
Γράφει ο Ουμίτ Ινατσί
Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός στη Λεμεσό. Το σπίτι που μετακομίσαμε ήταν ακριβώς πάνω στα σύνορα. Το πίσω μέρος από τον τοίχο της αυλής ήταν «γειτονιά των εχθρών». Το ένα παράθυρο της κρεβατοκάμαρας όπου ήταν στοιβαγμένα σακιά άμμου σαν τείχος, αποτελούσε το πυροβολείο. Στο σπίτι μας πάντα μια διμοιρία στρατού εκπαιδευόταν και είχαν σκοπιά εκ περιτροπής. Υπήρχαν όπλα στο ντουλάπι ρούχων, όπως πολυβόλα Sten και τουφέκια εφόδου. Είχα μάθει να τα συναρμολογώ και να τα αποσυναρμολογώ σαν παιχνιδάκι. Οι αναμνήσεις που έμειναν στο νου μου σχετικά με εκείνο το σπίτι-πυροβολείο είναι από την ηλικία των πέντε με εφτά ετών μου.
Πίσω από τον τοίχο έφτιαχναν κρασί. Οι γυναίκες που πατούσαν με τα πόδια τους τα σταφύλια, είναι ακόμα καταγραμμένες στην μνήμη μου σαν μια ζωντανή ζωγραφιά. Απαγορευόταν να περνάμε στην άλλη πλευρά του τοίχου, ωστόσο εγώ έβρισκα μια στιγμή χωρίς κόσμο και πηδούσα πίσω από τον τοίχο. Άλλωστε ο τοίχος δεν ήταν και πολύ ψηλός. Μια φορά έτυχε να είναι η ώρα του φαγητού. Από τις κόκκινες τουλίπες που θυμάμαι, πρέπει να ήταν Άνοιξη. Οι άνθρωποι είχαν βγάλει και είχαν αρχίσει να τρώνε πατατοσαλάτα με φρέσκο δυόσμο, βραστά αυγά και ελαιόλαδο.
Οι Ελληνοκύπριες κάλεσαν κι εμένα, μου έδωσαν από την πατατοσαλάτα τους. Και εγώ με τη σειρά μου κάθισα στο λιβάδι μαζί τους και άρχισα να τρώω. Από τότε, κάθε φορά που τρώω πατατοσαλάτα, έρχεται εκείνο το σκηνικό στο νου μου.
Μια μέρα πρέπει να με είχε εκνευρίσει πολύ το παιδί του γείτονα, τόσο που πετάχτηκα στο δρόμο με ένα πολυβόλο Sten από το ντουλάπι ρούχων, με τον γεμιστήρα επάνω του. Πρόφτασε η μάνα μου και πήρε το όπλο από τα χέρια μου. Έφαγα ένα γερό ξύλο… Οι χώροι που ήταν πίσω από τον τοίχο του σπιτιού, το οποίο άφησα ως ένα άτακτο, ατίθασο και απροσκύνητο εφτάχρονο παιδάκι, τώρα φιλοξενούν το πολιτιστικό κέντρο του Ιδρύματος Λανίτη. Αν και μεγάλωσα ανάμεσα στα όπλα δεν μεγάλωσα με μίσος. Σε αυτά τα μέρη που γύρισα ως καλλιτέχνης, το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου ήταν οι Ελληνοκύπριες που μου είχαν προσφέρει πατατοσαλάτα. Και το ξύλο που έφαγα από την μάνα μου επειδή βγήκα στον δρόμο με ένα Sten στο χέρι…
Ίχνη Μνήμης – Αλεξάνδρα Ζαμπά / Ουμίτ Ινατσί, Εκδόσεις Αρμίδα, Λευκωσία (2019)
Μετάφραση από τα τουρκικά: Λάλε Άλατλι
Evimin Penceresi Mevziydi
Babam Limasol’da polis olarak görevliydi. Taşındığımız ev tam sınırdaydı. Avlu duvarının arkası, “düşman” mahallesiydi. Yatak odasının bir penceresi kum torbalarıyla örülmüş, mevzi işlevi görüyordu. Evimizde sürekli bir manga asker eğitim görüp dönüşümlü olarak nöbet tutuyordu. Elbise dolabında silahlar vardı; Sten, piyade gibi silahlar. Bir otomatik silah olan Sten’i bir oyuncak gibi kurup bozmayı öğrenmiştim. O mevzi evle ilgili hafızamda taze kalan anılar beş–yedi yaşlarıma aittir.
