«Πάμε τώρα Ναϊμέ», ένα ποίημα της ελληνοκύπριας Έλλης Παιονίδου, μεταφρασμένο στα τουρκικά από την Λάλε Άλατλι

Eli Peonidu

Şimdi Gidelim, Naime

Yazayım sana diyordum. Ama aniden
farkına vardım sayısız engelin.
Dil, pullar
ve onlarca elin karıştıracak olması
zarftaki çıplak ruhumu.
Artık yapacak bir şey yok
cezveyi ateşe
fincanları da mülteci sofrasına koymaktan başka.
Pusette bir bebek gibi küçük Kıbrıs’ımız,
kuşlar ve deniz kızları uçuşacak
kıvırcık saçlarında.
Bir şeycikler olmayacak. Acıkırsa
süt benim mememden. Susarsa
süt senin memenden. Eski zamanlardaki gibi.

Yazayım sana diyordum. Ama uğursuz
sözcükler girdi aramıza:
Yerinden edilmişler, hapsolmuşlar, kayıplar.
Biz eskiden, avluda, nakışlar elimizde
küçümsediğimiz bu sözcükleri
köklerine gömmüştük
turunç ağacının. Köpeklerimiz bazen
kazıp da bulduklarında sözcükleri,
ganimetmişçesine ağızlarında taşıdıklarında
bakardık sabırsızca gülerek
ve sonra yine devam nakışa.
Hayat akıp giderdi. Nehirli,
köklü, çiçekli bir nakış.

İkimizde yağmuru beklerdik.
İhanet ederdi yanı başımızdaki deniz,
tuz içinde.
Yağmazdı yağmur.
Kuru kuyulara sarkıp
yüksek sesle sayardık canlarımızı.
Bir-iki deprem
iki-üç kıtlık
üç-dört yangın.
Ve çekirgeler
yılanlar
fırtına.

Ama gelmiyordu yağmur. Karıncalar
susuzluktan çıldırmış
toprak taşıyorlardı deliklerine.
Canlı canlı gömüyorlardı kendilerini.
Yaşlılar meclisi uzun saatler
tartışıyordu agorada
kimin çıkacağını başkanlığa,
Orakl Merkezine müjdeci göndermeye yeniden.
(Her şeyden önemlisiydi Orakl Merkezi)
Çok iyi bilseler de
Orakl Merkezinin yıkıldığını
son akınında yabancıların,
iç savaş
ve ani ölümde.

Sen de gittin. Tası tarağı toplayıp
kuzeye.
Soruyorum kendi kendime nasıl uyuyabildiğini
benim yatağımda.
Soruyorum kendi kendime nasıl barışabildiğini
benim hayaletlerimle.
Sen de gittin.
Hiçbir şey yapmadım seni durdurmak için.
Hiçbir şey yapmadın karşı koymak için.

Şimdi gidelim. Soğumuştur çorba,
ölüler kızmaz. Hayret ederler sadece
her şeyin nasıl bitmediğine.
Şimdi gidelim, Naime. Önümüzde uzanıyor
kuru ırmak. Soldu kara yosunları.
Ve tepede bekliyor kan ter içinde,
yusyuvarlak ağustos güneşi.

1976 Yazı

Çeviri: Lale Alatlı
Kıbrıs Barış Şiirleri
Hazırlayanlar: Tamer Öncül – Maria Siakalli, (2021)

—————————-

Έλλη Παιονίδου

ΠΑΜΕ ΤΩΡΑ, ΝΑΪΜΕ

Έλεγα να σου γράψω. Μα ξαφνικά
Κατάλαβα πόσοι οι φραγμοί.
Η γλώσσα, τα γραμματόσημα
Και τα δεκάδες χέρια που θα ψαχουλεύουν
Γυμνή τη ψυχή μου στο φάκελο.
Άλλο τώρα δεν μένει παρά
Να βάλω το μπρίκι στη φωτιά
Και δυο φλυτζάνια στο προσφυγικό τραπέζι.
Η μικρή μας η Κύπρος σαν μωρό στο αμαξάκι
Πουλιά και γοργόνες θα πηδούνε
Στο σγουρό της κεφάλι.
Τίποτα δεν θα συμβαίνει. Κι αν πεινάσει
Απ’ το στήθος μου γάλα. Κι αν διψάσει
Απ’ το στήθος σου γάλα. Όπως τότε.

Έλεγα να σου γράψω. Μα δίσεκτες
Λέξεις μπήκαν ανάμεσα μας:
Εκτοπισμένοι, εγκλωβισμένοι, αγνοούμενοι.
Εμείς τότε, στην αυλή, με το κέντημα
Υποτιμούσαμε τούτες τις λέξεις
Τις είχαμε χρόνια φυτέψει στη ρίζα
Της κιτρομηλιάς. Κι αν καμιά
Φορά τα σκυλιά μας τις ξέθαβαν
Και τις κουβαλούσαν σαν λάφυρα
Εμείς τις κοιτούσαμε με γέλιο ανυπόμονο
Και πίσω πάλι στο κέντημα.
Η ζωή μας κυλούσε. Ένα κέντημα
Με ποτάμια και ρίζες κι ανθούς.

Περιμέναμε κι οι δυο τη βροχή.
Η θάλασσα γύρω μας πρόδινε
Πήχτρα στ’ αλάτι.
Κι η βροχή δεν ερχόταν.
Σκύβαμε στα ξεραμένα πηγάδια
Και μετρούσαμε φωναχτά τη ψυχή μας.
Ένα-δύο σεισμός
Δύο-τρία λιμός
Τρία-τέσσερα πυρ
Και ακρίδες
Και όφεις
Και χάλαζα.

Κι η βροχή δεν ερχόταν. Τα μυρμήγκια
Τρελαμένα από δίψα
Κουβαλούσαν στις τρύπες τους χώμα.
Θάβονταν ζωντανά.
Οι δημογέροντες ώρες πολλές
Συζητούσανε στην αγορά
Ποιος θ’ ανέβαινε στο προεδρείο
Κήρυκα για να στείλει ξανά στο Μαντείο.
(το Μαντείο, προπαντός το Μαντείο)
Κι ας γνωρίζουν καλά
Το μαντείο γκρεμίστηκε
Στην τελευταία επιδρομή αλλοφύλων
Κι εμφυλίου πολέμου
Κι αιφνιδίου θανάτου.

Κι εσύ έφυγες. Πήρες τα μάτια
Και τράβηξες βορεινά.
Διερωτώμαι πως μπορείς να κοιμάσαι
Στο δικό μου κρεβάτι
Διερωτώμαι πως μπορείς να συμφιλιώνεσαι
Με τα δικά μου φαντάσματα.
Κι εσύ έφυγες.
Δεν έκανα τίποτε να σε κρατήσω.
Δεν έκανες τίποτε ν’ αντισταθείς.

Πάμε τώρα. Η σούπα θα κρύωσε
Ο νεκρός δεν θυμώνει. Απορεί
Πως δεν τέλειωσαν όλα.
Πάμε τώρα, Ναϊμέ. Χαραγμένο μπροστά
Το ξερό το ποτάμι. Τα βρύα μαράθηκαν
Και ψηλά ιδρωμένος, ολοστρόγγυλος
Ο ήλιος του Αυγούστου περιμένει.

Καλοκαίρι 1976

Ποιήματα Ειρήνης από την Κύπρο
Επιμέλεια: Ταμέρ Οντζούλ – Μαρία Σιακαλλή (2021)

Σχολιάστε