δυάδες. Το πλήθος τους προειδοποιεί ότι ιππεύουν προς το μέρος τους δεκαέξι δραγόνοι με τον αξιωματικό τους. Η ντρουζίνα σταματά, σχηματίζει ζυγούς, τραβά τα μάουζέρ της και ετοιμάζεται να πυροβολήσει. Μόλις εμφανίζεται η έφιππη ομάδα, η ντρουζίνα πυροβολεί. Ο αξιωματικός τραυματίζεται, τα άλογα στην μπροστινή σειρά τραυματισμένα, σηκώνονται στα δύο πόδια, οι δραγόνοι αιφνιδιάζονται, αδυνατώντας να απαντήσουν στους πυροβολισμούς. Τέλος οι δραγόνοι τρέπονται σε φυγή ατάκτως, αφήνοντας πίσω αρκετούς νεκρούς και τραυματίες. «Τώρα κοιτάξετε να φύγετε», παροτρύνει το πλήθος, «έρχεται το πυροβολικό». Έχουν δίκιο. Το πυροβολικό εμφανίζεται σύντομα στη σκηνή, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας δεκάδες μέσα στο άοπλο πλήθος που ποτέ δεν περίμενε να δεχτεί τέτοια επίθεση. Εν τω μεταξύ, οι Γεωργιανοί έχουν αρχίσει άλλους πυροβολισμούς με άλλα στρατεύματα σε άλλο μέρος. Η ντρουζίνα είναι σχεδόν απρόσβλητη επειδή περιβάλλεται την πανοπλία της λαϊκής συμπάθειας.
Ορίστε κι άλλο ένα παράδειγμα, από τα πολλά: μια ομάδα δεκατριών ντρουζίνικι που έχουν καταλάβει ένα κτήριο, άντεξαν για τέσσερις ώρες τα πυρά από πεντακόσιους με εξακόσιους στρατιώτες, με τρία κανόνια και δύο αυτόματα στη διάθεσή τους. Όταν είχαν χρησιμοποιήσει όλα τα πυρομαχικά τους και είχαν επιφέρει μεγάλες απώλειες στα στρατεύματα, οι ντρουζίνικι υποχώρησαν χωρίς κανένα τραυματία ενώ οι στρατιώτες κατέστρεψαν αρκετά οικοδομικά τετράγωνα με το πυροβολικό, έβαλαν φωτιά σε σειρά ξύλινων σπιτιών και σκότωσαν πολλούς τρομοκρατημένους πολίτες, όλα αυτά για να εκδιώξουν μια ντουζίνα επαναστάτες.
Τα οδοφράγματα δεν τα υπερασπίζονταν. Αυτά εξυπηρετούσαν μόνο ως εμπόδια στην κίνηση του στρατού, ειδικά των δραγόνων. Τα σπίτια στις φραγμένες περιοχές βρίσκονταν εκτός του βεληνεκούς του πυροβολικού. Μετά από βαρύ βομβαρδισμό, τα στρατεύματα θα «καταλάμβαναν» τα οδοφράγματα ώστε να εξασφαλίσουν ότι δεν υπήρχε κανείς πίσω τους. Αλλά μόλις τα στρατεύματα έφευγαν, τα οδοφράγματα ξαναφτιάχνονταν.
