
Γράφει η Έμα Λέιτες
Με το μαύρο κεφάλι γερμένο μπροστά
βρίσκεται αυτή η μεσήλικη ωραία γυναίκα,
γονυπετής, και ένας Χριστός ψυχομαχώντας
απ’ το άτεγκτο ξύλο του την κοιτά με συμπόνια.
Στα μάτια της το φορτίο μιας λύπης απέραντης,
στα σπλάχνα το βάρος του τέκνου που είναι να γεννηθεί,
στου ματωμένου λευκού Χριστού τα πόδια, η προσευχή της:
– Κύριε, το δικό μου παιδί, να μη γεννηθεί γυναίκα!
Η Alfonsina Storni αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες της ισπανικής γλώσσας. Γεννήθηκε στις 29 Μαΐου του 1892 στην Καπριάσκα, μια πόλη της Ελβετίας, από Ιταλοελβετούς γονείς. Όταν ήταν τεσσάρων ετών, οι γονείς της μεταναστεύουν στην Αργεντινή, όπου εκεί ο πατέρας της με τα αδέλφια του ανοίγουν μια οικογενειακή επιχείρηση. Σύντομα η μελαγχολία του και ο εθισμός του στο ποτό οδηγούν στην πτώχευση της επιχείρησης. Ως αποτέλεσμα, η μητέρα της, μια πολύ μορφωμένη και καλλιεργημένη γυναίκα, αναλαμβάνει να πάρει στους ώμους της τη συντήρηση του σπιτιού. Μόνη της με πέντε παιδιά. Μετατρέπει το σπίτι της σε δημοτικό σχολείο, ενώ παράλληλα, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, δουλεύει και σαν μοδίστρα τα βράδια με βοηθό την Αλφονσίνα. Ήδη έχουν μπει οι βάσεις για να εξελιχθεί η Αλφονσίνα στη δυνατή γυναίκα που έγινε αργότερα. Στη γυναίκα εκείνη που έβαζε στην άκρη κάθε φόβο και που χάραζε η ίδια τον δρόμο της, έχοντας ως πρότυπο ζωής και δράσης την ίδια τη μητέρα της.
Σπουδάζει δασκάλα και κάποια στιγμή πηγαίνει να ζήσει στην πρωτεύουσα, στο Μπουένος Άιρες. Ξεκινά να γράφει από τα δώδεκά της χρόνια, γλιστρώντας το πρώτο της ποίημα στην ποδιά της μητέρας της. Αυτή θυμώνει, γιατί οι στίχοι της κόρης της είναι γεμάτοι μελαγχολία και πίκρα. «Γιατί τα γράφεις αυτά; Η ζωή είναι γλυκιά. Μ’ ακούς; Η ζωή είναι γλυκιά». Από τη στιγμή που ενηλικιώνεται γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε λογοτεχνικές στήλες εφημερίδων. Σιγά-σιγά, χάρη στο ταλέντο και το ξεχωριστό της γράψιμο, μπαίνει στον κύκλο των μεγάλων ποιητών και συγγραφέων της εποχής της. Έναν χώρο όμως σκληρό και ανδροκρατούμενο, στον οποίο της συμπεριφέρονταν υποτιμητικά και κοροϊδευτικά, καθώς ακόμα και η ίδια η λέξη «ποιήτρια» (στο θηλυκό δηλαδή) ήταν συνώνυμο με κάτι κατώτερο και υποτιμημένο.
Για τους άντρες λογοτέχνες, συγκέντρωνε δύο σοβαρά «μειονεκτήματα»: ήταν γυναίκα και επαρχιώτισσα. Από την πρώτη στιγμή τής επιτέθηκαν και της έκαναν ανοιχτά πόλεμο,
ακόμα και σπουδαίοι λογοτέχνες, όπως ο Μπόρχες. Επιπλέον ήταν αφοσιωμένη και οργανωμένη φεμινίστρια, πάλευε για τα δικαιώματα των γυναικών, για την ισότητα των φύλων, για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Ήταν μια γυναίκα που ούτε στιγμή δεν συμβιβάστηκε με τα πατριαρχικά ήθη της κοινωνίας της εποχής της. Όταν κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, γέννησε το παιδί της χωρίς γάμο και ποτέ δεν θέλησε να πει ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού. Όλο αυτό πυροδότησε τεράστιο σκάνδαλο για την κλειστή κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα, γεγονός που της στοίχισε την απόλυσή της από το σχολείο όπου εργαζόταν.
