
Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος
Στις 5 Αυγούστου 2024, η εργατική τάξη και η φοιτητική νεολαία του Μπαγκλαντές τίναξαν από πάνω τους το καπάκι της καταστολής. Πλήρωσαν γι’ αυτό βαρύ τίμημα. Με εκατοντάδες νεκρούς. Διότι, ως τώρα, το σιδερένιο καπάκι το συγκρατούσαν με το βάρος τους ο στρατός, η αστυνομία και οι παραστρατιωτικές δολοφονικές συμμορίες του κυβερνητικού ισλαμικού κόμματος Αβάμι.
Το έμβλημα αυτού του κόμματος είναι ένα μικρό πλεούμενο, μια ψαράδικη βάρκα, που συμβολίζει τον μόχθο των ταπεινών ανθρώπων για την καθημερινή επιβίωση μέσα από την αβεβαιότητα και τους συνεχείς κινδύνους, σε μια χώρα που μαστίζεται συνέχεια από ανεμοστρόβιλους και τυφώνες. Όμως το κόμμα Αβάμι είχε πάψει εδώ και πολλές δεκαετίες να έχει την παραμικρή σχέση με τους εργαζόμενους του Μπαγκλαντές. Και τα στελέχη του δεν καταδεχόντουσαν πια να μπαίνουν σε ψαρόβαρκες.
Η επικεφαλής του κόμματος, η Σεΐχ Χανίμα, επί δεκαπέντε συνεχή χρόνια αυταρχική πρωθυπουργός, δραπέτευσε με ελικόπτερο από τη χώρα. Και οι χιλιάδες εξεγερμένοι/ες διαδηλωτ(ρι)ες, που κατέλαβαν χτες το πρωθυπουργικό μέγαρο, δεν χορταίνουν να διασχίζουν τα ατελείωτα σε αριθμό δωμάτιά του, να αποκεφαλίζουν τα αγάλματα και να καταστρέφουν τους πίνακες που απεικονίζουν τον πατέρα της πρώην πρωθυπουργού και να καταναλώνουν τις απίστευτες ποσότητες τροφίμων που είχε συγκεντρώσει εκεί.
Παντού, σε όλο το Μπαγκλαντές, τα γραφεία του κόμματος Αβάμι πυρπολούνται μέσα σε ένα εξεγερσιακό πανηγύρι. Μαζί τους πυρπολούνται στο ίδιο εορταστικό κλίμα και τα γραφεία όλων των ΜΜΕ της χώρας. Και ο στρατός ανακοίνωσε πως, σήμερα, 6 Αυγούστου, όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι του καθεστώτος θα αφεθούν ελεύθεροι και οι διαδηλωτ(ρι)ες δεν θα πυροβολούνται πλέον εν ψυχρώ.
Όμως, καμιά χάρη δεν χρωστάνε οι εξεγερμένες/οι στους καραβανάδες της χώρας για την απελευθέρωσή τους. Τα βιντεάκια που απεικονίζουν τα φουσκωμένα ποτάμια των εξεγερμένων να παρασύρουν και να σπάνε σε κομμάτια τις οργανωμένες δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας, που δείχνουν μεσόκοπες γυναίκες να αντιμετωπίζουν με καδρόνια τους πάνοπλους και περίφρακτους ματατζήδες στα στενά σοκάκια και να τους αναγκάζουν σε οπισθοχώρηση, δείχνουν τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης: Οι εξεγερμένοι/ες έχουν ήδη νικήσει. Και η ηγεσία του στρατού, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, προσπαθεί να περισώσει ό,τι μπορεί από την οργή του λαού.
Μαθήματα από την εργατική τάξη της «χώρας της Βεγγάλης»
Το Μπαγκλαντές είναι μια μακρινή χώρα, στα ανατολικά της Ινδίας, στον κόλπο της Βεγγάλης. Το όνομά της σημαίνει ακριβώς αυτό: «Χώρα της Βεγγάλης». Το Μπαγκλαντές είναι μικρό σε έκταση, λίγο μόλις μεγαλύτερο από την Ελλάδα. Το κατοικούν όμως πάνω από 170 εκατομμύρια άνθρωποι, συνήθως πάμπτωχοι, χωρίς να υπολογίσουμε τα εκατομμύρια που έχουν ήδη μεταναστεύσει. Ταυτόχρονα με την απίστευτη φτώχεια των πολλών, στο Μπαγκλαντές αναπτύσσεται μια εξαιρετικά επιθετική, θρασύτατη και ολοκληρωτικά ανελέητη αστική τάξη, που αυγατίζει τα κέρδη της από την -απλήρωτη ουσιαστικά- εργασία εκατομμυρίων εργατριών στα φασονατζίδικα της χώρας.