Duvarın arkasında şarap yapılıyordu. Ayaklarıyla üzüm ezen kadınlar hâlâ canlı bir resim gibi belleğimde kayıtlı. Duvarın arkasına geçmek yasaktı ama ben bir tenha anı bulur, duvarın arkasına atlardım. Çok da yüksek bir duvar değildi zaten. Bir defasında yemek vaktine rasgelmiştim. Hatırladığım kırmızı lalelerden anlıyorum ki bir bahar günüydü. Taze naneli, haşlanmış yumurtalı, zeytinyağlı patates salatalarını çıkarıp yemeye başlamışlardı. Rum kadınlar beni yanlarına çağırıp yedikleri patates salatasından bana da verdiler. Ben de onlar gibi çayıra oturup yemeye başladım. O gün bugündür naneli patates salatasını her yediğimde aklıma on sahne gelir.
Bir gün komşunun çocuğu beni çok kızdırmış olacak ki elbise dolabındaki Stenlerden birini üzerinde şarjörü olduğu halde alıp sokağa atıldım. Annem yetişip elimdeki silahı aldı. Üzerine sağlam bir dayak yemiştim… Haylaz, söz dinlemez ve asi bir çocuk olarak yedi yaşımda bıraktığım evin duvar arkasında olan mekânlar şimdi Lanitis Vakfı’nın sanat merkezi olarak kullanılıyor. Silahların içinde büyüyen ama asla bir nefret kültürüyle büyümeyen bir çocukluktan geliyordum. Sanatçı olarak döndüğüm bu mekânlarda ilk aklıma gelen, bana patates salatası ikram eden Rum kadınlar oldu; bir de elimde Sten sokağa çıktım diye anamdan yediğim dayaklar…
Ümit İnatçı
Hafıza İzleri – Alexandra Zamba / Ümit İnatçı Armida Yayınevi, Lefkoşa (2019)
– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – — – – – – – – – – – – – – – — – – – — –
Γέννημα ξένης γης
Γράφει η Αλεξάνδρα Ζαμπά
«Είμαι Κύπρια για τα εξωκλήσια της Κύπρου, για το Όμοδος με την κεντρική πετρόκτιστη, και μακριά οδό για τα Λεύκαρα με τις δροσερές λουλουδάτες αυλές, για τη Βάσα Κοιλανίου με τους αμπελώνες της, για τον Πρόδρομο με τα πετρόκτιστα σπίτια που τα φτάνεις στον ανήφορο. Είμαι Κύπρια για την αιμορραγία του δρόμου προς το Ριζοκάρπασο και την Αγία Τριάδα, για όλες τις πέτρες, το χώμα το κόκκινο της Μεσαορίας, για τα πολυάριθμα εγκλωβισμένα χωριά της από την εισβολή του ΄74, για την Άσσια που θρονιάζει στον κάμπο με τα λιγοστά δέντρα σε τρίγωνο με την Αφάνεια και Βατυλή. Στην αγκυλωμένη μου καρδιά στη μέση των ποταμών τον Γιαλιά και Πεδιαίου, η Αγκαστίνα. Επαναλαμβάνω καθημερινά τα ονόματά τους μην τυχόν και τα ξεχάσω. Τα μετρώ σαν χάντρες που κατεβαίνουν από τα δάχτυλά μου και όλα μαζί με τον Μαραθόβουνο και τη Μουσουλίτα, τα χαράζω στη σκέψη για να υπάρχουν…
Είμαι Κύπρια, αλλά και Ελληνίδα, Ιταλίδα και Αιγύπτια.