Στις 10 Δεκέμβρη, το πυροβολικό του Ντουμπάσοφ έπιασε δουλειά για τα καλά. Κανόνια και αυτόματα πυροβολούσαν ασταμάτητα, καθαρίζοντας τη μία οδό μετά την άλλη. Τα θύματα δεν μετριούνταν πια σε μονοψήφια νούμερα, αλλά σε δεκάδες. Τα πλήθη, οργισμένα και αλαφιασμένα, έτρεχαν από τόπο σε τόπο, ανίκανα να πιστέψουν ότι ήταν αλήθεια αυτό που γινόταν μπροστά στα μάτια τους. Οι στρατιώτες πυροβολούσαν, όχι σε επαναστάτες, αλλά σε εκείνον τον αδιευκρίνιστο εχθρό που το όνομά του ήταν Μόσχα: τα σπίτια της Μόσχας μαζί με τα παιδιά και τους γέροντές της, στους δρόμους τα άοπλα πλήθη της Μόσχας. «Φονιάδες! Δειλοί! Έτσι ελπίζετε να αποκαταστήσετε τη δόξα σας για τη Μαντζουρία;»
Μετά τους πρώτους καταιγισμούς πυρών, η ανέγερση οδοφραγμάτων έγινε πυρετώδης. Ανέβηκε ο ρυθμός δουλειάς, οι μέθοδοι έγιναν πιο τολμηρές. Το πλήθος αναποδογύρισε ένα ογκώδες σταντ φρούτων, ένα περίπτερο εφημερίδων, ξήλωσε ταμπέλες καταστημάτων, έσπασε μαντεμένια κιγκλιδώματα, κατέβασε τα υπερυψωμένα καλώδια του τραμ.
«Αψηφώντας την αστυνομική διαταγή όλες οι αυλόπορτες να κρατιούνται αμπαρωμένες» ανέφεραν οι αντιδραστικές εφημερίδες, «πολλές αυλόπορτες σπιτιών είχαν βγει από τους μεντεσέδες τους και χρησιμοποιούνταν για το χτίσιμο οδοφραγμάτων». Ως τις 11 Δεκέμβρη όλα τα σημαντικά σημεία στην πόλη είχαν περικυκλωθεί από ένα δίκτυο οδοφραγμάτων. Ολόκληρες οδοί είχαν τυλιχτεί στον ιστό του αγκαθωτού συρματοπλέγματος.
Ο Ντουμπάσοφ ανακοίνωσε ότι οποιοδήποτε πλήθος «άνω των τριών ατόμων» θα πυροβολούνταν. Όμως, οι δραγόνοι πυροβολούσαν και μεμονωμένα άτομα. Πρώτα θα έπρεπε να τους κάνουν έλεγχο. Μη βρίσκοντας όπλα, θα τους άφηναν να φύγουν και έπειτα θα ερχόταν μια σφαίρα να τους κυνηγήσει. Πυροβολούσαν ακόμη και κόσμο που στεκόταν να διαβάσει την προκήρυξη του Ντουμπάσοφ. Αρκούσε μια μόνο βολή να ριχτεί από κάποιο παράθυρο για να στραφούν όλα τα όπλα του πυροβολικού προς το σπίτι. Λίμνες αίματος και σβόλοι μυαλού και μαλλιών κολλημένοι στις πινακίδες των καταστημάτων, αποκάλυπταν από πού είχαν περάσει οι οβίδες διασποράς. Σε πολλά σπίτια έχασκαν ανοιχτές τρύπες. Έξω από ένα σπίτι με ζημιές – βδελυρή δημοσιοποίηση της εξέγερσης!- ένα πιάτο με ένα κομμάτι ανθρώπινης σάρκας και μια επιγραφή: «Δώστε χρήματα για τους τραυματίες».
Μετά από δύο ή τρεις μέρες η διάθεση της φρουράς της Μόσχας έγινε φανερά δυσμενής για τους εξεγερμένους. Από την αρχή των αναταραχών, οι στρατιωτικές αρχές είχαν πάρει ορισμένα μέτρα μέσα στα στρατόπεδα: είχαν ξαποστείλει τα εφεδρικά στρατεύματα, τους εθελοντές και όσους θεωρούσαν αναξιόπιστους, και παρείχαν καλύτερα γεύματα για τους υπόλοιπους. Στην αρχή, για την κατάπνιξη της εξέγερσης, χρησιμοποιήθηκαν μόνο οι πιο αξιόπιστες μονάδες. Τα πιο αμφίβολα συντάγματα, με τα πιο συνειδητά πολιτικά στοιχεία τους να έχουν απομακρυνθεί, περιορίστηκαν στα στρατόπεδα και στάλθηκαν σε δράση μόνον στη δεύτερη φάση. Αρχικά αυτά τα στρατεύματα δρούσαν απρόθυμα και χωρίς αυτοπεποίθηση. Αλλά μια τυχαία σφαίρα ή τα λόγια ενός αξιωματικού που έπαιζαν με την κούραση ή την πείνα τους, μπορούσαν να τα οδηγήσουν σε τρομερές υπερβολές βαναυσότητας. Ο Ντουμπάσοφ ενίσχυσε όλους αυτούς τους παράγοντες με άφθονες διανομές δωρεάν βότκας. Οι δραγόνοι ήταν διαρκώς μισομεθυσμένοι.
