
Γράφει ο Χρήστος Κεφαλής
Είναι ένα από τα συμπτώματα της κρίσης και συχνά της σήψης στο χώρο της κομμουνιστικής και ευρύτερης ριζοσπαστικής αριστεράς στη χώρα μας, ότι έχει διαμορφωθεί στο εσωτερικό της μια κάπως υπολογίσιμη «λαφαζανική αριστερά». Μια ψευδο-αριστερά, δηλαδή, που προσκυνά τον Τραμπ και τον Πούτιν, θεωρώντας τον ένα ή τον άλλο ή και τους δυο «καλύτερους» από τους τωρινούς ιθύνοντες κύκλους της ΕΕ. Αυτή η «αριστερά» περιλαμβάνει κάθε λογής τυχοδιωκτικά, ανερμάτιστα στοιχεία: πέρα από χρεοκοπημένους, σταλινικής κοπής αρχηγούς α λα Λαφαζάνη, καριερίστες διανοούμενοι, καιροσκόποι, φωνακλάδες, τύποι της προσκολλήσεως που προσφέρουν σε όποιον δίνει περισσότερα τις παλιές αριστερές περγαμηνές τους, συνωθούνται στις τάξεις της. Ότι θα βρισκόταν όμως και μια «τροτσκιστική» ομάδα που θα έκλεινε το μάτι στον Τραμπ και τον Πούτιν –και δεν θα τους έκλεινε μόνο το μάτι αλλά και θα τους σφιχταγκάλιαζε– στο όνομα των παραδόσεων του Τρότσκι και ευρύτερα του μαρξισμού, ήταν κάτι που δεν το φανταζόμασταν.
Στη ζωή όμως ισχύει το «ποτέ μη λες ποτέ» και τελευταία, όταν έπεσε τυχαία στα χέρια μας ένα φύλλο της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής»[1], διαπιστώσαμε ότι συμβαίνει ακόμη και αυτό. Και τελικά, εδώ που βρισκόμαστε, δεν θα έπρεπε να μας παραξενεύει. Άλλωστε, στην ταινία «Γκρέμλινς νο 2» μια πρωταγωνίστρια, εκφράζοντας το θεμελιώδες απρόβλεπτο της εποχής μας, πετά την ατάκα: «Όταν η τέχνη συναντά τις μπίζνες τα πάντα μπορεί να συμβούν». Γιατί λοιπόν να μην ισχύει και το: Όταν ορισμένοι «τροτσκιστές» συναντούν τον Τραμπ και τον Πούτιν τα πάντα μπορεί να συμβούν;
Στη συγκεκριμένη περίπτωση της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», οι «τροτσκιστές» αυτοί κοσμούν την εφημερίδα τους με το ιστορικό σύνθημα του κομμουνιστικού κινήματος, «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!» Δηλώνουν ακόμη φορείς μιας Κομμουνιστικής Διεθνούς, δεδομένου ότι η εφημερίδα τους είναι «Όργανο της Κομμουνιστικής Τροτσκιστικής Ένωσης (4η Διεθνής)». Και φυσικά, όπως πολλοί άλλοι επί των ημερών μας, δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία ότι είναι οι κορυφαίοι υπερασπιστές του μαρξισμού στον κόσμο· στην ίδια σελίδα διαφημίζουν το βιβλίο ενός στελέχους τους, του Π. Δάγλα, «Στην υπεράσπιση του μαρξισμού»: «Επίκαιρες απαντήσεις στα ζητήματα που απασχολούν το εργατικό κίνημα και την πρωτοπορία του».
Όσοι βγαίνουν με τόσο υψηλές αξιώσεις σε ζοφερές εποχές όπως η τωρινή, αναλαμβάνουν την ευθύνη να προσφέρουν κάτι γνήσιο και θεμελιωμένο, που να αντιστοιχεί στις αξιώσεις τους. Γι’ αυτό και τέτοιες αξιώσεις δεν μπορεί να περνούν έτσι· πρέπει να ελέγχονται επιμελώς. Και η ελάχιστη εξέταση των θέσεων της συγκεκριμένης ομάδας θα δείξει ότι έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση ακραίας, μνημειώδους σύγχυσης, ανοησίας και θολούρας, που δύσκολα θα βρεθεί όμοιό της.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Οι λεβέντες της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» βεβαιώνουν επίμονα και με ακλόνητη πεποίθηση ότι οι θέσεις τους βασίζονται στη μαρξιστική παράδοση, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως τους αυθεντικούς συνεχιστές της. Παραθέτουν μάλιστα, για του λόγου του αληθές, ένα απόσπασμα από τον Τρότσκι: «Στην εργατική τάξη… η παράδοση είναι εντελώς αναγκαία γιατί είναι το πλούσιο οπλοστάσιό της από όπου παίρνει τα όπλα για την πάλη της», καθώς και ένα από τον Λένιν για τη σημασία της κομματικής εφημερίδας (σελ. 2). Αν όμως προκύπτει κάτι από τις θέσεις τους, είναι η πλήρης περιφρόνηση αυτής της παράδοσης, η σε τέτοιο βαθμό παρανόηση και παραχάραξή της, που αγγίζει τα όρια του θράσους και της γελοιότητας. Αυτό που παρουσιάζουν ως σεβασμό στη μαρξιστική παράδοση είναι μόνο η παπαγαλία κάποιων τσιτάτων, τα οποία απαγγέλλουν μηχανικά χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε τα ίδια τα τσιτάτα, ούτε την πραγματική κατάσταση.
Στα επόμενα μέρη συζητάμε διαδοχικά τις θέσεις τους για την αντίθεση ανάμεσα στη φιλελευθεροαστική και την τραμπική, ακροδεξιά μερίδα της αστικής τάξης, τη μετανάστευση, τον προστατευτισμό και το φασισμό, προβαίνοντας και σε μερικές συγκρίσεις με τη λογική του νεοσταλινισμού (της ηγεσίας του ΚΚΕ) και τις «λαφαζανικές» λογικές στη διανόηση.
Φιλελευθερισμός και ακροδεξιά
Όσοι έχουν ασχοληθεί με τις αναλύσεις του Λένιν για την ταξική πάλη στη Ρωσία γνωρίζουν ότι διέκρινε ανάμεσα σε δυο κύρια πολιτικά ρεύματα στην αντιδραστική αστική τάξη: το φιλελευθερισμό (αστικό κέντρο, εκπροσωπούμενο κύρια από το κόμμα των Καντέτων) και τη δεξιά (η τσαρική αντίδραση, η οποία περιλάμβανε τα μοναρχικά στοιχεία, από τους Οκτωβριστές και τη στολιπινική γραφειοκρατία –την ηγετική μερίδα της– ως τις Μαύρες Εκατονταρχίες). Αν και η αντίθεση αυτή στη Ρωσία ενέπλεκε μια ιδιομορφία, ότι η δεξιά ήταν αστικο-φεουδαλική, στο βαθμό που υπεράσπιζε τα προνόμια των ευγενών και των τσιφλικάδων, ωστόσο στη γενική όψη της δεν είχε τίποτα το ειδικά ρωσικό. Ο Λένιν είχε αναφερθεί πολλές φορές ανάλογα την κατάσταση στη Γερμανία και αλλού, τονίζοντας ότι ο φιλελευθερισμός και η δεξιά, συχνά μοναρχική τότε αντίδραση, αποτελούσαν δυο σχετικά διακριτές αστικές πτέρυγες σε όλες πρακτικά τις καπιταλιστικές χώρες.