Είμαι της Αιγύπτου γέννημα, όπως και η μάνα μου η Αλεξανδρινή. Εκεί με γέννησε μήνα Φλεβάρη. «Γι’ αυτό επέζησες, είναι ο πιο γλυκός μήνας. Στη μεγάλη ζέστη της Αιγύπτου πολλά νεογέννητα πέθαιναν», μου έλεγε καπνίζοντας το τσιγάρο της. Με έφερε στην Κύπρο και ήμουν λίγων μηνών. Της έμεινε από τότε ένα κενό που στα χρόνια όλο και μεγάλωνε. Νοσταλγούσε συνέχεια τα επιβλητικά κτήρια και τους ευθύγραμμους δρόμους της Αλεξάνδρειας, θυμόταν το Παζάρι Χαν ελ Χαλίλ όλο μυρωδιές και αραβική πυκνή φωνή, αναπολούσε τη μεγάλη Κορνίς στο καταπράσινο δέλτα του Νείλου και τη γειτονιά του Αταρίν με τις ψηλές πόρτες και την αψιδωτή κορυφή, ενώ δάκρυζε όταν μιλούσε για την Ιβραημία, που παρόμοια δεν έβρισκε στην Κύπρο. Η μάνα μου έμεινε για πάντα Αλεξανδρινή και εγώ για πάντα Κύπρια. Εκείνη η στενή λωρίδα της Μεσογείου ήταν ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην προσωπική μας ιστορία.
Είμαι Κύπρια από τον πατέρα μου τον λεβέντη, τον γενναιόδωρο, τον σοφό Κύπριο που πέθανε με το καημό της σκλαβωμένης χωρισμένης Κύπρου. Κύπρια από τους παππούδες μου Περικλή και Σοφοκλή που απεβίωσαν στην Κύπρο του τότε, δίχως να αισθανθούν τη μαχαιριά της τουρκικής εισβολής του ΄74. Είμαι, όμως, και Ελληνίδα ανατολίτισσα από τη γιαγιά μου την Ιμβριώτισσα με τους αμανέδες, τα ιμάμ μπαϊλντί, το βελονάκι, και τα βαμβακερά κεντητά σεντόνια. Είμαι και Κωνσταντινουπολίτισσα για το «Hüzün» και την γλυκόπικρη μελαγχολία που μόνο η γιαγιά ήξερε να προφέρει. Είμαι Ελληνίδα της αρχαϊκής εποχής με την επική και λυρική ποίηση, με την αριστοτελική κίνηση. Είμαι βλαστάρι της Αντιγόνης! Είμαι όμως και Ιταλίδα για τη μακροχρόνια διαμονή μου στην πόλη των Ρωμαίων της μεγάλης κουλτούρας και δημιουργικότητας.
Όμως γυρίζω πάντα στο να είμαι Κύπρια για τη γλυκομίλητη γιαγιά μου την Κοιλανιώτισσα, για τα γεμάτα με γλυκά του κουταλιού ράφια της, για τον τραχανά και τα παφίτικα χαλλούμια, για το ψωμί και τα λουκούμια της Αθηένου, για της προίκας μου τα λευκαρίτικα… Ωστόσο, παραμένω πρώτα απ’ όλα Κύπρια, για το αίσθημα ενοχής για το ξένο γέννημα και γιατί κατοίκησα τα περισσότερά μου χρόνια σε τόπο μακρινό».
Αυτά λέγει η Αλεξάνδρα και αρχίζει να εξιστορεί τα χρόνια της δουλείας και της ελευθερίας, μια δική της εκδοχή των γεγονότων, όπως τα έζησε σε ένα λειτουργικό σύστημα.