Ωστόσο, οι αντάρτικες επιθέσεις δεν προκαλούν μόνο θυμό, μα και κόπωση. Η γενική εχθρότητα του πληθυσμού είχε αποθαρρυντική επίδραση στους φαντάρους. Η 13η και 14η Δεκέμβρη ήταν οι μέρες της κρίσης. Οι στρατιώτες, ψόφιοι στην κούραση, αρνήθηκαν να πολεμήσουν έναν εχθρό που δεν έβλεπαν, και του οποίου οι δυνάμεις υπερβάλλονταν ευφάνταστα από τις φήμες. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις αυτοκτονιών αξιωματικών.
Ο Ντουμπάσοφ κάλεσε για ενισχύσεις, αναφέροντας στην Πετρούπολη ότι από τους 15.000 άνδρες στη φρουρά της Μόσχας μόνο οι 5.000 μπορούσαν να τεθούν σε δράση, καθώς οι άλλοι ήταν αναξιόπιστοι. Του απάντησαν ότι ένα μέρος της φρουράς της Πετρούπολης είχε σταλεί στις Βαλτικές Χώρες, άλλο ένα μέρος ήταν αναξιόπιστο και την υπόλοιπη τη χρειάζονταν επί τόπου. Αυτές οι συναλλαγές γνωστοποιήθηκαν στην πόλη από έγγραφα που κλάπηκαν από το στρατηγείο και επέδρασαν ως ισχυρή ένεση κουράγιου και ελπίδας.
Όμως ο Ντουμπάσοφ νίκησε. Επέμεινε να έρθει σε επαφή με το Τσάρσκογιε Σέλο (σημείωση «Κόκκινης»: το θερινό παλάτι του τσάρου) μέσω τηλεφώνου και δήλωσε πως δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι «η αυταρχία θα έμενε αλώβητη». Αμέσως δόθηκε εντολή να αποσταλεί στη Μόσχα το σύνταγμα της φρουράς Σεμιόνοφσκι.
Στις 15 Δεκέμβρη η κατάσταση άλλαξε απότομα. Η ελπίδα της άφιξης των φρουρών αποκατέστησε γρήγορα το ηθικό των αντιδραστικών ομάδων στη Μόσχα. Εμφανίστηκε στους δρόμους μια ένοπλη «πολιτοφυλακή», μαζεμένη από τα καταγώγια από την Ένωση του Ρωσικού Λαού (σημείωση «Κόκκινης»: ακροδεξιά υπεραντιδραστική τσαρική ομάδα, που οργάνωνε τα αντισημιτικά πογκρόμ). Οι ενεργές κυβερνητικές δυνάμεις μεγεθύνθηκαν από στρατεύματα που μεταφέρθηκαν από κοντινές πόλεις. Οι ντρουζίνικι είχαν εξαντληθεί. Ο κοινός πολίτης δεν άντεχε άλλο την αβεβαιότητα και τον φόβο. Το ηθικό των εργαζόμενων μαζών έπεφτε. Οι ελπίδες για νίκη εξανεμίζονταν. Καταστήματα, τράπεζες, γραφεία και το χρηματιστήριο ξανάνοιξαν. Η κίνηση στους δρόμους τονώθηκε. Κυκλοφόρησε μια εφημερίδα. Όλοι αισθάνονταν ότι η ζωή στα οδοφράγματα τελείωνε. Στα πιο πολλά σημεία της πόλης οι πυροβολισμοί είχαν σβήσει.
