Διανύουμε την «εποχή των τεράτων»;

Γράφει ο Δημήτρης Καράμαλης

Η φράση του Αντόνιο Γκράμσι:«Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί. Ζούμε στην εποχή των τεράτων» είναι γνωστή και αρκετά χρησιμοποιημένη.

Τα πολιτικά τέρατα έχουν την τιμητική τους. Αποσβολωμένοι παρακολουθούμε να αναδύονται εδώ. Η Ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται. Η μνήμη θρέφει το παρόν και το παρελθόν φαίνεται να μας δικαιώνει.

Μόνο που εδώ, αυτό το νέο είναι αναπαλαιωμένο, μποτοξαρισμένο, στολισμένο με πανάκριβα κοστούμια, αστραφτερές τουαλέτες, πλημμυρισμένο με αστέρες τηλεπερσόνες, δισεκατομμυριούχους του διαδικτύου, χολιγουντιανά σόου και American dream.

Η Ακροδεξιά γιγαντώνεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, πάνω στις αποτυχημένες ευρωπαϊκές νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που μεγέθυναν τις ανισότητες και την περιθωριοποίηση όλο και μεγαλύτερων κοινωνικά ευάλωτων πληθυσμών. Βρίσκει επίσης ανοιχτές θύρες στον συντηρητικό χώρο, που για ψηφοθηρικούς λόγους ενδίδει στα μισαλλόδοξα μηνύματά της. Βρίσκει επίσης έδαφος στις χώρες, όπου οι προοδευτικές και αριστερές δυνάμεις είναι πολυδιασπασμένες. Είναι επίσης ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι μέσα από τις νέες παγκόσμιες πολιτικές ισορροπίες, οι ακροδεξιές δυνάμεις βρίσκουν νέους διεθνείς συμμάχους, που τις στηρίζουν, και που –ενδόμυχα ή ανοιχτά- επιθυμούν τη διάλυση της Ε.Ε., ενδυναμώνοντας έτσι την ιδέα της «φασιστικής διεθνούς». Ο αυταρχισμός του κεφαλαίου δεν είναι κάτι νέο στον καπιταλισμό. Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι η κορυφή του παγόβουνου. Η φασιστική χλωρίδα και πανίδα, με μέτρα ασύλληπτης βίας και τρομοκρατίας, ήρθε για να μείνει. Τραμπ, Λεπέν, Μελόνι, Μάσκ, δεν αποτελούν εξαιρέσεις. Είναι τα όπλα του συστήματος, που πάντα θα στοχεύουν στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης.

Ο Ολλανδός δημοσιογράφος David de Jong, στο βιβλίο του «Nazi Billionaires», παρακολουθεί την ιστορία εκείνων, που έγιναν μέρος της επιχειρηματικής και οικονομικής ελίτ του Τρίτου Ράιχ αυξάνοντας τις περιουσίες τους, κλέβοντας εβραϊκές επιχειρήσεις τράπεζες, εκμεταλλευόμενοι τις καλές σχέσεις τους με τους Ναζί, τη δουλεμπορική εργασία σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Στις 20 Φλεβάρη 1933 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Αδόλφου Χίτλερ και 27 μεγαλοβιομηχάνων της χώρας στην έδρα του Χέρμαν Γκέρινγκ στο προεδρικό μέγαρο. Ο Χίτλερ προσπάθησε να τους πείσει ότι ο ναζισμός ήταν η καλύτερη επιλογή όχι μόνο για να καθυποτάξουν τους Γερμανούς εργαζόμενους, αλλά και για να ξανακερδίσουν τη θέση που κατείχαν στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα. Αντικείμενο της συζήτησης ήταν η χρηματοδότηση των εκλογών, στις 5 Μαρτίου 1933, με στόχο οι ναζί και το συμμαχικό «Μέτωπο πολέμου Μαύρο-άσπρο-κόκκινο» να επιτύχει πλειοψηφία 2/3 στη νέα βουλή. Εμπνευστής της συνάντησης ήταν ο Hjalmar Schacht, επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας του Ράιχ, ενώ συμμετείχαν οι βασικοί εκπρόσωποι κυρίως της βαριάς βιομηχανίας, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων Γκούσταβ Κρουπ. Παρόντες ήταν και οι επικεφαλής της διαβόητης κατά τον πόλεμο I.G Farben, της Opel, της Allianz, και της Siemens.