Ίχνη Μνήμης – Αλεξάνδρα Ζαμπά / Ουμίτ Ινατσί, Εκδόσεις Αρμίδα, Λευκωσία (2019)
Μετάφραση στα τουρκικά: Λάλε Άλατλι
Yabancı Toprakların Mahsulü
“Beni Kıbrıslı yapan, adanın kır kiliseleri; taş döşeli, ince uzun yoluyla Omodos; çiçekli, serin avlularıyla Lefkara; üzüm bağlarıyla Vasa Kilaniu ve yokuşun sonundaki taş evleriyle Prodromos Köyleri’dir. Dipkarpaz ve Aya Triada’ya giden yolun kanı; Mesarya Ovası’nın her bir taşı, kırmızı toprağı, 74’ten beri tutsak edilmiş çok sayıda köyü, Afanya ve Vadili Köyleri’yle birlikte bir üçgen oluşturan, bir avuç ağacıyla, ovaya hâkim Assia Köyü’dür beni Kıbrıslı yapan. Yaralı kalbimde, Yalya Deresi’yle Kanlı Dere’nin ortasındaki Angastina Köyü. Olur da unuturum diye, her gün bu isimleri tekrarlıyorum. Avucumdan akıp giden boncuklar gibi sayıyorum teker teker, Marathovunos ve Musulita Köyleri’yle beraber hepsini, var olmaya devam etsinler diye aklıma kazıyorum…
Kıbrıslı’yım ama aynı zamanda Yunan, İtalyan ve Mısırlı da.
İskenderiyeli annem gibi ben de Mısır’da doğdum. Bir şubat ayında. “Bu yüzden hayatta kaldın, Şubat en yumuşak aydır! Mısır’ın korkunç sıcaklarında doğan bebeklerin çoğu ölür!” derdi annem sigarasını içerken. Ben henüz birkaç aylıkken Kıbrıs’a gelmişiz. Annemin içinde, yıllar geçtikçe daha da genişleyen o boşluk, ta o zamandan kalmadır. Sürekli İskenderiye’nin görkemli binalarını ve bir hizaya dizilmiş sokaklarını özlüyor, kokular ve Arapların tok sesleriyle ile dolup taşan “Han el Halili” Çarşısı’nı hatırlıyor, Nil Nehri’nin yemyeşil deltasındaki geniş Korniş Caddesi’ni, kemeri ve yüksek kapılarıyla Attarin Mahallesi’ni gözünün önüne getiriyor, Kıbrıs’ta eşini benzerini bulamadığı İbrahimiye Bölgesi’nden bahsederken gözyaşlarına hâkim olamıyordu. Annem her zaman İskenderiyeli kaldı, bense Kıbrıslı. Akdeniz’in o ince çizgisi, bizim hikâyemizin de önemli bir ayrım noktasından geçiyordu.
Bölünmüş, tutsak Kıbrıs derdiyle ölen yiğit, cömert, bilge babam tarafından Kıbrıslı’yım. ’74 yılında Türk işgalinin yarattığı bıçak yarasını hissetmeden hayata gözlerini yuman her iki dedem, Periklis ve Sofoklis tarafından da Kıbrıslı’yım. Uzun havalar, imambayıldı, tığ işi ve nakış işlenmiş pamuklu çarşaflarıyla İmrozlu anneannem tarafından ise Anadolu Rumu’yum. Sadece anneannemin telaffuz etmeyi bildiği, tatlı-acı bir melankoli olan “hüzün” de beni İstanbullu yapıyor. Epik ve lirik şiirle, Aristoteles’in hareket teorisiyle Arkaik döneme ait bir Yunan’ım. Antigone’nin evladıyım! Ama büyük bir kültür ve yaratıcılığa sahip Romalıların şehrinde uzun yıllar yaşamaktan dolayı aynı zamanda da İtalyan’ım.
Fakat dönüp dolaşıp Kilaniulu, tatlı dilli babaannem; ev yapımı tatlılarla dolu rafları; tarhana ve Baf hellimi; Athienu ekmeği ve lokumları; çeyizimin Lefkara nakışlarıyla Kıbrıs’ta buluyorum kendimi… Ama her şeyden önce beni Kıbrıslı yapan, yabancı topraklarda doğmanın ve hayatımın en uzun dönemini uzak bir yerde yaşamış olmanın suçluluğudur”.
Alexandra bunları söyleyerek tutsaklık ve özgürlük yıllarını, kendi bakış açısından yaşadığı olayları, bir mantık çerçevesinde dile getiriyor.
Alexandra Zamba
Hafıza İzleri – Alexandra Zamba / Ümit İnatçı Armida Yayınevi, Lefkoşa (2019)
Yunanca aslından çeviri: Lale Alatli