Οι εργάτριες δουλεύουν σε κολασμένες και απόλυτα ανθυγιεινές συνθήκες. Και για ένα ελάχιστο μεροκάματο που ίσα-ίσα φτάνει για να μην λιμοκτονήσουν. Οι προλετάρισσες του Μπαγκλαντές βρίσκονται συνεχώς κάτω από την επίβλεψη των ένοπλων μπράβων τού κάθε αφεντικού. Ενώ συνήθης πρακτική στα φασονατζίδικα είναι η κάθε βάρδια να εργάζεται κλειδαμπαρωμένη, μέχρι να έρθει να αναλάβει η επόμενη. Γι’ αυτό και σε κάθε πυρκαγιά ή σεισμό, τα θύματα είναι πάντοτε της τάξης των πολλών εκατοντάδων.
Οι εργάτριες του Μπαγκλαντές έχουν πληρώσει τον πιο βαρύ φόρο αίματος στον Μινώταυρο των κερδών των αφεντικών. Γι’ αυτό και, όταν πολεμάνε στον δρόμο με τις πάνοπλες δυνάμεις καταστολής ή με τους τραμπούκους και τους μαχαιροβγάλτες του καθεστώτος, έχουν τόσο κουράγιο και αυταπάρνηση που αναγκάζουν τους φονιάδες σε ταπεινωτική υποχώρηση.
Και τώρα;
Δεν αμφιβάλλουμε πως η άρχουσα τάξη του Μπαγκλαντές θα επιχειρήσει, έστω για ένα πολύ μικρό διάστημα, να αντικαταστήσει το μαστίγιο με το καρότο. Μέχρι να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις καταστολής και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς χειραγώγησης των εργαζομένων. Και να ετοιμάσει μια σειρά λαγούς για να βγάλει από το κοινοβουλευτικό καπέλο.
Από τη δική μας πλευρά τώρα: η εργατική τάξη και οι φοιτητ(ρι)ες του Μπαγκλαντές έχουν αποδείξει πως μπορούν να νικάνε. Έχουν μπροστά τους τώρα να αποδείξουν πως μπορούν και να οργανώνονται. Μόνο η αυτοοργάνωσή τους στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές και στις σχολές, μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τη νίκη που πέτυχαν και να μην τη σκορπίσει στα χαμένα. Διότι η Σεΐχ Χανίμα μπορεί να έφυγε, αλλά η αστική τάξη του Μπαγκλαντές παραμένει. Και συνεχίζει να παρασιτεί και να πίνει αίμα.
Όσο για εμάς, στη μακρινή Ελλάδα, έχουμε να πάρουμε πολύ κουράγιο και αυτοπεποίθηση από την αυτοθυσία και το σθένος των εργατ(ρι)ών του Μπαγκλαντές για τους δικούς μας αγώνες ενάντια στη δική μας αστική τάξη και την κυβέρνηση του Μητσοτάκη, ενάντια στις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την εμπλοκή στον μεσανατολικό πόλεμο.
Και έχουμε να δώσουμε ένα πολύ χειροπιαστό δείγμα αλληλεγγύης στα συντρόφια μας εκεί, αλλά και όπου γης, παλεύοντας ενάντια σε φράχτες, επαναπροωθήσεις, συνοριοφύλακες και κλειστά σύνορα. Διότι η εργατική τάξη έχει ανάγκη την ενότητα πέρα από σύνορα και ανθρωποφύλακες. Έχει ανάγκη από την ενιαία δράση. Έχει ανάγκη από το παράδειγμα, την επικοινωνία και τη ζύμωση από τα κάτω. Έχει ανάγκη από την αυτοοργάνωσή της.