Στις 16, με την άφιξη των στρατιωτών από Πετρούπολη και Βαρσοβία, ο Ντουμπάσοφ έγινε απόλυτος κύριος της κατάστασης. Πέρασε στην επίθεση και καθάρισε τελείως το κέντρο της πόλη από τα οδοφράγματα. Αναγνωρίζοντας το ανέλπιδο της κατάστασης αποφάσισαν εκείνη την ημέρα να λήξουν την απεργία στις 19 Δεκέμβρη.
Κατά τη διάρκεια όλης της εξέγερσης η περιοχή Πρέσνια, η Μονμάρτη της Μόσχας, ζούσε τη δική της ζωή. Στις 10 Δεκέμβρη όταν ήδη αντηχούσε το πιστολίδι στο κέντρο της Μόσχας, η Πρέσνια παρέμενε ήρεμη. Γίνονταν πολιτικές συσκέψεις, αλλά δεν ικανοποιούσαν πλέον τις μάζες. Ο λαός ήθελε δράση και γνωστοποίησε τη θέλησή του στους αντιπροσώπους. Εν τέλει, στις 4μμ έφτασε από το κέντρο η εντολή να φτιαχτούν οδοφράγματα. Η Πρέσνια ζωντάνεψε. Εδώ δεν παρατηρούνταν καθόλου η αποδιοργάνωση που κυβερνούσε στην υπόλοιπη πόλη. Οι εργάτες σχημάτισαν δεκάδες, εξέλεξαν ομαδάρχες, εξοπλίστηκαν με φτυάρια, αξίνες και τσεκούρια και βγήκαν στους δρόμους σε κανονικό σχηματισμό σαν τακτικά αποσπάσματα που άνοιγαν τον δρόμο. Κανείς δεν έμενε χωρίς δουλειά. Οι γυναίκες έσερναν στους δρόμους έλκηθρα, εξώθυρα, κούτσουρα για κάψιμο. Εργάτες έκοβαν και πριόνιζαν στύλους και φανοστάτες. Όλη η Πρέσνια δονούνταν με τους ήχους των τσεκουριών: ήταν σαν να υλοτομούσαν δάσος.
Αποκομμένη από την πόλη από στρατεύματα, με ένα στιβαρό δίκτυο οδοφραγμάτων να τη διατρέχει, η Πρέσνια μετατράπηκε σε προλεταριακή κατασκήνωση. Οι ντρουζίνικι βρίσκονταν παντού σε υπηρεσία. Τη νύχτα ένοπλοι φρουροί βάδιζαν ανάμεσα στα οδοφράγματα και απαιτούσαν το παρασύνθημα από τους διαβάτες. Κορίτσια εργάτριες έδειχναν τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Έβγαιναν για αναγνώριση, άρχιζαν συζητήσεις με αστυνομικούς και έτσι αποκτούσαν χρήσιμες πληροφορίες.
Πόσοι ενεργοί ντρουζίνικι υπήρχαν στην Πρέσνια; Κάπου 200, όχι παραπάνω. Είχαν στη διάθεσή τους κάπου ογδόντα μάουζερ, περίστροφα και τουφέκια. Παρά τους μικρούς τους αριθμούς, συγκρούονταν με τον στρατό χωρίς σταματημό. Αφόπλιζαν τους φαντάρους, σκότωναν όσους έφερναν αντίσταση. Εργάτες επιδιόρθωναν τα κατεστραμμένα οδοφράγματα. Οι ντρουζίνικι ακολουθούσαν αυστηρά την τακτική του ανταρτοπολέμου: σχημάτιζαν ομάδες των δύο ή τριών, πυροβολούσαν Κοζάκους και πυροβολητές μέσα από σπίτια, ξυλαποθήκες και άδεια βαγόνια, μετακινούνταν γοργά από μέρος σε μέρος και έλουζαν ξανά με σφαίρες τον εχθρό. Στις 12 Δεκέμβρη οι ντρουζίνικι αιχμαλώτισαν ένα κανόνι. Για κανένα τέταρτο το τριγύριζαν μη ξέροντας τι να το κάνουν. Το δίλημμα λύθηκε με την άφιξη ενός μεγάλου αποσπάσματος δραγόνων και Κοζάκων, που ανακατέλαβαν το όπλο.
