«Πάτερ Ημών» // Διήγημα από τη Λάλε Άλατλι

Το παρόν κείμενο ΔΕΝ αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις ΔΕΝ είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα ΔΕΝ είναι συμπτωματική και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Γράφει η Λάλε Άλατλι

Πάτερ Ημών

Τον πρώτο μου καιρό στην Ελλάδα, καθώς δεν γνώριζα τα ελληνικά σε επίπεδο μετάφρασης και διερμηνείας, δίδασκα τουρκικά σ’ ένα φροντιστήριο στη Θεσσαλονίκη και στον ελεύθερο χρόνο μου έκανα εθελοντική δουλειά με φιλοζωικά σωματεία, όπως συνήθιζα στην Κωνσταντινούπολη.
Είχε μόλις αρχίσει η διδασκαλική χρονιά και πλησίαζε και η ημέρα των ζώων. Από τη μια, στο σπίτι ήμουν συνέχεια σε επικοινωνία με το Πατριαρχείο, για να βγει μια επιστολή για την προστασία των αδέσποτων –μπας και σταματούσαν οι φόλες. Από την άλλη, δίδασκα το τουρκικό αλφάβητο στην τάξη. Οι μαθητές, που έβλεπαν τον «Σουλεϊμάν» στο σπίτι, είχαν πολλή όρεξη στο φροντιστήριο, ενώ έξω στους δρόμους τα μάτια των αδέσποτων γίνονταν όλο και πιο θλιμμένα.
Κάθε πρωί έπαιρνα στο τηλέφωνο έναν Πάτερ Δοσίθεο από το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη και μιλούσαμε για την επιστολή και κάθε απόγευμα έλεγα τη μεγάλη και τη μικρή φωνητική αρμονία της τουρκικής γλώσσας στους μαθητές. Το Πατριαρχείο επέμενε να στείλει την επιστολή με ταχυδρομείο και όχι με mail. Η επιστολή δεν έλεγε να έρθει. Όταν μιλάμε για τα ταχυδρομεία της Ελλάδας και της Τουρκίας, όπως και σε πολλά άλλα, η συνεργασία δεν είναι και η καλύτερη. Κι έτσι συνεχίστηκαν τα τηλεφωνήματά μου με την Πόλη.
Μια από αυτές τις ημέρες στην τάξη είχα πολύ πονοκέφαλο. Ακόμα και μετά από δύο Ντεπόν, δυσκολευόμουν να κρατηθώ όρθια στον πίνακα.
«Σε μάτιαξαν, δασκάλα».
«Δεν πιστεύω καθόλου σε τέτοια, αλλά πονάω πολύ».
«Έχω μια φίλη, που μπορεί να σε ξεματιάξει τηλεφωνικώς».
«Τηλεφωνικώς; Αν είναι να περάσει ο πονοκέφαλός μου, ας το κάνει, θα πιστέψω ακόμα και στον θεό».
Παίρνει ο Μάκης στο τηλέφωνο τη φίλη του, εξηγεί το θέμα μας. Η κοπέλα αρχίζει να του λέει διάφορα, για να τα κάνω εγώ. Για μην παίζουμε κυριολεκτικά το σπασμένο τηλέφωνο, μου δίνει το κινητό του.
«Γεια σας».
«Γεια σου, ο Μάκης μού είπε ότι μπορείς να με βοηθήσεις με τον πονοκέφαλο που έχω».
«Ναι, πρέπει να κάνεις αυτά που σου λέω».
«Εντάξει, θα τα κάνω».
«Πρώτα θα πας στον νιπτήρα και θα πλύνεις τα χέρια και το πρόσωπό σου τρεις φορές».
«Εντάξει, και μετά;»
«Και μετά, θα πεις το Πάτερ Ημών τρεις φορές».
Εγώ δεν γνώριζα κανένα πάτερ εκτός από τον Πάτερ Δοσίθεο, συν το ότι δεν είχα καταλάβει καλά-καλά και τις λέξεις της. Νόμισα πώς μου είπε: «Θα πεις στον Πάτερ Ιμόν τρεις φορές» και της λέω:
«Ποιος είναι ο Πάτερ Ιμόν; Τι θα του πω τρεις φορές;»
«Παρακαλώ
«Δεν γνωρίζω εγώ τον Πάτερ Ιμόν. Τι πρέπει να του πω τρεις φορές;»
«Παρακαλώ, δεν καταλαβαίνω τι λέτε».
Όταν έδωσα τρομοκρατημένη το τηλέφωνο στον Μάκη, στην τάξη όλοι γελούσαν και σαν από θαύμα ο πονοκέφαλός μου είχε εξαφανιστεί πριν το ξεμάτιασμα.

*Ο πίνακας «Ο ψεύτικος καθρέφτης» (1928) είναι του Ρενέ Μαγκρίτ.

Σχολιάστε