Ο Γκέμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Μαζεύουμε για τις εκλογές ένα πολύ μεγάλο ποσό, που μεμιάς μας ελαφρώνει από όλες τις οικονομικές έγνοιες. Σε λίγο θα σημάνω συναγερμό σε όλο τον μηχανισμό προπαγάνδας και μια ώρα μετά θα τρίζουν οι μηχανές. Τώρα θα ανεβάσουμε στροφές στον μέγιστο βαθμό. Αν δε μας τύχει κάποια ασυνήθιστη κακοτοπιά, έχουμε ήδη νικήσει πλήρως».

Ο Χίτλερ ποτέ δεν έκρυψε τον θαυμασμό του στην ιδέα του παρεμβατικού κράτους. Το κράτος έπρεπε να κατευθύνει την οικονομία, σύμφωνα με την αρχή «το κοινό συμφέρον πριν από το ιδιοτελές» και να θέτει τους στόχους. Εντούτοις στο «βρώμικο» μυαλό του Χίτλερ η κύρια πρόθεσή του ήταν προφανώς να συμβιβάσει τα πλεονεκτήματα των αρχών του ανταγωνισμού και της επιλογής με τα «πλεονεκτήματα» μιας κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας. Πεπεισμένος για την ανωτερότητα του σοβιετικού συστήματος σχεδιασμένης οικονομίας έναντι του καπιταλιστικού, τον Αύγουστο του 1936 στο περίφημο «Υπόμνημα για το τετραετές σχέδιο» έγραφε τα παρακάτω: «Η γερμανική οικονομία, ωστόσο, είτε θα μάθει να κατανοεί τα νέα οικονομικά καθήκοντα είτε θα αποδειχθεί ανίκανη να συνεχίσει να επιβιώνει σε αυτούς τους σύγχρονους καιρούς, κατά τους οποίους το σοβιετικό κράτος καταστρώνει ένα γιγάντιο σχέδιο».

Τα οφέλη της συνάντησης αυτής, όμως, ήταν αμοιβαία: «Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (του κομμουνισμού), που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σύντροφό μας (των βιομηχάνων!)». Με άλλα λόγια, ο φασισμός εξασφάλισε την πολυπόθητη για το κεφάλαιο «εργασιακή ειρήνη», διαλύοντας τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργατών και συλλαμβάνοντας, εκτοπίζοντας ή εξοντώνοντας τους κομμουνιστές. Τα συμφέροντα των γερμανικών μονοπωλίων ταυτίζονταν επίσης με δύο άλλες κύριες επιδιώξεις των Ναζί: την ιμπεριαλιστική αναδιανομή του κόσμου και τη συντριβή της ΕΣΣΔ.

Η οικονομική πολιτική των Ναζί, που εφαρμόστηκε, βασίστηκε στα επιτυχημένα σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα και εν μέρει στο «New Deal». Με αυτό τον τρόπο, η γερμανική οικονομία πήρε μπρος, η ανεργία μειώθηκε και οι εισπράξεις από τους φόρους σημείωσαν ρεκόρ. Μέσα σε αυτό το κλίμα ευημερίας, βρέθηκε η κατάλληλη ευκαιρία για να υλοποιηθούν τα σκοτεινά και φρικιαστικά των Ναζί.

Οι μεγάλοι χαμένοι, όπως ήταν φυσικό, ήταν οι λαοί της Ευρώπης. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι τα διδάγματα που πήραμε. Ευτυχώς, μέχρι στιγμής, δείχνουμε ως λαοί να έχουμε αντανακλαστικά. Δείχνουμε ότι διαθέτουμε μνήμη, λογική και συνείδηση. Και έτσι οφείλουμε να συνεχίσουμε.

*Το άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στο 26ο φύλλο (Φλεβάρης 2025) της εφημερίδας «Η Κόκκινη«, που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε