
Του Ζοζέφ Νταχέρ*
Η Χαμάς έχει δαιμονοποιηθεί μετά τις επιθέσεις της στις 7 Οκτωβρίου 2023, που οδήγησαν στο θάνατο 1.200 Ισραηλινών. Από πού προήλθε αυτό το κόμμα και πώς αναπτύχθηκε;
Προέλευση και εξέλιξη
Η Χαμάς, το αραβικό ακρωνύμιο για το «Ισλαμικό Κίνημα Αντίστασης», ιδρύθηκε επίσημα τον Δεκέμβριο του 1987, στην αρχή της πρώτης παλαιστινιακής Ιντιφάντα. Οι ρίζες της ωστόσο ανάγονται σε δύο οργανώσεις: Τη Μουσουλμανική Αδελφότητα της Αιγύπτου, η οποία δραστηριοποιούνταν στη Λωρίδα της Γάζας από τη δεκαετία του 1940, και την ένωση Αλ-Μουτζάμμα αλ-Ισλαμί, που ιδρύθηκε από τον σεΐχη Άχμαντ Γιασίν το 1973 στη Γάζα και νομιμοποιήθηκε από την ισραηλινή στρατιωτική διοίκηση υπό κατοχή το 1979. Η Αλ-Μουτζάμμα αλ-Ισλαμί ιδρύθηκε και λειτούργησε ως οργάνωση βιτρίνα για τις δραστηριότητες του Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Γάζα.
Οι ισραηλινές αρχές κατοχής ενθάρρυναν αρχικά την ανάπτυξη δομών της Αλ-Μουτζάμμα αλ-Ισλαμί σε όλη τη Λωρίδα της Γάζας, ιδίως κοινωνικών ιδρυμάτων και πολιτικών δραστηριοτήτων. Ο στόχος ήταν φυσικά να αποδυναμωθεί το εθνικιστικό και αριστερό στρατόπεδο, ενθαρρύνοντας την ισλαμική εναλλακτική λύση. Αυτό συνέβη επειδή η Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε αποφασίσει να υιοθετήσει μια στάση μη αντιπαράθεσης απέναντι στις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής και να επικεντρωθεί πρώτα στον εξισλαμισμό της κοινωνίας. Αυτή η επιλογή της μη ένοπλης αντιπαράθεσης με τον ισραηλινό κατακτητή αμφισβητήθηκε στο εσωτερικό της Χαμάς στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και από αυτή τη διαίρεση δημιουργήθηκε μια νέα πολιτική οντότητα, η Ισλαμική Τζιχάντ, υπό την ηγεσία του Φατχί Σικάκι στη Γάζα.
Η ανάπτυξη της Χαμάς ευνοήθηκε επίσης από δύο σημαντικά περιφερειακά γεγονότα. Η πετρελαϊκή έκρηξη μετά το 1973 επέτρεψε στις μοναρχίες του Κόλπου να αυξήσουν τις επενδύσεις σε ισλαμικά φονταμενταλιστικά κινήματα, συμπεριλαμβανομένου του Αλ-Μουτζάμμα αλ-Ισλαμί. Και η ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν το 1979 προώθησε τον ισλαμικό φονταμενταλιστικό πολιτικό προσανατολισμό.
Τα ισλαμικά φονταμενταλιστικά κινήματα στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη (OPT / Occupied Palestinian Territories) επωφελήθηκαν επίσης από τις μεγάλες αποτυχίες της Παλαιστινιακής Απελευθερωτικής Οργάνωσης (PLO). Αυτές ξεκίνησαν στην Ιορδανία το 1970 με τον Μαύρο Σεπτέμβριο[1] και τη βίαιη καταστολή των παλαιστινιακών δυνάμεων από το ιορδανικό καθεστώς, που οδήγησε στη μεταφορά τους στον Λίβανο. Μετά την εκδίωξη των δυνάμεων της PLO από τη Βηρυτό στην Τύνιδα το 1982, το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα αποδυναμώθηκε ακόμη περισσότερο. Η ηγεσία, η στρατηγική και το πολιτικό του πρόγραμμα αμφισβητούνταν όλο και περισσότερο. Αυτό συνέβαινε παράλληλα με την αυξανόμενη επικέντρωση της PLO υπό την ηγεσία της Φατάχ στην αναζήτηση πολιτικής και διπλωματικής λύσης αντί της ένοπλης αντίστασης.