Το απόβραδο της 13ης Δεκέμβρη, οι ντρουζίνικι της Πρέσνια αιχμαλώτισαν έξι πυροβολητές και τους έφεραν σε ένα εργοστάσιο. Τους έδωσαν γεύμα σε μια κοινοτική τραπεζαρία. Κατά τη διάρκεια του γεύματος δίνονταν ομιλίες πολιτικής φύσης. Οι φαντάροι άκουγαν προσεκτικά και με συμπάθεια. Μετά το γεύμα τούς επιτράπηκε να επιστρέψουν χωρίς να τους έχουν ψάξει ή αφοπλίσει. Οι εργάτες ανυπομονούσαν να τους κάνουν φίλους.
Τη νύχτα της 15ης Δεκέμβρη οι ντρουζίνικι συνέλαβαν τον Βοϊλοσνίκοφ, αρχηγό της μυστικής αστυνομίας, έψαξαν το διαμέρισμά του και κατάσχεσαν φωτογραφίες ατόμων υπό παρακολούθηση, όπως και 600 ρούβλια δημόσιο χρήμα. Ο Βοϊλοσνίκοφ καταδικάστηκε αμέσως σε θάνατο και εκτελέστηκε στην αυλή του εργοστασίου Πρόχοροφ. Άκουσε την ετυμηγορία ήρεμα και αντιμετώπισε τον θάνατο με κουράγιο, πεθαίνοντας πιο ευγενικά απ’ ό,τι είχε ζήσει.
Δοκιμαστικοί βομβαρδισμοί της Πρέσνια ξεκίνησαν στις 16 του μήνα. Οι ντρουζίνικι απάντησαν με ενεργητικά πυρά και ανάγκασαν το πυροβολικό να υποχωρήσει. Μα την ίδια μέρα έγινε γνωστό ότι ο Ντουμπάσοφ είχε λάβει μεγάλες ενισχύσεις από Πετρούπολη και Βαρσοβία και το ηθικό άρχισε να πέφτει. Ξεκίνησε η έξοδος των πιο αβέβαιων στοιχείων προς την ύπαιθρο. Οι δρόμοι γέμισαν με πεζούς πρόσφυγες που κουβαλούσαν στους ώμους λευκούς σάκους.
Τη νύχτα της 16ης, η Πρέσνια περικυκλώθηκε από έναν σιδηρό δακτύλιο στρατευμάτων. Σύντομα μετά τις 6πμ, στις 17, αυτά τα στρατεύματα ξεκίνησαν ανενδοίαστα τους κανονιοβολισμούς. Τα κανόνια έριχναν ως και εφτά βολές το λεπτό. Αυτό συνεχίστηκε, με ανάπαυλα μιας ώρας, μέχρι τις 4 το απόγευμα. Πολλά εργοστάσια και σπίτια καταστράφηκαν και πήραν φωτιά. Τα οδοφράγματα βρέθηκαν στις φλόγες, γυναίκες και παιδιά χιμούσαν στους δρόμους μέσα σε σύννεφα μαύρου καπνού, ο αέρας κουβαλούσε τη βοή και τον ορυμαγδό της πυρκαγιάς. Η λάμψη ήταν τέτοια που μίλια μακριά μπορούσες να διαβάσεις έξω στον δρόμο σαν να ήταν μέρα. Ως το μεσημέρι οι ντρουζίνικι διεξήγαν επιχειρήσεις κατά του στρατού, αλλά τα συνεχή εχθρικά πυρά τούς ανάγκασαν να σταματήσουν.
Ως το πρωί της 18ης, η Πρέσνια είχε καθαριστεί από οδοφράγματα. Επιτράπηκε να φύγει από την Πρέσνια ο «ειρηνικός» πληθυσμός. Οι στρατιώτες ήταν αρκετά απρόσεκτοι ώστε να αφήσουν κόσμο να φύγει χωρίς να τον ψάξουν. Οι ντρουζίνικι ήταν οι πρώτοι που έφυγαν, μερικοί ακόμα οπλισμένοι. Αργότερα, οι στρατιώτες επιδόθηκαν σε πυροβολισμούς και βιαιότητες, αλλά δεν είχε μείνει στην περιοχή ούτε ένας ντρουζίνικ.
Τα «ειρηνευτικά στρατεύματα» του συντάγματος Σεμιόνοφσκι που είχαν σταλεί για να «ειρηνεύσουν» τους σιδηρόδρομους, διατάχθηκαν να μην κάνουν συλλήψεις και να προχωρήσουν χωρίς οίκτο. Δεν συνάντησαν πουθενά αντίσταση. Ούτε μια σφαίρα δεν ρίχτηκε εναντίον τους. Όμως σκότωσαν περίπου 150 άτομα στη σιδηροδρομική γραμμή. Οι εκτελέσεις έγιναν χωρίς έρευνα ή δίκη. Έπαιρναν τραυματίες από τα ασθενοφόρα και τους αποτελείωναν. Ολόγυρα κείτονταν πτώματα και κανείς δεν τολμούσε να τα μετακινήσει. Ένας από αυτούς που εκτέλεσε η φρουρά της Πετρούπολης ήταν και ο μηχανοδηγός Ουχτόμσκι, που έσωσε τις ζωές μιας ομάδας ντρουζίνικι απομακρύνοντάς τους με την ατμομηχανή του να τρέχει σε απίθανη ταχύτητα, υπό τα πυρά του πολυβόλου. Πριν τον εκτελέσουν είπε στους εκτελεστές τους τι είχε κάνει: «Όλοι είναι ασφαλείς» κατέληξε με ήρεμη περηφάνεια, «δεν θα τους βρείτε ποτέ τώρα».
Η εξέγερση της Μόσχας κράτησε εννιά μέρες, από τις 9 ως τις 17 Δεκέμβρη. Πόσο μεγάλες ήταν στα αλήθεια οι μάχιμες δυνάμεις της ανταρσίας; Ήταν αμελητέες. Οι κομματικοί ντρουζίνικι αριθμούσαν μεταξύ 700 και 800 ανδρών – 500 σοσιαλδημοκράτες[3] και 250 με 300 σοσιαλεπαναστάτες. Περίπου 500 σιδηροδρομικοί, εξοπλισμένοι με πυροβόλα όπλα, λειτουργούσαν στους σταθμούς και κατά μήκος των γραμμών. Κάπου 400 ένοπλοι από τους τυπογράφους και τους εμποροϋπαλλήλους απάρτιζαν τις μονάδες υποστήριξης. Υπήρχαν επίσης κάποιες ομάδες ελεύθερων σκοπευτών. Αναφορικά με αυτούς πρέπει να γίνει αναφορά στους τέσσερις εθελοντές από το Μαυροβούνιο. Έξοχοι σκοπευτές, ατρόμητοι και ακούραστοι, δούλευαν ομαδικά σκοτώνοντας μόνο αστυνομικούς και αξιωματικούς. Δύο εξ αυτών σκοτώθηκαν, ένας τρίτος τραυματίστηκε, το τουφέκι Γουίντσεστερ του τέταρτου καταστράφηκε. Συνέχισε να επιδίδεται στο τρομερό του άθλημα μόνος. Κάθε πρωί χρεωνόταν 50 κάλυκες, αλλά παραπονιόταν ότι ήταν πολύ λίγοι. Έμοιαζε παραζαλισμένος, θρηνώντας για τους χαμένους συντρόφους του και ψάχνοντας κάποια φοβερή εκδίκηση για την απώλειά τους.
Μα τότε πώς μπορούσε ένας τόσο μικρός αριθμός ντρουζίνικι να συνεχίσουν να μάχονται για μιάμιση βδομάδα ενάντια σε μια φρουρά αρκετών χιλιάδων ανδρών; Η απάντηση σε αυτόν τον επαναστατικό γρίφο βρίσκεται στις διαθέσεις των λαϊκών μαζών. Ολόκληρη η πόλη με τις οδούς, τα σπίτια, τους τοίχους και τις πύλες της συνωμοτούσε κατά των κυβερνητικών στρατευμάτων. Ο πληθυσμός του ενός εκατομμυρίου σχημάτιζε ένα ζωντανό τείχος ανάμεσα στους αντάρτες και τον κυβερνητικό στρατό. Υπήρχαν μόνο λίγες εκατοντάδες ντρουζίνικι. Αλλά τα οδοφράγματα χτίζονταν και ξαναχτίζονταν από τις μάζες. Ο λαός περιέβαλε τους ένοπλους επαναστάτες με ενεργή συμπάθεια, χαλώντας τα κυβερνητικά σχέδια όπου μπορούσε. Ποιοι ήταν αυτοί οι εκατοντάδες χιλιάδες συμπαθούντες; Η διανόηση, η μικροαστική τάξη και πάνω απ’ όλους οι εργάτες. Εκτός από τον μισθοφορικό όχλο, μόνο το ανώτατο καπιταλιστικό στρώμα έστεκε στην πλευρά της κυβέρνησης.
Η δημοτική δούμα της Μόσχας, που μόλις πριν δύο μήνες εξέθετε περήφανα τον ριζοσπαστισμό της, τώρα έπαιρνε βιαστικά θέση πίσω από τον Ντουμπάσοφ. Στο συμβούλιο του γενικού κυβερνήτη εντάχθηκε όχι μόνο ο Οκτωβριστής Γκουτσκόφ[4], μα και ο Γκολοβίν, ο μελλοντικός Καντέτος βουλευτής της δεύτερης Δούμας.
Ποιος ήταν ο αριθμός των θυμάτων της εξέγερσης της Μόσχας; Το ακριβές νούμερο είναι άγνωστο και ποτέ δεν θα μπορέσει να επιβεβαιωθεί. Τα δεδομένα που παρέχουν 47 νοσοκομεία και κλινικές δείχνουν 885 τραυματίες, 174 νεκρούς. Όμως οι νεκροί σπάνια μόνο μεταφέρονταν στο νοσοκομείο. Στις περισσότερες περιπτώσεις τους άπλωναν στα αστυνομικά τμήματα και κατόπιν τους έπαιρναν μυστικά στο νεκροταφείο. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών 454 σκοτωμένοι θάφτηκαν στο νεκροταφείο. Ωστόσο, πολλά πτώματα κουβαλήθηκαν εκτός πόλης σε βαγόνια τρένων. Δεν θα απείχε πολύ από την πραγματικότητα αν εκτιμούσαμε το τίμημα του μοσχοβίτικου ξεσηκωμού σε περίπου 1.000 νεκρούς και κάπου ισάριθμους τραυματίες. Αυτά τα νούμερα συμπεριλαμβάνουν 86 παιδιά, εκ των οποίων κάποια βρέφη.
Η κυβέρνηση ποτέ δεν ανακοίνωσε ακριβή αριθμό απωλειών και για τις δύο πλευρές. Μια επίσημη αναφορά μιλά μόνο για «αρκετές δεκάδες» στρατιωτών που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Στην πραγματικότητα ήταν αρκετές εκατοντάδες. Το αντίτιμο δεν θεωρήθηκε υπερβολικά υψηλό, αφού διακυβευόταν η Μόσχα, «η καρδιά της Ρωσίας».
Αφήνοντας κατά μέρος τις συνοριακές περιοχές (τον Καύκασο και τις Βαλτικές Χώρες[5]), το εξεγερσιακό κύμα του Δεκέμβρη έφτασε το μέγιστο ύψος του στη Μόσχα. Μολαταύτα, οδοφράγματα και ανταλλαγές πυρών με τον στρατό εμφανίστηκαν σε αρκετές άλλες πόλεις, όπως το Χάρκοβο, το Αλεξαντρόφσκ, το Νίζνι Νόβγκοροντ, το Ροστόφ και το Τβερ.
Με το που τσακίστηκε παντού η εξέγερση, άρχισε η περίοδος των τιμωρητικών εκστρατειών. Όπως δείχνει ο επίσημος χαρακτηρισμός τους, σκοπός τους ήταν όχι η μάχη με τον εχθρό αλλά η αντεκδίκηση εις βάρος των ηττημένων. Στις Βαλτικές Χώρες, όπου η εξέγερση είχε φουντώσει ένα δεκαπενθήμερο πριν της Μόσχας, οι τιμωρητικές εκστρατείες χωρίστηκαν σε μικρά αποσπάσματα, που εφάρμοζαν τις αιμοσταγείς οδηγίες των βαλτικών βαρόνων, εκείνης της βρωμερής κάστας από όπου η ρωσική γραφειοκρατία αντλούσε τους πιο κτηνώδεις εκπροσώπους της. Λετονοί εργάτες και χωρικοί πυροβολήθηκαν, απαγχονίστηκαν, ραβδίστηκαν μέχρι θανάτου με κοντάκια και δάρτες, εκτελέστηκαν υπό τους ύμνους του τσαρικού ύμνου. 749 άτομα εκτελέστηκαν, πάνω από 100 αγροκτήματα κάηκαν και πολλοί άνθρωποι μαστιγώθηκαν μέχρι θανάτου σε διάστημα δύο μηνών στις Βαλτικές Χώρες.
Έτσι πάλευε για την ύπαρξή της η απολυταρχία, με τη χάρη του Θεού. Ανάμεσα στις 9 Γενάρη και τη σύγκληση της πρώτης Κρατικής Δούμας στις 27 Απρίλη 1906, σύμφωνα με προσεγγιστικά στοιχεία, η τσαρική κυβέρνηση σκότωσε πάνω από 14.000 ανθρώπους, εκτέλεσε πάνω από 1.000, τραυμάτισε πάνω από 20.000 (πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν από τα τραύματά τους) και συνέλαβε, εξόρισε και φυλάκισε 70.000. Το τίμημα δεν ήταν υπέρμετρο, αφού διακυβευόταν η ίδια η ύπαρξη του τσαρισμού.
«1905», Λέον Τρότσκι, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2020 (σελ. 240-253).
[1] Φιοντόρ Βασίλιεβιτς Ντουμπάσοφ (1845-1912), ναύαρχος, διορισμένος από τον Βίτε ως Γενικός Κυβερνήτης της Μόσχας μεταξύ Νοέμβρη 1905 και Ιούλη 1906, για να καταπνίξει την επανάσταση, όπως είχε κάνει ήδη με τις αγροτικές εξεγέρσεις άλλων επαρχιών.
[2] Ντρουζίνα, ο σλαβικός όρος σημαίνει κατά λέξη «συντροφιά», αλλά χρησιμοποιούνταν ως ομάδα πολεμιστών από τον Μεσαίωνα ακόμα. Στις αρχές του εικοστού αιώνα σήμαινε πρακτικά μια ομάδα πολιτοφυλάκων, είτε καθεστωτικών είτε επαναστατών. Εδώ σημαίνει το ένοπλο επαναστατικό απόσπασμα. Ντρουζίνικ και ντρουζίνικοι είναι το μέλος και τα μέλη τα ομάδας.
[3] Σοσιαλδημοκράτης τότε – σε αντίθεση με σήμερα- σήμαινε συνεπής επαναστάτης μαρξιστής (σημείωση «Κόκκινης»).
[4] Οκτωβριστές ήταν οι πιο ακραίοι οπαδοί του τσάρου, στα δεξιά των Καντέ, των συνταγματικών δημοκρατών, που ήταν το κόμμα της αστικής τάξης (σημείωση «Κόκκινης»).
[5] Και στις δύο αυτές περιοχές, ιδιαίτερα στη βαλτική Λετονία, υπήρχε ισχυρό αντάρτικο, οργανωμένο από το μπολσεβίκικο κόμμα (σημείωση «Κόκκινης»).