Παρόλα αυτά συνέχισε να γράφει, να δημιουργεί, να συχνάζει στους λογοτεχνικούς κύκλους του Μπουένος Άιρες και να συνδέεται φιλικά με κάποιους από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και λογοτέχνες, που εκτίμησαν το έργο της. Ξεκίνησε μια σειρά ταξιδιών στην Ουρουγουάη, προκειμένου να παρουσιάσει ανθολογίες ποιημάτων της. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια και σε μία από αυτές τις λογοτεχνικές παρουσιάσεις γνώρισε τον Οράσιο Κιρόγα (Horacio Quiroga), έναν από τους εμβληματικότερους λογοτέχνες της Λατινικής Αμερικής. Έγιναν φίλοι και εραστές.
Στις 26 Ιανουαρίου 1938 στην πόλη Κολόνια της Ουρουγουάης ο υπουργός Παιδείας κάνει μια πολύ πρωτοποριακή κίνηση οργανώνοντας μια συνάντηση με τρεις σπουδαίες ποιήτριες της εποχής. Την Αλφονσίνα Στόρνι, την Ουρουγουανίδα Χουάνα ντε Ιμπαρμπουρού (Juana de Ibarburu), ή αλλιώς «Juana de América», καθώς και τη Χιλιανή Γκαμπριέλα Μιστράλ (Gabriela Mistral), μια ιθαγενή και λεσβία, στην οποία και απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας λίγα χρόνια μετά (το 1945). Η συνάντηση αυτή εξελίχθηκε σε σημαντικό εργαστήρι, όχι μόνο λογοτεχνικά (έδιναν διαλέξεις για το πώς πρέπει να γράφεται η ποίηση), αλλά και πολιτικά, καθώς ήταν και οι τρεις αγωνίστριες για τα δικαιώματα των γυναικών
και όλο αυτό λειτούργησε ενδυναμωτικά για να ακουστεί η φωνή των γυναικών δημόσια.
Η Αλφονσίνα, άρρωστη από καρκίνο του μαστού, υποβάλλεται αρχικά σε μια εγχείρηση που αποτυγχάνει. Μετά από αυτό παίρνει την απόφαση να μην ακολουθήσει στο εξής καμία θεραπεία. Βαθιά λυπημένη, καθώς ήδη το 1936 είχε αυτοκτονήσει ο καλός της φίλος και σύντροφος Κιρόγα, παλεύοντας με την κατάθλιψη και μην αντέχοντας άλλο τους αφόρητους πόνους, αυτοκτονεί στο παραλιακό θέρετρο Μαρ ντελ Πλάτα, αφήνοντας το σώμα της να πέσει από έναν βράχο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Στα νερά της θάλασσας, που τόσες φορές είχε υμνήσει μέσα στους στίχους της.
Λίγο πριν, είχε προλάβει να μας αφήσει ακόμη ένα συγκλονιστικό ποίημα, έχοντας φροντίσει να σταλεί σε μια εφημερίδα. Ο τίτλος του: «Πάω να κοιμηθώ» («Me voy a dormir»). Το σώμα της ανασύρθηκε την επόμενη μέρα. Για αυτήν, γνωστός συνθέτης συνήθεσε το γνωστό πλέον τραγούδι «Alfonsina y el mar», που ερμήνευσε αριστουργηματικά η Μερσέντες Σόσα.
H ειρωνεία είναι ότι αυτή η τόσο ταλαντούχα και τόσο ξεχωριστή ποιήτρια έγινε πιο γνωστή σε όλο τον κόσμο μέσα από τον θάνατό της και όχι μέσα από το έργο της. Εκτιμούμε πως ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε και να μελετήσουμε λίγο περισσότερο αυτό το έργο, όχι μόνο γιατί υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των ισπανικών γραμμάτων. Αλλά και γιατί σε καιρούς δύσκολους τόλμησε να σταθεί ενάντια στο ρεύμα της εποχής της.
Αγνόησε τα ειρωνικά σχόλια, αγνόησε την υποτίμηση και τον χλευασμό των αντρών συναδέλφων της λογοτεχνών, αγνόησε τα κακεντρεχή σχόλια ως προς το πώς θα διαθέτει το σώμα της, αμφισβήτησε μια παράδοση άδικη και καταπιεστική για τις γυναίκες και τόλμησε να τραβήξει τον δρόμο της. Τόλμησε να δημιουργήσει και να αφήσει έργα γεμάτα ζωή. Την τιμούμε και την ευχαριστούμε.
- To άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη» φύλλο 27ο, Απρίλης 2025, που κυκλοφορεί.