Αντίθετα, η ηγεσία της Χαμάς υποστήριξε την ένοπλη αντίσταση. Η Χαμάς διαδραμάτισε ρόλο στην πρώτη και τη δεύτερη Ιντιφάντα (1987-1993 και 2000-2005), διατηρώντας παράλληλα μια ισχυρή ρητορική στάση κατά της ειρηνευτικής Συμφωνίας του Όσλο[2] μεταξύ της PLO και του Ισραήλ. Αυτή θεωρήθηκε όλο και περισσότερο και ευρέως ως πλήρης συνθηκολόγηση της PLO στις απαιτήσεις του Ισραήλ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Χαμάς κέρδιζε ολοένα και περισσότερο δημοτικότητα στους παλαιστινιακούς δρόμους στα Κατεχόμενα. Ταυτόχρονα, η Παλαιστινιακή Αρχή επικρινόταν όλο και περισσότερο λόγω της αποτυχίας της να υλοποιήσει οποιουσδήποτε παλαιστινιακούς εθνικούς στόχους απέναντι στη συνεχιζόμενη ισραηλινή κατοχή και τον εποικισμό, ενώ η κυβέρνηση της Ραμάλλα κατηγορήθηκε για διαφθορά και πελατειακές πρακτικές. Και η συνεργασία της ΠΑ σε θέματα ασφάλειας με το Ισραήλ καταγγέλθηκε επίσης ευρέως από τον παλαιστινιακό πληθυσμό και την παλαιστινιακή κοινωνία.
Εν τω μεταξύ, η Χαμάς μετασχηματίστηκε σιγά-σιγά, από ένα κόμμα το οποίο, τη δεκαετία του 1990, αρνήθηκε κάθε συμμετοχή στους θεσμούς που κληρονομήθηκαν από τη Συμφωνία του Όσλο, στην πολιτική προσαρμογή σε αυτούς τους θεσμούς. Στις παλαιστινιακές βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2006, κατεβαίνοντας ως «Λίστα της Αλλαγής και της Μεταρρύθμισης», η Χαμάς κέρδισε την πλειοψηφία των εδρών, λαμβάνοντας το 42,9% των ψήφων και 74 από τις 132 έδρες.
Η διεθνής κοινότητα και το Ισραήλ αντέδρασαν με μποϊκοτάζ και αποκλεισμό της κυβέρνησης υπό την ηγεσία της Χαμάς και με την αναστολή κάθε ξένης βοήθειας προς τα Κατεχόμενα. Οι εντάσεις μεταξύ της Χαμάς και της Φατάχ κλιμακώθηκαν μετά το πραξικόπημα της Χαμάς που εκδίωξε τη Φατάχ από τη Γάζα τον Ιούνιο του 2007.[3] Η Δυτική Όχθη και η Λωρίδα της Γάζας παραμένουν υπό την εξουσία της Παλαιστινιακής Αρχής και της Χαμάς αντίστοιχα.
Πολιτικά προγράμματα
Η Χαμάς υιοθέτησε τον πρώτο της καταστατικό χάρτη στις 18 Αυγούστου 1988.[4] Αναγνώρισε την ένταξή της στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Δήλωνε ότι «θεωρεί τη γη της Παλαιστίνης ισλαμικό ουάκφ [κληροδότημα] για όλες τις γενιές των μουσουλμάνων μέχρι την ημέρα της ανάστασης». Σχετικά με την PLO, δήλωσε ότι: «Η πατρίδα μας είναι μία, η δυστυχία μας είναι μία, το πεπρωμένο μας είναι ένα και ο εχθρός μας είναι κοινός». Η αντίθεση της Χαμάς προς την PLO ήταν πάντα ουσιαστικά πολιτική και όχι θρησκευτική. Το κείμενο της πρώτης Χάρτας είχε ωστόσο αντισημιτικές προεκτάσεις, με αναφορά στα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών[5] (μια πλαστογραφία που δημιουργήθηκε από την τσαρική αστυνομία στις αρχές του 20ού αιώνα), καθώς και καταγγελία των «συνωμοσιών» των μασονικών στοών, των λεσχών Ρόταρυ και Λάιονς.
