
Γράφει η Τερέζα Βολακάκη
Όταν πέφτω για ύπνο, πολλές φορές σκέφτομαι τα παιδιά που έπαψαν νωρίς να είναι παιδιά. Τότε ονειρεύομαι έναν κόσμο που να τα χωράει και να τα αγκαλιάζει όλα.
Σκεφτόμουν τα παιδιά εκείνα που τους έκλεψαν την παιδικότητα τόσο νωρίς, που ο τρόμος φώλιασε στις καρδιές τους και από τότε κρύβονται από προσώπου γης ώστε να μπορέσουν να νιώσουν ξανά άνθρωποι. Αλλά ποτέ ξανά παιδιά.
Σκεφτόμουν συνεχώς τα παιδιά από την Παλαιστίνη και τη Συρία, που γεννήθηκαν σε πόλεμο. Που δεν πήγανε ποτέ τους στο σχολείο και που δεν έπαιξαν ποτέ σε παιδική χαρά, γιατί έπεφταν βόμβες στην περιοχή τους. Που έτρεχαν να ξεφύγουν από τη γειτονιά τους, από το σπίτι τους, από τον φόβο. Που γεννήθηκαν και έμαθαν πως οι γονείς και τα αδέρφια τους έχουν ήδη ξεψυχήσει και πως είναι παντελώς μόνα στον κόσμο.
Σκεφτόμουν τα παιδιά από τη Σομαλία και το Αφγανιστάν, που έτρεχαν να κρυφτούν υπό τον φόβο της τρομοκρατίας. Τα κορίτσια που σε νηπιακή ηλικία υποβάλλονται στο βασανιστήριο της κλειτοριδεκτομής και ζουν όλη τους τη ζωή ως ακρωτηριασμένες. Που ζουν με τη ντροπή της απώλειας, χωρίς να φταίνε και χωρίς να μπορούν να αντέξουν όλη αυτή την ενοχή που φέρει ένα παιδικό κατά τα άλλα σώμα. Σκεφτόμουν και τα αγόρια, που από μικρά στρατολογούνται και γίνονται «αντάρτες»-τρομοκράτες. Που δεν παίζουν με παιδικά παιχνίδια, αλλά με αληθινά όπλα. Με όπλα που σκοτώνουν.
Σκεφτόμουν ακόμα και τα παιδιά από το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, τη Βόρεια και Κεντρική Αφρική, που από 5-6 ετών δουλεύουν. Δεν πήγανε ποτέ στο σχολείο, δεν έπαιξαν ποτέ με τους φίλους τους, δεν ένιωσαν ποτέ την ξεγνοιασιά της ηλικίας τους. Εργάστηκαν υποχρεωτικά σε βαριές αγροτικές, οικιακές ή τεχνικές εργασίες, προκειμένου να τα βγάλει πέρα η οικογένειά τους. Που τα παιδικά τους χέρια δεν ήταν πλασμένα για να δουλεύουν και μάτωναν συχνά, όμως δεν έκαναν κιχ και συνέχιζαν.
Σκεφτόμουν επίσης κάποια άλλα παιδιά από την Κεντρική Αφρική, που τους έκλεψαν την ανεμελιά τόσο νωρίς. Δεν είχαν να τα μεγαλώσουν οι γονείς και τα έδιναν σε ξένους. Οι ξένοι αυτοί τα πάσαραν σε άλλους, που τα έκλειναν σε μικρά δωμάτια με λιγοστό φως και νερό και τα έκαναν για χρόνια σκλάβους του σεξ.
Σκεφτόμουν παράλληλα όλα εκείνα τα παιδιά, τα οποία φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και κακοποιήθηκαν. Όλα εκείνα τα παιδιά που βρέθηκαν λόγω καταγωγής, φυλής και φύλου σε τυπικές ή άτυπες μορφές φυλάκισης, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης, χωρίς νερό και τροφή για μέρες ή και μήνες. Που κακοποιήθηκαν και βασανίστηκαν από απάνθρωπα καθεστώτα και ξέφυγαν με φόβο της ζωής τους.
Σκεφτόμουν τέλος, όλα εκείνα τα παιδιά που μπήκαν μοναχά τους σε μια βάρκα, επειδή κάποιος τους είπε πως η ζωή είναι καλύτερη στην Ευρώπη και βρέθηκαν να ταξιδεύουν παστωμένα σε ένα πλεούμενο με άλλους πολλούς. Σε μια βάρκα τρύπια και χωρίς μηχανή και χωρίς σωσίβια, χωρίς σαφή προορισμό, για να φτάσουν σε κάποιο ελληνικό νησί. Για να πατήσουν το πόδι τους στο νησί και να τους παραλάβει το ελληνικό λιμενικό στη καλύτερη ή στη χειρότερη να τα επαναπροωθήσει στην Τουρκία.
Σκεφτόμουν τη ζωή τους μέσα στα προσφυγικά καμπ της Ελλάδας. Να παίζουν σε παραπήγματα ανάμεσα σε σίδερα και πάνινες σκηνές. Σε άθλιες καιρικές συνθήκες, χωρίς να μπορούν να πάνε στο σχολείο, χωρίς παιχνίδια και χωρίς μια αγκαλιά.
Σκεφτόμουν πιο πολύ όμως εκείνα τα παιδιά που δεν τα κατάφεραν. Που τα μικροσκοπικά τους σώματα ξεβράστηκαν σε κάποια ελληνική παραλία. Ξεβράστηκαν και έγιναν πρώτο θέμα στις τοπικές ειδήσεις και μετά από μερικές ώρες ξεχάστηκαν. Που δεν τα έθαψε και δεν τα έκλαψε ποτέ κανείς. Ή τα έκλαψε βουβά χωρίς περαιτέρω τελετές.
Σκεφτόμουν πως θέλω να φτιάξω ένα μέρος για όλα αυτά τα παιδιά. Τα παιδιά της προσφυγιάς. Στο μυαλό και την ψυχή μου. Εκεί θα μπορούν να παίζουν και να γελάνε ελεύθερα. Να μιλάνε όλες τις γλώσσες τους ή τη μία κοινή γλώσσα που όλοι μπορούμε να μιλάμε, τη γλώσσα της ανθρωπιάς. Θα μπορούν να πάνε στο σχολείο, να μάθουν μουσική, να ζωγραφίζουν και να κοιτάνε τον ουρανό και τη θάλασσα χωρίς πια να φοβούνται.
Σκεφτόμουν πως μια μεγάλη αγκαλιά πρέπει να υπάρχει για όλα αυτά τα παιδιά της προσφυγιάς που τόσο πολύ στερήθηκαν.
Τέλος, σκεφτόμουν πως όλοι εμείς που ζήσαμε με προνομιακή παιδικότητα, έχουμε το χρέος να φτιάξουμε αυτό το μέρος για όλα τα παιδιά του κόσμου. Το μέρος αυτό δεν είναι προϊόν της φαντασίας μου, αλλά ο κόσμος για τον οποίο παλεύουμε όλα μας. Ένας κόσμος συμπεριληπτικός, τρυφερός και πάνω απ’ όλα ανοιχτός στη διαφορετικότητα. Ένας κόσμος που αγαπάει και που φροντίζει.
Σ’ αυτόν τον κόσμο θέλω πλέον να ζω.
*Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο 24ο φύλλο της εφημερίδας «Η Κόκκινη» (Σεπτέμβρης 2024), που κυκλοφορεί.
