
Γράφει η Κική Σταματόγιαννη
«Το 2043 θα ήθελα να σταθούμε όλοι, επιζώντες, συγγενείς, φίλοι και εκπρόσωποι της πολιτείας στο σημείο όπου χάθηκαν τα παιδιά στα Τέμπη και να τους ψιθυρίσουμε ότι ο χαμός τους έγινε αφορμή να ξυπνήσουμε, ενώ δίπλα μας θα περνούν σύγχρονα, γρήγορα και ασφαλή τρένα«.
Αυτή η –αδιανόητης χυδαιότητας- δήλωση ανήκει στον βουλευτή της ΝΔ Άγγελο Συρίγο. Και μας λέει ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ως κοινωνία «έπρεπε» να θυσιάσουμε 57 ανθρώπους, προκειμένου να «ξυπνήσουμε». Γιατί άραγε χρειάζεται στον 21ο αιώνα να καταφεύγουμε σε ανθρωποθυσίες, για να έχουμε ασφαλείς μεταφορές; Και μάλιστα όχι σήμερα ούτε αύριο. Αλλά σε είκοσι χρόνια από τώρα; Αυτό είναι κάτι που μόνο ένα κόμμα «αρίστων», εκπαιδευμένο στην αχρειότητα θα μπορούσε να μας πει.
Μια κυβέρνηση αποτελούμενη από ολίγιστους και ανεπαρκείς. Με πρωθυπουργό έναν άνθρωπο, που μετά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις της 28ης Φλεβάρη σε δεκάδες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Τίποτα από τον παλμό μιας κοινωνίας, που πλημμύρισε κάθε εκατοστό δημόσιου χώρου σε πλατείες, δρόμους και γειτονιές για να ζητήσει το αυτονόητο: να αποκαλυφθεί η αλήθεια σχετικά με το κρατικό έγκλημα των Τεμπών, να αποδοθεί η ευθύνη σε όσους συνειδητά το συγκάλυψαν.
Οι πρωτοφανείς διαστάσεις που πήρε το κάλεσμα ανάγκασε ακόμα και τις ράθυμες συνδικαλιστικές ηγεσίες να κηρύξουν γενική απεργία. Την Παρασκευή 28η Φλεβάρη ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος σε μια ολόκληρη χώρα. Συγκοινωνίες, καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία και πανεπιστήμια. Όλα νέκρωσαν. Σχεδόν ένα εκατομμύριο κόσμου πήρε μέρος στις διαδηλώσεις. Η κυβέρνηση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αντέδρασε όπως ξέρει και μπορεί: με σκληρή καταστολή.
Δεν έχουμε την πολυτέλεια ούτε να φρίττουμε ούτε να σοκαριζόμαστε από τη χυδαιότητα. Δεν είναι καύσιμα αυτά για να μας πάνε μακριά. Αυτό που κρατάμε ως πολιτική
συνειδητοποίηση μετά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη είναι ότι ένας λαός στη συντριπτική του πλειονότητα δεν θέλει να κυβερνηθεί όπως πριν. Πιθανότατα δεν ξέρει ακόμα ή δεν μπορεί να το βάλει σε λόγια πώς ή από ποιον/ποιους θα ήθελε να κυβερνηθεί. Ξέρει μόνο ότι δεν μπορεί και –κυρίως- δεν θα επιτρέψει να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση.
Η κυβέρνηση έχει χάσει την πολιτική νομιμοποίησή της μετά την 28η Φλεβάρη. Διατηρείται στην εξουσία, μόνο και μόνο γιατί μπορεί –ακόμα- να επιβάλλεται με την ωμή βία. Με ξύλο, ρίψη δακρυγόνων, προσαγωγές δημοσιογράφων και γιατρών, συλλήψεις στον σωρό. Και πάνω από όλα, η κυβέρνηση παραμένει στη θέση της, επειδή δεν υπάρχει ακόμη μια Αριστερά που να οργανώσει τη μάχη για να τη ρίξει.
Μια κυβέρνηση που διατείνεται ότι δεν έχει χρήματα για υποδομές στο σιδηροδρομικό δίκτυο, για πρόσληψη και εκπαίδευση προσωπικού, για σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης της κυκλοφορίας, για υλοποίηση της Σύμβασης 717, χάρη στην οποία θα μπορούσαν αυτοί οι 57 άνθρωποι να ήταν σήμερα ζωντανοί, δεν πείθει πλέον κανέναν. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να πείσει, όταν σπεύδει να εξασφαλίσει επιδόματα σε αστυνομικούς των ΜΑΤ, να αγοράσει οπλικά συστήματα, να συντηρεί στρατιωτικές δυνάμεις και πολεμικά πλοία
χιλιάδες χιλιόμετρα εκτός Ελλάδας, να χτίζει φράχτες για να κρατήσει αναγκεμένους πρόσφυγες εκτός ελληνικού εδάφους ή να τους κρατά έγκλειστους στα στρατόπεδα της ντροπής;
Μεγάλη μερίδα πλέον της κοινωνίας συνειδητοποιεί ότι η ιδιωτικοποίηση των μεταφορών, όπως και νευραλγικών τομέων για την ανθρώπινη ζωή, όπως το νερό ή η δημόσια υγεία, μπορεί να οδηγήσει σε εκατόμβες νεκρών. Δολοφονημένων από την απληστία ενός αποχαλινωμένου κεφαλαίου, που έχει μάθει να χορταίνει μόνο με κέρδη.
Η επανακρατικοποίηση των δημόσιων μεταφορών είναι το πρώτο κρίσιμο βήμα. Δεν γίνεται να πάμε πίσω από αυτό. Είναι η πρώτη θηλιά, για να αρχίσει να ξηλώνεται το πλεκτό.
Υγεία, παιδεία, ρεύμα, μεταφορές, νερό, δεν είναι εμπορεύματα, ανήκουν στον λαό
Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε να ξαναγίνουν κρατικές όλες οι υπηρεσίες που αφορούν τις ανάγκες των πολλών. Και δεν αρκεί αυτό.
Πρέπει να χρηματοδοτηθούν κατά προτεραιότητα και να κοπούν αντίστοιχα με το μαχαίρι οι άχρηστες δαπάνες: Εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, στρατιωτικοί εξοπλισμοί για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και του Ισραήλ, μισθοί σε άχρηστα στόματα, όπως οι δέκα χιλιάδες παπάδες που πληρώνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και οι πενήντα χιλιάδες αστυνομικοί. Και, φυσικά, να κρατικοποιηθούν και να ενωθούν σε μία όλες οι τράπεζες και να φορολογηθεί βαθιά το μεγάλο κεφάλαιο.
Όλα αυτά απαιτούν και μια άλλη Αριστερά, που να ενστερνιστεί αυτό το πρόγραμμα και να το ζυμώσει μέσα στον κόσμο, για να διεκδικήσει την εξουσία, προκειμένου να το εφαρμόσει. Μια Αριστερά που δεν θα υποταχτεί στους καπιταλιστές. Μια Αριστερά, που δεν θα εχθρεύεται όσα κινήματα δεν μπορεί να ελέγξει. Μια Αριστερά, που θα κάνει υπόθεσή της να αλλάξει τον κόσμο.
*Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη» φύλλο 27ο, Απρίλης 2025, που κυκλοφορεί.