Ο τελευταίος καταστατικός χάρτης της Χαμάς, που δημοσιεύθηκε το 2017, έχει υποστεί ορισμένες σημαντικές τροποποιήσεις, προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης μετριοπάθειας.[6] Τώρα, για παράδειγμα, προτείνει ένα πολιτικό πρόγραμμα που εμμέσως συνάδει με τη λύση των δύο κρατών, ενώ το αντισημιτικό περιεχόμενο έχει αφαιρεθεί και αντιθέτως ο αγώνας του κόμματος διεξάγεται εναντίον του σιωνισμού. Επιπλέον, το νέο έγγραφο δεν αναφέρει καμία σχέση με την Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Η Χαμάς έπαιξε ρόλο στην πρώτη και τη δεύτερη Ιντιφάντα (1987-1993 και 2000-2005), ενώ διατήρησε μια ισχυρή ρητορική στάση ενάντια στην ειρηνευτική συμφωνία του Όσλο μεταξύ της PLO και του Ισραήλ. (Φωτογραφία του Esaias Baitel, νεαροί Παλαιστίνιοι διαδηλωτές πετούν πέτρες και μπουκάλια στους Ισραηλινούς στρατιώτες κατά τη διάρκεια της Πρώτης Ιντιφάντα, Δεκέμβριος 1987. AFP/Getty Images.)
Στρατιωτικός κλάδος
Η Χαμάς έχει ενισχυθεί σημαντικά στρατιωτικά μετά την πρώτη χερσαία εισβολή του Ισραήλ στον πόλεμο του 2008-2009, εν μέρει χάρη στις αυξανόμενες σχέσεις της με τους Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης και τη Χεζμπολλάχ, ιδίως μέσω της μεταφοράς στρατιωτικής τεχνογνωσίας.
Σήμερα, οι Ταξιαρχίες Ιζζ αντ-Ντιν αλ-Κάσσαμ, η στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς, εκτιμάται ότι διαθέτει μεταξύ 15.000 και 40.000 ετοιμοπόλεμους μαχητές. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες, οι Ταξιαρχίες αλ-Κάσσαμ διαθέτουν ένα οπλοστάσιο μη επανδρωμένων αεροσκαφών και περίπου 30.000 ρουκέτες. Έχει εκτοξεύσει 8.500 από αυτές από τις 7 Οκτωβρίου, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα του «Σιδερένιου Θόλου» του Ισραήλ. Η Χαμάς χρησιμοποιεί επίσης πολυάριθμες ένοπλες παγίδες και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, καθώς και οβίδες και νάρκες. Κατασκευάζει πλέον ένα μεγάλο μέρος των δικών της όπλων, αναπτύσσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα και ασχολείται με τον κυβερνοπόλεμο.
Στρατηγική και περιφερειακές συμμαχίες
Οι ηγέτες της Χαμάς έχουν καλλιεργήσει συμμαχίες με το Κατάρ και την Τουρκία τα τελευταία χρόνια, καθώς και με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η οποία είναι ο κύριος πολιτικός και στρατιωτικός υποστηρικτής της.
Η Χαμάς παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία την ολοκλήρωση των συμφωνιών του Αβραάμ με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ το καλοκαίρι του 2020 και την περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών, για να μην αναφέρουμε την προσέγγιση μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ. Αυτό το πλαίσιο έχει ενισχύσει μόνο την κρίσιμη συμμαχία της Χαμάς με το Ιράν – και επομένως με τη Χεζμπολάχ. Οι σχέσεις της με την Τεχεράνη συνέχισαν να της προσφέρουν στρατιωτική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων των όπλων και της εκπαίδευσης, εκτός από σημαντική οικονομική στήριξη.
Οι αλλαγές στην ηγεσία του πολιτικού κινήματος της Χαμάς είχαν επίσης αντίκτυπο. Η σχέση αυτή έχει σίγουρα διατηρηθεί σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο την τελευταία δεκαετία – παρά τις διαφωνίες σχετικά με τη συριακή εξέγερση. Αλλά η αντικατάσταση του Χάλεντ Μεσάαλ από τον Ισμαήλ Χανίγια ως ηγέτη της Χαμάς το 2017, καθώς και άλλες αλλαγές στην ηγεσία της στρατιωτικής πτέρυγας, διευκόλυναν τις στενότερες σχέσεις μεταξύ της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και του Ιράν.
Αξιωματούχοι της Χαμάς πολλαπλασίασαν τις επισκέψεις τους στην Τεχεράνη για να συναντηθούν με τον διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σολεϊμανί, ενώ επανειλημμένα επαινούσαν τη βοήθεια του Ιράν στα μέσα ενημέρωσης. Έχουν δηλώσει πολλές φορές ότι κατάφεραν να αναπτύξουν σημαντικά τις στρατιωτικές τους ικανότητες επειδή το Ιράν τους παρείχε πολλά χρήματα, εξοπλισμό και τεχνογνωσία.
Ωστόσο, οι ανανεωμένες και βαθύτερες σχέσεις με το Ιράν δεν έχουν έρθει χωρίς κριτική στη Λωρίδα της Γάζας και ακόμη και στις λαϊκές βάσεις της Χαμάς. Η δολοφονία του στρατηγού Σολεϊμανί από αμερικανική επίθεση στη Βαγδάτη το 2020 καταδικάστηκε έντονα από τη Χαμάς. Αλλά μια φωτογραφία του, αναρτημένη σε διαφημιστική πινακίδα στην πόλη της Γάζας, ξηλώθηκε λίγες ημέρες πριν από την πρώτη επέτειο του θανάτου του. Ο εμπνευστής της ενέργειας, ο Ματζντί αλ-Μαγκρίμπι, τον κατηγόρησε ότι είναι εγκληματίας. Αρκετά άλλα πανό του Σολεϊμανί κατέβηκαν επίσης και βανδαλίστηκαν, ενώ σε ένα βίντεο φαίνεται ένα άτομο να τον περιγράφει ως «δολοφόνο Σύριων και Ιρακινών».
Αντίστοιχα, η αποκατάσταση των δεσμών μεταξύ του συριακού καθεστώτος και της Χαμάς στα μέσα του 2022 θα πρέπει να θεωρηθεί ως προσπάθεια της Τεχεράνης να εδραιώσει την επιρροή της στην περιοχή και να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τους δύο συμμάχους. Ωστόσο, η όποια εξέλιξη στις σχέσεις μεταξύ της Συρίας και του παλαιστινιακού κινήματος δεν θα σημάνει την επιστροφή στην προ του 2011 κατάσταση, κατά την οποία οι ηγέτες της Χαμάς απολάμβαναν σημαντική υποστήριξη από το συριακό καθεστώς. Οι αξιωματούχοι στη Συρία πιθανότατα θα μειώσουν τη δημόσια κριτική τους στη Χαμάς, αλλά δεν θα αποκαταστήσουν οποιαδήποτε μορφή στρατηγικής στρατιωτικής και πολιτικής υποστήριξης, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Επομένως, οι μελλοντικές σχέσεις μεταξύ του συριακού καθεστώτος και της Χαμάς διέπονται σε μεγάλο βαθμό από συμφέροντα που συνδέονται με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ.
Οι λανθασμένες συμμαχίες
Η Χαμάς, όπως και τα υπόλοιπα παλαιστινιακά πολιτικά κόμματα, από τη Φατάχ μέχρι την Παλαιστινιακή Αριστερά, δεν βλέπουν τις παλαιστινιακές μάζες και τις περιφερειακές εργατικές τάξεις και καταπιεσμένους λαούς ως τις δυνάμεις που θα κερδίσουν την απελευθέρωση. Αντίθετα, επιδιώκουν πολιτικές συμμαχίες με τις άρχουσες τάξεις της περιοχής και τα καθεστώτα τους για να υποστηρίξουν τις πολιτικές και στρατιωτικές μάχες τους ενάντια στο Ισραήλ.
Έτσι, οι ηγεσίες της Χαμάς καλλιέργησαν συμμαχίες με τις μοναρχίες των κρατών του Κόλπου, ιδίως το Κατάρ πιο πρόσφατα, και την Τουρκία, καθώς και με το ιρανικό καθεστώς. Αντί να προωθήσουν τον αγώνα, αυτά τα καθεστώτα περιορίζουν την υποστήριξή τους στον αγώνα σε περιοχές όπου αυτός προωθεί τα περιφερειακά τους συμφέροντα και τον προδίδουν όταν δεν το κάνει.
* Το άρθρο του συντρόφου Ζοζέφ Νταχέρ το αλιεύσαμε από την ιστοσελίδα elaliberta.gr όπου πρωτοδημοσιεύτηκε στα ελληνικά στις 15 Δεκέμβρη 2023. Η μετάφραση έγινε από το elaliberta.gr