Αναλύοντας την αντίθεση ανάμεσα στις δυο αυτές πτέρυγες στη Ρωσία ο Λένιν τόνισε αμέτρητες φορές ότι επρόκειτο για μια δευτερεύουσα αντίθεση εντός της αντιδραστικής αστικής τάξης, μεταξύ δυνάμεων που συμφωνούσαν στα ουσιώδη: την αστική ανακαίνιση της μοναρχίας και τη διατήρηση της τσιφλικάδικης, αστικά μετασχηματισμένης ιδιοκτησίας της γης. Με αυτή την έννοια δεν μπορούσε να μπαίνει ζήτημα να υποστηρίζουν γενικά οι κομμουνιστές τη φιλελεύθερη πτέρυγα απέναντι στην τσαρική, όπως μπορούσε, π.χ., να υποστηρίζουν τους δημοκράτες αστούς, τους ναρόντνικους, που αγωνίζονταν για την απαλλοτρίωση των τσιφλικάδων. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο Λένιν δεν παρέβλεπε ότι υπήρχε ανάμεσά τους μια διαφορά βαθμού: οι Καντέτοι τυποποιούσαν τη μετριοπαθή αντίδραση, ενώ οι στολιπινικοί την επιθετική αντίδραση. Γι’ αυτό, έλεγε, ήταν βαθιά λαθεμένο να εξισώνονται πλήρως οι δυο πτέρυγες και να μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι σαν μια «ομοιογενής αντιδραστική μάζα». Απεναντίας, οι κομμουνιστές έπρεπε να παίρνουν υπόψη αυτή τη διαφορά. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι ήταν δυνατό και απαραίτητο να συνάπτουν στιγμιαία συμμαχίες με τη φιλελεύθερη πτέρυγα, π.χ. στις αναπληρωματικές εκλογές, για να φράζουν το δρόμο στην τσαρική, πογκρομιστική αντίδραση.
Μεταφέροντας αυτή την ανάλυση στις σύγχρονες συνθήκες –κάτι που δικαιολογείται πλήρως από το γεγονός ότι οι εσωτερικές διαιρέσεις της αστικής τάξης δεν έχουν ουσιωδώς αλλάξει– εφόσον διαθέτουμε στοιχειώδη πολιτική νοημοσύνη και τηρούμε τις ιστορικές αναλογίες, θα οδηγηθούμε σε μερικά εντελώς πρόδηλα συμπεράσματα.
Σήμερα με τη φιλελεύθερη, καντέτικη αστική πτέρυγα, μοιάζει η νεοφιλελεύθερη κεντροδεξιά, η πτέρυγα των Μακρόν, Φον ντερ Λάιεν και Μπάιντεν, που εξακολουθεί να είναι στην κυβέρνηση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Με την τσαρική, στολιπινική πτέρυγα, μοιάζει η λεπενική ακροδεξιά, η πτέρυγα των Πούτιν, Τραμπ, Λε Πεν και Σία, που παντού βρίσκεται σε άνοδο, έχοντας ήδη την κυβέρνηση στις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Τέλος, οι νεοφασίστες, που αποτελούν μέρος της ακροδεξιάς πτέρυγας, μοιάζουν με τις Μαύρες Εκατονταρχίες, τις αντισημιτικές συμμορίες που οργάνωναν πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους στην τσαρική Ρωσία.
Ανάμεσα στις δυο πτέρυγες ολοφάνερα δεν υπάρχει και τώρα, όπως δεν υπήρχε και επί Λένιν, μια ριζική αντίθεση: οι φιλελεύθεροι στρώνουν παντού το δρόμο στην ακροδεξιά και προσεγγίζουν σε πολλά θέματα την ατζέντα της (μεταναστευτικό, εξοπλισμοί, κοκ). Αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να διατηρείται η ίδια διαφορά βαθμού, η διαφορά ανάμεσα στη μετριοπαθή και την επιθετική αντίδραση που επισήμανε ο Λένιν. Γι’ αυτό και σήμερα δεν πρέπει να εξισώνουμε τις δυο πτέρυγες, αλλά να θεωρούμε την ακροδεξιά ως την πιο επικίνδυνη, υπολογίζοντας τη μεταξύ τους αντίθεση όπως υπέδειξε ο Λένιν.
Με την παραπάνω ακριβώς εκτίμηση διαφωνούν πλήρως τα ξεφτέρια της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής». Χωρίς να προβαίνουν πουθενά σε μια δική τους ανάλυση και παρακάμπτοντας πλήρως όλη τη μαρξιστική παράδοση που επικαλούνται, εμφανίζουν σαν αυτονόητο ότι η φιλελεύθερη πτέρυγα είναι η πιο επικίνδυνη ενώ από την άλλη βρίσκουν όχι λίγα καλά στον Τραμπ και τον Πούτιν. Ας ρίξουμε μια ματιά στις σχετικές διακηρύξεις τους.
Ήδη στην 1η σελίδα βρίσκουμε την εξής κεντρική εκτίμηση: «Στην κύρια γραμμή τους, οι συνταρακτικές διεθνείς εξελίξεις είναι ευνοϊκές για λαϊκούς και εργατικούς αγώνες. Γιατί αποδυναμώνεται πλήρως η ολοκληρωτική Ευρωπαϊκή Ένωση και το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που μας είχε επιβληθεί ως “μονόδρομος”».
Οι διεθνείς εξελίξεις στις οποίες αναφέρονται είναι η ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ και οι συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Αυτές οι εξελίξεις, πληροφορούμαστε παραπέρα σε ένα άρθρο στο ίδιο φύλλο[2], έχουν φέρει «τη γραφειοκρατία και τις κυβερνήσεις της Ευρώπης… σε πανικό». Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό δηλώνονται αρκετά ξεκάθαρα:
«Η “Νέα Γιάλτα”, όπως λένε το μοίρασμα της Ουκρανίας, γίνεται σε διμερή βάση, μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, αδιαφορώντας για τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και την Αγγλία, που θέλουν τη συνέχιση του πολέμου. Η λήξη του πολέμου εξυπηρετεί διπλά τον Τραμπ. Χτυπάει την ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία, αφού θέλει πώληση μόνο αμερικανικών όπλων, βυθίζοντας περισσότερο την ευρωπαϊκή οικονομία και εξαναγκάζοντας την Ευρώπη σε δανεισμό και υποταγή»,
Ακόμη, σε αντίθεση με την «ευρωπαϊκή γραφειοκρατία», η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να προσανατολίζεται σε φιλολαϊκά μέτρα:
«Η νέα αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να υλοποιήσει όσο πιο γρήγορα μπορεί τις προεκλογικές της εξαγγελίες, όσο η λαϊκή εντολή είναι νωπή, γνωρίζοντας πως αργά η γρήγορα οι αντιφάσεις του συστήματος θα αρχίσουν να τη φθείρουν… Μετά τη σύνοδο ασφαλείας του Μονάχου… ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Βανς, με έναν πολύ καυστικό λόγο, κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές ηγεσίες για λογοκρισία και διαφθορά, ότι δεν ακούν τους λαούς τους, ότι έχουν καταργήσει τη δημοκρατία, και άλλα».
Επίσης, η κυβέρνηση Τραμπ «διαλύει μια οργάνωση των αμερικανικών ελίτ, τη USAID, που χρηματοδοτούσε εκατοντάδες δημοσιογράφους και εκατοντάδες μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως του μεγιστάνα Σόρος, για να προωθούν τη woke ατζέντα και τη μετανάστευση. Ταυτόχρονα η USAID είχε στα καθήκοντά της να χρηματοδοτεί πραξικοπήματα, δήθεν από δημοκρατικά κινήματα».
Συμπέρασμα; Όλα αυτά είναι λόγοι για να θεωρούμε τον Τραμπ καλύτερο, πιο δημοκράτη και φορέα πιο φιλολαϊκών πολιτικών, από τη «γραφειοκρατία των Βρυξελλών»:
«Όλα αυτά δεν γίνονται γιατί η κυβέρνηση Τραμπ είναι φιλειρηνική ή δημοκρατικότερη από τις προηγούμενες. Οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος κατά καιρούς διασπούν την αστική τάξη, για να αλλάξει πολιτική και να σώσει το σύστημα από την προηγούμενη αποτυχημένη πολιτική, αλλαγή που πολλές φορές περνάει και μέσα από την υποστήριξη αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων. Η σημερινή αλλαγή, με την αποδόμηση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και το γκρέμισμα των παράλογων αφηγημάτων, θα ευνοήσει, προσωρινά έστω, την εργατική τάξη. Της δίνεται η ευκαιρία να οργανωθεί και να διεκδικήσει όλα τα καταπατημένα εργατικά δικαιώματα».
Στο έξοχο ποίημα του Ίψεν Πέερ Γκιντ, ο ήρωας εκπληρώνει, μετά από πολλές περιπέτειες, το όνειρό του να γίνει αυτοκράτορας. Φτάνοντας στο τρελοκομείο του Καΐρου, πληροφορείται από τον διευθυντή του ότι η λογική πέθανε: «Διευθυντής: Ο απόλυτος λόγος πέθανε χθες βράδυ στις έντεκα. Πέερ: Ο Θεός να μας σώσει!» Ο Πέερ συστήνεται στα μέλη της «Λέσχης των λογίων» στο τρελοκομείο και συναναστρέφεται τον Χουσεΐν, ένα από αυτά: «Χουσεΐν: Θα μου κάνεις την τιμή να με βουτήξεις στο μελάνι; Είμαι μια πένα. Πέερ: Και εγώ είμαι απλά ένα τσαλακωμένο φύλλο αυτοκρατορικής περγαμηνής». Ένας άλλος τρόφιμος, ο Χούχου, θέλει να αντικαταστήσει τη γλώσσα με τις άναρθρες κραυγές, και, όπως ίσως θα καταλάβατε, στο τέλος ο Πέερ «γίνεται ο αυτοκράτορας αυτών των ανθρώπων»[3].
Με αναλύσεις όπως αυτές του Χατζή, οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» βάζουν μια πανίσχυρη υποψηφιότητα να διαδεχτούν τον καλό Πέερ ως αυτοκράτορες του τρελοκομείου που είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός. Γιατί πραγματικά, τα λεγόμενά τους αποδεικνύουν περίτρανα ότι συνδυάζουν στο πρόσωπό τους την πένα του Χουσεΐν, τις άναρθρες κραυγές του Χούχου και όλα τα άλλα χαρίσματα αυτού του κόσμου. Θα επισημάνουμε μόνο τις πιο κραυγαλέες ασυναρτησίες της παραπάνω ανάλυσης, καθώς είναι αδύνατο να τις σχολιάσει κανείς στο σύνολό τους.
Κατ’ αρχήν, τι εννοούν οι φωστήρες μας όταν λένε ότι υπό τον Τραμπ δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες για να οργανωθεί η εργατική τάξη και να διεκδικήσει «όλα τα καταπατημένα εργατικά δικαιώματα»; Εννοούν στην ουσία το ίδιο πράγμα που λέει και ο Τραμπ, ότι με την πολιτική του θα ανατάξει την εγχώρια βιομηχανία, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, κοκ. Σε αυτό προσθέτουν μόνο ότι θα ευνοηθεί έτσι, «έστω προσωρινά», το συνδικαλιστικό κίνημα, θα ξεσπάσουν απεργίες για αυξήσεις μισθών, κοκ.
Όλο αυτό, βέβαια, είναι ένα ψέμα γιατί όσες θέσεις δημιουργούν τα μέτρα του Τραμπ, ο προστατευτισμός, κοκ, τόσες περίπου θα καταστραφούν από τα αντίμετρα της Κίνας και της ΕΕ. Αλλά ας παραδεχτούμε προς στιγμήν ότι είναι αλήθεια. Τι σημαίνει να εκτιμάς την πολιτική του Τραμπ αγνοώντας όλες τις δραματικές συνέπειές της στις διεθνείς σχέσεις, την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο, και βάζοντας στο κέντρο το συνδικαλιστικό κίνημα, τους «απεργιακούς αγώνες»; Σημαίνει να εγκαταλείπεις το μαρξισμό και να περνάς στον οικονομισμό, στην άποψη ότι η κύρια σφαίρα δράσης του εργατικού κινήματος είναι οι συνδικαλιστικοί αγώνες στα εργοστάσια.
Αυτή η άποψη είχε σημαντική επιρροή στο εργατικό κίνημα στην εποχή του χαρτισμού, γύρω στα 1800, όντας διακριτική για εκείνο το πρώιμο στάδιο της ανάπτυξής του. Από τον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς όμως καθιερώθηκε, στο διάσημο Κομμουνιστικό Μανιφέστο τους, ότι «κάθε ταξικός αγώνας είναι πολιτικός αγώνας» και ότι επομένως το κέντρο βάρους του κομμουνιστικού κινήματος, του συνειδητού εργατικού κινήματος, πρέπει να εστιάζει στην πολιτική σφαίρα. Αργότερα ο Λένιν έγραψε ένα διάσημο βιβλίο, το Τι να Κάνουμε;, που στρεφόταν ολοκληρωτικά ενάντια στους οικονομιστές, τους συνεχιστές των χαρτιστικών, συνδικαλιστικών απόψεων στη Ρωσία. Εκεί απέδειξε, όπως είχε κάνει νωρίτερα και ο Πλεχάνοφ, ότι η εργατική τάξη θα απελευθερωθεί μόνο μέσα από την πολιτική πάλη και εφόσον κατανοεί σωστά τα καθήκοντα αυτής της πάλης.
Επομένως, οι λεβέντες μας, με όλους τους όρκους τους στη μαρξιστική παράδοση, εγκαταλείπουν εδώ τη μαρξιστική άποψη, περνώντας στον προμαρξιστικό σοσιαλισμό. Ακόμη και τίποτα άλλο να μην υπήρχε, και μόνο γι’ αυτό το λόγο όλη η θεωρία τους θα έπρεπε να απορριφθεί σαν αντιμαρξιστική. Το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα όμως, και ένας λόγος που επιβάλλει την ενασχόληση μαζί τους, είναι ότι αναπτύσσουν σε όλη του την έκταση αυτό που είναι αντιμαρξιστικό στη θεωρία τους, εξάγοντας τις πιο ακραίες και παράλογες συνέπειές του στο όνομα του μαρξισμού.
Παραπέρα, στην κεντρική τους εκτίμηση μάς λένε ότι οι εξελίξεις με την άνοδο του Τραμπ είναι «ευνοϊκές για λαϊκούς και εργατικούς αγώνες. Γιατί αποδυναμώνεται πλήρως η ολοκληρωτική Ευρωπαϊκή Ένωση και το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα».
Αυτό όλο, φίλτατοι, είναι πολύ αόριστο. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Τι ακριβώς διαλύει από τη «νεοφιλελεύθερη ΕΕ» ο Τραμπ και τι φέρνει στη θέση του; Και η μόνη σωστή και ακριβής απάντηση σε αυτό το ερώτημα, στην οποία θα καταλήξει αναγκαία όποιος ασχοληθεί λίγο σοβαρά μαζί του, είναι: Ο Τραμπ διαλύει ό,τι είχε απομείνει σε αυτή τη «νεοφιλελεύθερη ΕΕ» και παγκόσμια από την ευρωπαϊκή και διεθνή τάξη που καθιερώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο και στη θέση του βάζει τον αχαλίνωτο, φρενήρη ιμπεριαλισμό που υπήρχε στις αρχές του 20ού αιώνα.
Η ήττα του ναζισμού το 1945 και η σε συνέχεια κατάρρευση του παγκόσμιου αποικιακού συστήματος προκάλεσαν ορισμένες θετικές μετατοπίσεις στις διεθνείς σχέσεις: στην Ευρώπη διαμορφώθηκε μια σχετικά βιώσιμη τάξη, στον αντίποδα της ληστρικής τάξης των Βερσαλλιών, καθιερώθηκε γενικά ο σεβασμός των συνόρων, κοκ. Φυσικά και στην περίοδο αυτή γίνονταν ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και επεμβάσεις, στο Βιετνάμ και αλλού, όμως η γενική τάση ήταν να ασκεί ο ιμπεριαλισμός την κυριαρχία του με πιο έμμεσους τρόπους. Αυτές οι αλλαγές αντανακλάστηκαν στο διεθνές δίκαιο, αργότερα και στο δίκαιο της ΕΕ, και ως ένα βαθμό διατηρήθηκαν και στην ανοδική φάση της παγκοσμιοποίησης, παρότι ο ιμπεριαλιστικός επεμβατισμός των ΗΠΑ, της ΕΕ και της Ρωσίας κέρδιζε έδαφος (Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρία, κοκ).
Η ουσία της πολιτικής του Τραμπ δεν είναι άλλη από την εξάλειψη αυτού που έχει απομείνει από την παλιά τάξη και το δίκαιό της. Ο ιμπεριαλιστικός συνασπισμός των ΗΠΑ και της ΕΕ λεηλάτησε, π.χ., το Ιράκ, αλλά δεν επέβαλε συμφωνίες που να του έδιναν, ας πούμε, επί 100 χρόνια την εκμετάλλευση των πετρελαίων του, ούτε διαμέλισε τη χώρα ανάμεσα στις επεμβατικές δυνάμεις. Σήμερα μια τέτοια «μετρημένη» λεηλασία, μια λεηλασία με κανόνες, δεν αρκεί στους ιμπεριαλιστές. Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός κλονίζεται αυξανόμενα, παντού ανοίγουν τρύπες, και η τάση της αστικής τάξης κάθε μεγάλης, ιμπεριαλιστικής χώρας είναι να βουλώνει τις δικές της τρύπες αρπάζοντας ό,τι μπορεί και αδιαφορώντας πλήρως για τις καταστροφές που επιφέρει και τις τρύπες που ανοίγει στους άλλους. Αυτό ακριβώς φέρνει ο Τραμπ, ή για να μιλήσουμε με ταξικούς όρους, η επιθετική μερίδα της ιμπεριαλιστικής αντίδρασης, της οποίας ηγείται στις ΗΠΑ, όπως ο Πούτιν ηγείται της ίδιας μερίδας στη Ρωσία, κοκ.
Η «Νέα Γιάλτα» του Τραμπ και του Πούτιν είναι ακριβώς η γυμνή, κυνική ιμπεριαλιστική κτηνωδία, η κτηνωδία που δεν δεσμεύεται από τίποτα και δεν θέτει στον εαυτό της κανένα περιορισμό. Διαμελίζουμε την Ουκρανία, εσύ παίρνεις τις περιοχές που κατέκτησες βυθίζοντας τη χώρα στον όλεθρο, εγώ παίρνω τις σπάνιες γαίες και με τον ίδιο τρόπο προχωράμε παραπέρα – αυτό λέει αυτή η «νέα Γιάλτα» (που δεν είναι παρεμπιπτόντως καθόλου βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί, γιατί όταν δυο ληστές θέλουν ο καθένας όλη τη λεία για τον εαυτό του, η μοιρασιά καθίσταται προβληματική). Οι απειλές του Τραμπ ότι θα καταλάβει τον Καναδά, το Μεξικό, τη Γροιλανδία, τη διώρυγα του Παναμά, δηλώνουν ξεκάθαρα αυτό τον αχαλίνωτο ιμπεριαλισμό, μια αναπαραγωγή εκείνου των αρχών του 20ού αιώνα σε ένα ανώτερο επίπεδο. Και φυσικά στην εσωτερική πολιτική αυτή η κατεύθυνση συνδυάζεται με ανάλογες μετατοπίσεις: η ανοικτή και άμεση εμπλοκή στην πολιτική των μεγιστάνων του κεφαλαίου α λα Ίλον Μασκ· η πλήρης από μέρους τους κατάλυση της αστικής νομιμότητας με την αποστολή τηλεγραφημάτων στο FBI και το Πεντάγωνο ότι οι υπάλληλοι πρέπει να λογοδοτούν στους ίδιους· οι μαζικές απολύσεις στο δημόσιο, η ιδιωτικοποίηση της ασφάλειας και οι ναζιστικοί χαιρετισμοί τους· πραξικοπήματα όπως η εισβολή των οπαδών του Τραμπ το 2021 στο Καπιτώλιο και το ανάλογο «κίνημα» των οπαδών του Μπολσονάρου στη Βραζιλία το 2023· οι συστηματικές δολοφονίες και φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων και διαφωνούντων από το καθεστώς του Πούτιν, κοκ.
Κατά τα άλλα, φυσικά, ο Τραμπ δεν αλλάζει καθόλου τα θεμέλια της νεοφιλελεύθερης τάξης. Ο Τραμπ καταργεί όλους τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς ακριβώς για να αυξήσει την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου και για τον ίδιο λόγο παραμερίζει όλους τους δημοκρατικούς ελέγχους και κανόνες, τους οποίους στους λόγους του, ακόμη και όταν πρόκειται για τα ημίμετρα των Δημοκρατικών αντιπάλων του, χαρακτηρίζει «αριστερούς» και «κομμουνιστικούς». Οι ελευθεριακοί, μια από τις πιο ισχυρές συνιστώσες στα think tanks του τραμπισμού, είναι αχαλίνωτοι, ακραίοι νεοφιλελεύθεροι.
Οι φωστήρες της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» μάς λένε λοιπόν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι όλα αυτά πρέπει να τα αγνοήσουμε ή να τα εκλάβουμε σαν αλλαγές ευνοϊκές για την εργατική τάξη. Το βασικό, βλέπετε, στην πολιτική του Τραμπ είναι ότι θα δημιουργήσει –με το μιλιταρισμό και με τους δασμούς, θα επανέλθουμε σε αυτό!– νέες θέσεις εργασίας και ότι θα αυξηθούν οι μισθοί όσων απασχοληθούν σε αυτές. Το ότι αυτό, αν όντως συμβεί, θα είναι μέρος του πιο κτηνώδους ιμπεριαλιστικού προγράμματος, που θα βιάζει ακόμη και αυτή την αστική δημοκρατία στο εσωτερικό και τα μικρά, αδύναμα έθνη στο εξωτερικό, δεν έχει καμιά απολύτως σημασία!
Μια άλλη πρόταση στο άρθρο λέει: «Η λήξη του πολέμου [στην Ουκρανία] εξυπηρετεί διπλά τον Τραμπ. Χτυπάει την ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία».
Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι μέχρι τώρα, επί Μπάιντεν, η Ουκρανία προμηθευόταν τα περισσότερα όπλα της από τις ΗΠΑ και επομένως ο τερματισμός του πολέμου από τον Τραμπ θα έπρεπε να κτυπά πολύ περισσότερο την αμερικάνικη παρά την ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία. Για να συντάξει κανείς μια τέτοια πρόταση πρέπει να είναι ένας αδιόρθωτος κουφιοκεφαλάκης που θεωρεί ότι για να αναπτυχθεί η πολεμική βιομηχανία πρέπει οπωσδήποτε να διεξάγεται ένας πόλεμος, για να υπάρχει ζήτηση για όπλα και να έχουν οι κυβερνήσεις «επιχειρήματα» για τους εξοπλισμούς. Η ιστορία, ωστόσο, δείχνει ότι ο μιλιταρισμός αναπτύσσεται ακόμη πιο ορμητικά στις περιόδους προπαρασκευής μεγάλων πολέμων, όπως ήταν η περίοδος 1900-1914, όταν σχηματίστηκαν τα ιμπεριαλιστικά μπλοκ που βρέθηκαν αντιμέτωπα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και όπως είναι και η σημερινή περίοδος. Τις τελευταίες ένα-δυο βδομάδες είδαμε, μεταξύ άλλων, την ΕΕ να ανακοινώνει εξοπλισμούς 800 δις ευρώ και τη γερμανική Βουλή να ψηφίζει ένα πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Γερμανίας ύψους ενός τρις ευρώ. Τα «επιχειρήματα» γι’ αυτά τα προγράμματα δεν λείπουν και θα γίνουν ακόμη πιο ισχυρά αν οι Τραμπ και Πούτιν διαμελίσουν την Ουκρανία, αφού οι ηγετικοί κύκλοι της ΕΕ θα μπορούν να επικαλούνται την ενίσχυση της ρωσικής απειλής για τις άλλες γειτονικές χώρες. «Εξοπλιστείτε, για να μην έχετε κι εσείς την τύχη της Ουκρανίας», θα λένε. Είναι δε εξίσου βέβαιο ότι οι χώρες της πρώτης γραμμής –Πολωνία, Βαλτικές Χώρες, Ρουμανία, Φιλανδία, κ.ά.– θα αυξήσουν δραματικά τις στρατιωτικές δαπάνες τους. Ας μην ανησυχεί, λοιπόν, ο αρθρογράφος μας. Οι προοπτικές της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας είναι λαμπρές και θα βελτιωθούν ακόμη περισσότερο αν οι Τραμπ και Πούτιν τερματίσουν όπως θέλουν τον πόλεμο.
Η αφέλεια του αρθρογράφου μας κτυπά κόκκινο όταν παίρνει τοις μετρητοίς τις διακηρύξεις του Βανς, του αντιπροέδρου του Τραμπ, ότι οι ηγέτες της ΕΕ «έχουν καταργήσει τη δημοκρατία». Ο Βανς συνδύασε αυτές τις δηλώσεις, όπως έκανε επανειλημμένα και ο Μασκ, με την ανοικτή υποστήριξη του γερμανικού AfD, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο νεοφασισμό από πολλά άλλα ακροδεξιά κόμματα, όμως οι φωστήρες μας πιστεύουν και μας καλούν να πιστέψουμε ότι ο Βανς τις έκανε από ενδιαφέρον για τη «δημοκρατία». Στην πραγματικότητα, ο λόγος της ενόχλησης του Βανς είναι πολύ διαφορετικός. Στην Ευρώπη, που πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα στις ναζιστικές ορδές του Χίτλερ, οι μνήμες του φασισμού παραμένουν νωπές και η εναντίωση στην ακροδεξιά και το νεοφασισμό αποτελεί μέρος των ιστορικών της παραδόσεων. Αυτές τις παραδόσεις τις δέχονται φραστικά ακόμη και οι τωρινοί ιθύνοντες της ΕΕ, οι εκπρόσωποι της φιλελεύθερης πτέρυγας, αποκλείοντας στα λόγια την είσοδο των ακροδεξιών στην κυβέρνηση, τη συνεργασία μαζί τους κοκ. Στην Ελλάδα, ας μην ξεχνάμε, ακόμη και μια κυβέρνηση της ΝΔ αναγκάστηκε, υπό την πίεση του κινήματος, να διαλύσει τη Χρυσή Αυγή. Ο Βανς θεωρεί «κατάργηση της δημοκρατίας» ακριβώς αυτές τις παραδόσεις, ακριβώς το γεγονός ότι στην Ευρώπη δεν έχει ξεπλυθεί ο ναζισμός, ότι οι τωρινοί ηγετικοί πολιτικοί του κατεστημένου δεν χαιρετούν ναζιστικά όπως ο Μασκ, κοκ. «Αποκατάσταση της δημοκρατίας» για τον Βανς θα ήταν ακριβώς να αναγνωριστεί γενικά ότι οι ακροδεξιοί και οι νεοφασίστες είναι μια πολιτική δύναμη όπως όλες οι άλλες, ότι δεν απειλούν τη δημοκρατία, κοκ. «Μα πώς μπορεί να μην αγαπάτε και να μη θέλετε στην κυβέρνηση το AfD· δεν βλέπετε ότι παραβιάζετε έτσι τη δημοκρατία;» – να τι πραγματικά είπε ο Βανς.
Θα συζητήσουμε το ζήτημα της μετανάστευσης σε επόμενο μέρος. Εδώ όμως πρέπει να επισημάνουμε ότι όταν οι φωστήρες μας ερμηνεύουν τη διάλυση της USAID ως μια πρωτοβουλία του Τραμπ που βάζει τέρμα στις χρηματοδοτήσεις δημοσιογράφων, πραξικοπημάτων σε τρίτες χώρες, κοκ, είναι και πάλι εκπληκτικά αφελείς. Στην πραγματικότητα ο Τραμπ, που στήριξε ο ίδιος ένα πραξικόπημα στις ίδιες τις ΗΠΑ, δεν έχει καμιά απολύτως τέτοια ευαισθησία. Απλά θα στηρίζει διαφορετικού τύπου δημοσιογράφους –δημοσιογράφους, ας πούμε, όχι στο στιλ του Πρετεντέρη αλλά του Καρατζαφέρη– και διαφορετικά πραξικοπήματα. Ωστόσο, η USAID, πέρα από τα παραπάνω αναφερόμενα, είχε και μερικές ακόμη λειτουργίες, όπως η παροχή μιας ανεπαρκούς μεν αλλά απόλυτα αναγκαίας ιατρικής βοήθειας σε τριτοκοσμικές χώρες, με την οποία γίνονταν εμβολιασμοί, κοκ. Αυτό που κυρίως κόβει με τη διάλυση της USAID και την απόσυρση των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ο Τραμπ είναι ακριβώς αυτές οι χρηματοδοτήσεις. Ήδη το 83% των σχετικών συμβολαίων της USAID ακυρώθηκε, γιατί όπως είπε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, «δεν υπηρετούν» τα αμερικάνικα συμφέροντα.
Για να αρκεστούμε σε ένα μόνο παράδειγμα τού τι σημαίνει αυτό στην πράξη, η ιατρική βοήθεια στη ΛΔ του Κονγκό για εμβολιασμούς, καταπολέμηση επιδημιών, κοκ, έφτασε το 2024 στο 1 δις δολάρια, από τα οποία το 70% προερχόταν από τις ΗΠΑ. Τώρα, σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Χ. Σάμπο, ένας γιατρός σε αυτή τη χώρα, «μπορείτε να φανταστείτε το μέγεθος του κενού που μένει πίσω με την αναστολή της χρηματοδότησης των ΗΠΑ και την απόσυρση των ΗΠΑ από τον ΠΟΫ». Και ένας συνάδελφός του προσθέτει: «Στα περισσότερα από τα χρηματοδοτούμενα από την USAID έργα στα οποία δούλεψα στο ανατολικό Κονγκό, για λιγότερα από κάθε 300 δολάρια που ξοδεύονταν, ένα παιδί δεν πέθαινε – δεν θα ανεχόμασταν ποτέ αυτές τις περικοπές αν οι Αμερικανοί καταλάβαιναν πόσο συνηθισμένη είναι η εμπειρία μου»[4]. Κοντολογίς, το αποτέλεσμα των περικοπών θα είναι υγειονομικό χάος σε αυτές τις φτωχές χώρες, δραματική αύξηση των θανάτων από αρρώστιες και νέες επιδημίες, τοπικές και ίσως παγκόσμιες.
Για τους μαρξιστές και τους σοσιαλιστές ακτιβιστές, η κύρια πλευρά της διάλυσης της USAID δεν μπορεί παρά να είναι αυτές οι περικοπές και οι συνέπειές τους. Αυτή η πλευρά είναι απλά ανύπαρκτη για τους αρθρογράφους της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής».
Θα μπορούσε να συνεχίσουμε παραπέρα επί μακρόν αυτά τα σχόλια, αλλά δεν έχει νόημα. Είναι πολύ πιο χρήσιμο να συγκρίνουμε ένα-δυο τοποθετήσεις του Λένιν για την αντίθεση φιλελευθερισμού-ακροδεξιάς και το πώς πρέπει να την αντιμετωπίζουν οι κομμουνιστές, με εκείνες της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής».
Στις σχετικές αναλύσεις του ο Λένιν τόνιζε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να ασκούν μια πολύμορφη κριτική στους φιλελεύθερους και ότι η κριτική αυτή είναι από μια άποψη πιο διδακτική για τις μάζες από την κριτική στους ακροδεξιούς. Ο λόγος είναι ότι ξεσκεπάζει την απάτη των δημοκρατικών κηρυγμάτων των φιλελεύθερων, διαλύοντας τις αυταπάτες που προκαλούν στις μάζες ότι η αστική δημοκρατία προσφέρει ίσα δικαιώματα σε όλους, ενώ στην πραγματικότητα και αυτοί υπερασπίζουν, όπως και οι ανοικτοί αντιδραστικοί, τα ταξικά προνόμια του κεφαλαίου. Αλλά ο Λένιν τόνιζε ταυτόχρονα ότι η κριτική του φιλελευθερισμού πρέπει να γίνεται με ανοικτό μέτωπο στην επιθετική αντίδραση, να γίνεται με τρόπο που να αποκαλύπτει ότι οι φιλελεύθεροι διαφέρουν θετικά από την ακροδεξιά μόνο σε δευτερεύοντα θέματα και όχι στην ουσία.
«Πάντα και παντού», τόνιζε ο Λένιν, «χωρίς καμία εξαίρεση, οι εργατικοί δημοκράτες κατηγορούν τους φιλελεύθερους αποκλειστικά για την προσέγγισή τους με τους δεξιούς, για την αναποφασιστικότητα και τον πλασματικό χαρακτήρα του αγώνα τους ενάντια στους δεξιούς, για τη δειλία τους, κατηγορώντας έτσι τους δεξιούς, όχι απλά για τη “μισή αμαρτία”, αλλά για “όλη την αμαρτία”»[5].
Αυτά έλεγε ο Λένιν. Οι φωστήρες μας της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» τα έχουν όμως ξεπεράσει και αλλάξει όλα αυτά. Αυτοί κατηγορούν τους φιλελεύθερους, την τωρινή ηγετική πτέρυγα της ΕΕ, για «όλη την αμαρτία», ενώ στην ακροδεξιά, τον τραμπισμό, ανακαλύπτουν περισσότερο αρετές παρά αμαρτίες.
Ο Λένιν υπογράμμιζε ακόμη ότι σε ορισμένες στιγμές είναι δυνατό και θεμιτό να συμμαχούν οι κομμουνιστές ακόμη και με τους φιλελεύθερους ενάντια στην ακροδεξιά – αλλά ποτέ βέβαια το αντίθετο:
«Είναι οι αριστεροί, οι μαρξιστές», έλεγε, «που έχουν τοποθετηθεί, ξεκάθαρα, ρητά και επίσημα, υπέρ μιας συμφωνίας με τους φιλελεύθερους (συμπεριλαμβανομένων και των Καντέτων…) κατά των δεξιών… Οι αντεπαναστατικές απόψεις των φιλελεύθερων… για όλα τα… ζητήματα της πολιτικής ελευθερίας, μας είναι γνωστές… Ωστόσο, επαναλαμβάνουμε… ότι… στο δεύτερο στάδιο των εκλογών επιτρέπεται η σύναψη συμφωνιών με τους φιλελεύθερους εναντίον των δεξιών. Γιατί, παρά το μεσοβέζικο χαρακτήρα του, ο αστικός μοναρχικός φιλελευθερισμός δεν ταυτίζεται διόλου με τη φεουδαρχική αντίδραση. Θα ήταν μια πολύ κακή εργατική πολιτική να μην εκμεταλλευτούμε αυτή τη διαφορά»[6].
Αυτά έλεγε ο Λένιν. Οι φωστήρες μας της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» τα έχουν όμως ξεπεράσει και αλλάξει και αυτά. Η λογική συνέπεια της θέσης τους ότι ο τραμπισμός ανοίγει ευνοϊκές δυνατότητες «εργατικών κατακτήσεων», είναι να κάνουμε συμμαχίες με την ακροδεξιά ενάντια στη φιλελεύθερη πτέρυγα.
Ορισμένοι στο κομμουνιστικό κίνημα, πιο κλασικά οι νεοσταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ, θεωρούν μια τακτική όπως αυτή που συστήνει εδώ ο Λένιν απαράδεκτη για τους κομμουνιστές. Κάτι τέτοιο, λένε, θα σήμαινε να λερώσουν οι κομμουνιστές τα χέρια τους στη λάσπη και να υποκύψουν στη λογική του «μικρότερου κακού». Οι κομμουνιστές, αντίθετα, πρέπει να εναντιώνονται εξίσου σε όλα τα αστικά κόμματα. Το θέμα με αυτούς τους «καθαρούς» κομμουνιστές είναι ότι κρατούν καθαρά τα χέρια τους με το να μην κάνουν τίποτα, με το να τα σηκώνουν ψηλά ή να τα χώνουν στις τσέπες. Αγνοούν ότι για να καθαρίσουμε τη λάσπη σε κάποιες στιγμές θα λερώσουμε αναπόφευκτα τα χέρια μας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κυλιστούμε και στη λάσπη.
Οι λεβέντες μας της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», αντίθετα, προτείνουν κάτι που δεν το είχε διανοηθεί ούτε ο Λένιν, ούτε κανένας σοβαρός μαρξιστής. Αυτοί ουσιαστικά συστήνουν να κυλιστούμε στη λάσπη, λέγοντας ότι αυτός είναι τελικά και ο καλύτερος τρόπος για να την καθαρίσουμε, γιατί όσο πιο πολύ κυλιστούμε, τόσο περισσότερη λάσπη θα απομακρύνουμε…
Στην κατακλείδα, ας θέσουμε το ερώτημα: ποια είναι η διαφορά με ταξικούς όρους, με όρους ταξικής πολιτικής, ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα;
Η φιλελεύθερη, μετριοπαθής πτέρυγα, η πτέρυγα των Μακρόν-Μπάιντεν, είναι η συγκριτικά πιο ευέλικτη αστική πτέρυγα. Χωρίς να αποκλείει κανένα από τα δύο, προτιμά το καρότο από το μαστίγιο· προσπαθεί να υπερασπίζει τον καπιταλισμό εξαντλώντας τα περιθώρια ελιγμών που ενυπάρχουν στο καπιταλιστικό σύστημα και τα οποία η αστική τάξη έχει μάθει από την ιστορική εμπειρία της να αναγνωρίζει και να αξιοποιεί. Η ακροδεξιά, επιθετική πτέρυγα, η πτέρυγα των Τραμπ, Πούτιν και Λε Πεν, είναι η άκαμπτη αστική πτέρυγα. Προτιμά το μαστίγιο από το καρότο· προσπαθεί να υπερασπίζει τον καπιταλισμό με την πυγμή, με την ωμή και γυμνή βία.
Το ποια από τις δυο πτέρυγες έρχεται στο προσκήνιο δεν είναι, βέβαια, θέμα γούστου ή σύμπτωσης. Εξαρτάται από τι περιθώρια ελιγμών έχει σε μια φάση ο καπιταλισμός και από το αν η ύπαρξή του βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο ή όχι. Η ουσία της τωρινής φάσης είναι ότι τα περιθώρια ελιγμών έχουν στενέψει πολύ και το καπιταλιστικό σύστημα κλονίζεται και μπάζει νερά από παντού. Σε μια τέτοια κατάσταση τα ίδια τα πράγματα ωθούν στο προσκήνιο την ακροδεξιά πτέρυγα και γι’ αυτό τη βλέπουμε να ενισχύεται παντού και να παραμερίζει τη φιλελεύθερη.
Από την άλλη μεριά, η πορεία αυτή δεν είναι τελείως ευθύγραμμη. Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια ανώτερη βαθμίδα από ό,τι, ας πούμε, το Μεσοπόλεμο, τα περιθώρια ελιγμών του είναι μεγαλύτερα και έτσι βλέπουμε η φιλελεύθερη πτέρυγα να προβάλει πιο σθεναρή αντίσταση από τους μεσοπολεμικούς ομολόγους της, τους Μπρίνινγκ, τους Τσάμπερλεν και τους Νταλαντιέ, που κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα. Γι’ αυτό η αντίθεση ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα έχει σήμερα μια κάπως μεγαλύτερη σημασία από ό,τι είχε στο Μεσοπόλεμο και, για όσο το κίνημα βρίσκεται ακόμη σε άμυνα, πρέπει να την παίρνουμε υπόψη και να την αξιοποιούμε. Πρακτικά αυτό σημαίνει να αγωνιζόμαστε για τη διαμόρφωση των όρων για να ανατρέψουμε τη φιλελεύθερη πτέρυγα από τα αριστερά, χωρίς να βοηθάμε να την ανατρέψουν οι Τραμπ από τα δεξιά, ούτε να θεωρούμε μια τέτοια ανατροπή σαν «βήμα εμπρός» για το κίνημα. Όσοι το κάνουν αυτό, όπως οι «τροτσκιστές» μας της συμφοράς, ασχέτως του ποιον και τι επικαλούνται, εργάζονται για την καταστροφή του κινήματος. Για να θυμηθούμε έναν αφορισμό του Τρότσκι στα κείμενά του για τη Γερμανία, είναι σαν ανάμεσα στον κακό θυρωρό που άνοιξε την πόρτα στον ληστή (τον Μπρίνινγκ τότε, τον Μακρόν σήμερα) και τον ληστή (τον Χίτλερ τότε, τον Τραμπ σήμερα), να προτιμούν τον ληστή.
Περί μεταναστευτικού ο λόγος
Η αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» δεν αρκούνται να εκθειάζουν τα φιλεργατικά μέτρα του Τραμπ. Ακόμη περισσότερο εκστασιάζονται με τη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ, που υψώνει φράκτες και ξαποστέλνει τους μετανάστες πίσω στις χώρες καταγωγής τους, συστήνοντας να τη στηρίξουμε, ως τη γνήσια μαρξιστική πολιτική.
Στο ίδιο φύλλο βρίσκουμε ένα άρθρο του Ι. Νικολάου-Μπράζιου, «Οι αποκαλύψεις για την αμερικάνικη “βοήθεια” και το μεταναστευτικό». Ο αρθρογράφος, αναφερόμενος στη διάλυση της USAID εκτιμά ως μεγαλύτερο παράπτωμά της το γεγονός ότι «ενθάρρυνε» τη μετανάστευση, επικαλούμενος τις σχετικές «αποκαλύψεις» της διοίκησης Τραμπ. Όπως γράφει:
«Παρότι όλες οι μέχρι στιγμής αποκαλύψεις [της κυβέρνησης Τραμπ!, Χ. Κ.] είναι ιδιαίτερα σημαντικές… εμείς θα σταθούμε στο πώς η USAID προωθούσε τη μετανάστευση και την πολιτική των “ανοιχτών συνόρων”. Αναφέρουμε ενδεικτικά τη χρηματοδότηση μιας σειράς ΜΚΟ στον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, για τους εξής σκοπούς: • Δημιουργία κατάλληλων δομών-κατοικιών για “φιλοξενία” μεταναστών. • Προσφορά προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης σε μετανάστες. • “Ασφαλής μετακίνηση” μεταναστών. • Διαφήμιση της μετανάστευσης ως αναγκαίας και χρήσιμης (μέχρι και στο facebook είχε επίσημες ανακοινώσεις τέτοιου περιεχομένου η οργάνωση). • Βοήθεια εξασφάλισης συνθηκών για τη μετατροπή των παράνομων μεταναστών σε νόμιμους».
Όλα αυτά είναι, σύμφωνα με τους «τροτσκιστές» μας, απόλυτα καταδικαστέες δράσεις, γιατί οι μετανάστες, κατά πως φαίνεται, δεν είναι εργάτες. Αντικειμενικά, είναι όργανα του κεφαλαίου, που τους αξιοποιεί για να διασπά το εργατικό κίνημα. Οι ίδιοι μάλιστα αναφέρονται ξεδιάντροπα στους Μαρξ και Ένγκελς ως υποστηρικτές αυτής της άποψης:
«Έχοντας δει τα παραπάνω εγείρεται το ερώτημα: γιατί ένα τέτοιο ιμπεριαλιστικό ίδρυμα χρηματοδοτούσε και υποτιθέμενους “ανθρωπιστικούς” σκοπούς, δηλαδή τη διευκόλυνση της μετανάστευσης;… Η απάντηση για εμάς είναι απλή. Η αθρόα εισαγωγή εργατικού δυναμικού είναι εξίσου ένα όπλο, και μάλιστα πανίσχυρο, για την προώθηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, καθώς, όπως υποστήριζαν οι γενάρχες του μαρξισμού Μαρξ και Ένγκελς, οδηγεί σε πτώση των μισθών, των διεκδικήσεων, του πολιτικού και πολιτισμικού επιπέδου των ντόπιων στη χώρα εισαγωγής, καθώς και σε αποπροσανατολισμό και διαίρεση της εργατικής τάξης σε ντόπιους και ξένους και συνακόλουθη άνοδο του φυλετικού μίσους – ειδικότερα μάλιστα όταν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις ενσωμάτωσης αυτών των μεταναστών».
Για όλους αυτούς τους λόγους, καταλήγει ο αρθρογράφος, η μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ είναι προς το συμφέρον του διεθνούς εργατικού κινήματος, ενώ όσοι στην αριστερά το αρνούνται αυτό προδίδουν το μαρξισμό:
«Κοιτώντας τα συμφέροντα της παγκόσμιας εργατικής τάξης, δεν μπορούμε παρά να θεωρούμε θετική εξέλιξη την εγκατάλειψη της πολιτικής των ανοικτών συνόρων. Κλείνοντας θα πρέπει να πούμε ότι εδώ και χρόνια που υπερασπιζόμαστε τη μαρξιστική πολιτική, που είναι ενάντια στην αξιοποίηση του όπλου της μετανάστευσης από τους εργοδότες, φωνάζαμε ότι πίσω από τη μεταναστευτική πολιτική σχεδόν σύσσωμης της “αριστεράς” σε Ευρώπη και Αμερική, εκτός από προδοσία του μαρξισμού και της εργατικής τάξης, υπήρχαν συχνά και οικονομικά συμφέροντα».
Ακριβώς έτσι! Ξηγημένα πράγματα! Προδοσία του μαρξισμού είναι η υπεράσπιση των μεταναστών από την απάνθρωπη μεταχείριση που τους επιφυλάσσει η πολιτισμένη Δύση και όχι, ας πούμε, αυτά που λένε οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», εκθειάζοντας τη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ. Ας εξετάσουμε, όμως, πνίγοντας την αποστροφή που προκαλούν, τους ισχυρισμούς τους.
Κατ’ αρχήν όλες αυτές οι σχετικές με τους μετανάστες δράσεις της USAID που μας παρουσιάζονται σαν «αποκαλύψεις» είναι γνωστές τοις πάσι εδώ και δεκαετίες, προβάλλονται στο σάιτ της και γενικά στα ΜΜΕ και ως τέτοιες δεν συνιστούν καθόλου αποκαλύψεις. Η παρουσίασή τους ως «αποκαλύψεων» είναι μια τακτική των επιτελείων του Τραμπ για να φανατίζουν τον μικροαστικό εσμό που τους ακολουθεί, να τρομοκρατούν τον κόσμο και να δίνουν μια παραπλανητική εικόνα των μέτρων που προωθούν, εμφανίζοντάς τα ως μια προστασία των ντόπιων εργατών από τις «υπερεθνικές ελίτ».
Οι «τροτσκιστές» φωστήρες μας ακολουθούν ξεκάθαρα κι εδώ τις δημαγωγίες του τραμπισμού αδυνατώντας να σχηματίσουν έστω και μια στοιχειωδώς σωστή εικόνα για την πραγματική εξήγηση της πολιτικής των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων και οργανισμών απέναντι στους μετανάστες. Και το κάνουν αυτό μεταξύ άλλων γιατί είναι αδιόρθωτοι σχολαστικοί. Τους είναι αδύνατο ακόμη και να διανοηθούν ότι οι ιμπεριαλιστές μπορεί να ευνοούν σε ορισμένα όρια τη μετανάστευση –ακριβέστερα, ορισμένες κατηγορίες μετανάστευσης– και να της εναντιώνονται πέρα από αυτά τα όρια. Η ελάχιστη όμως σκέψη πάνω στο θέμα θα τους αποκάλυπτε ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Οι αστικές κυβερνήσεις της καπιταλιστικά ανεπτυγμένης Δύσης, όπου κυριαρχεί ο τομέας των υπηρεσιών, έχουν ανάγκη από σχετικά πολυάριθμους μετανάστες, για να απασχολούνται σε κατώτερες, ανειδίκευτες δουλειές που τις αποφεύγει ο εγχώριος πληθυσμός, σε τομείς όπως η γεωργία, οι μεταφορές, το εμπόριο, η εστίαση, κοκ. Γι’ αυτό –και όχι από κάποια ανεξιχνίαστη συνωμοσία ενάντια στην εγχώρια εργατική τάξη– είναι υποχρεωμένες να προσφέρουν στους μετανάστες μια στοιχειώδη κατάρτιση και βοήθεια, σε πολύ ανεπαρκή βέβαια κλίμακα (όλοι ξέρουμε, π.χ., τις ιστορίες με τους εκατοντάδες εργάτες γης στην Αμαλιάδα που τους βασάνιζαν και τους άφηναν απλήρωτους οι δουλέμποροι «εργοδότες» τους). Αυτό που δεν θέλουν οι δυτικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα σήμερα, όταν έχουμε μπει στην καθοδική φάση της παγκοσμιοποίησης, είναι η γενική μάζα των μεταναστών, τα εκατομμύρια που συρρέουν στις χώρες τους με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο από όλες τις γωνιές της γης. Και γι’ αυτό τους αφήνουν να θαλασσοπνίγονται, τους κατατρέχουν και τους στοιβάζουν σε απαράδεκτες «δομές φιλοξενίας» όπου φυτοζωούν, χτίζοντας τείχη για να αποτρέψουν τον ερχομό τους. Σε αυτή τη στάση συμφωνούν βασικά και οι δυο αστικές πτέρυγες – ο Βορίδης σήμερα, αν και υπουργός μιας κεντροδεξιάς και όχι τραμπικής κυβέρνησης, υπόσχεται μια σκληρή μεταναστευτική πολιτική· απλά οι τραμπιστές την ακολουθούν πιο αδίστακτα και ενεργά, επιχειρώντας μια μαζική επαναπροώθηση των μεταναστών στις χώρες καταγωγής τους. Καλούμαστε, λοιπόν, να πιστέψουμε ότι, για να σταθούμε σαν καλοί μαρξιστές, μεταξύ Βορίδη και Τραμπ θα πρέπει να επιλέξουμε τον Τραμπ!
Ας έλθουμε τώρα στον ισχυρισμό ότι οι Μαρξ και Ένγκελς θεωρούσαν την «εισαγωγή εργατικού δυναμικού… ένα όπλο, και μάλιστα πανίσχυρο, για την προώθηση των συμφερόντων του κεφαλαίου», ένα μέσο διάσπασης των εργατών – και συνεπώς πρέπει να υποστηρίξουμε τους φράκτες, του Τραμπ στο Μεξικό και των δικών μας στον Έβρο.
Οι υποστηρικτές αυτής της ανοησίας[7] επικαλούνται σαν «απόδειξη» το γεγονός ότι οι Μαρξ και Ένγκελς, στο πλαίσιο της δράσης τους στην Α΄ Διεθνή, είχαν αντιταχθεί στη μεταφορά Βέλγων, Γάλλων και Γερμανών εργατών στην Αγγλία, με την οποία οι εργοδότες επιχειρούσαν να σπάσουν απεργίες των Βρετανών εργατών και είχαν κινητοποιήσει τη Διεθνή, πείθοντας τους ξένους εργάτες να επιστρέψουν στη χώρα τους. Ο καθένας όμως θα δει ότι στην περίπτωση αυτή οι Μαρξ και Ένγκελς επί της ουσίας κράτησαν τη στάση που υιοθετούν οι κομμουνιστές απέναντι σε κάθε προσπάθεια απεργοσπαστισμού της εργοδοσίας και ότι η στάση τους δεν σχετιζόταν με το ζήτημα της μετανάστευσης ή της εθνικότητας των εργατών. Αν οι απεργοσπάστες είχαν επιστρατευτεί από κάποια άλλη περιοχή της Αγγλίας αντί για το Βέλγιο, η υπόθεση δεν θα άλλαζε σε τίποτα. Και από την άλλη, αυτοί οι ξένοι εργάτες μετά βίας μπορεί να αποκληθούν μετανάστες, αφού θα απασχολούνταν προσωρινά, για όσο χρειαζόταν για να σπάσει η συγκεκριμένη απεργία. Η μετανάστευση αναφέρεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό: τη μαζική, μόνιμη μετακίνηση πληθυσμών από μια χώρα σε άλλη, που υποκινείται όχι από τερτίπια του ενός ή του άλλου εργοδότη, αλλά από τις εσωτερικές τάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης στα διάφορα στάδιά της.
Υπήρχε τέτοια μετανάστευση στον καιρό των Μαρξ και Ένγκελς, όπως αυτή που υπάρχει σήμερα; Φυσικά και υπήρχε. Όλοι γνωρίζουμε για τη μαζική μετανάστευση σε όλο το 19ο αιώνα και αργότερα από χώρες της Ευρώπης –Ιρλανδία, Αγγλία, Γερμανία, Ρωσία, Πολωνία, Ελλάδα, κοκ– στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού. Αν λοιπόν οι φωστήρες μας ήθελαν να τεκμηριώσουν μαρξιστικά τη θέση τους, θα έπρεπε να δουν τι είχαν πει ο Μαρξ, ο Λένιν και άλλοι μαρξιστές γι’ αυτήν ακριβώς την πραγματική μετανάστευση και πώς συνδέεται με το σήμερα.
Το να συσχετίσουμε εντελώς άμεσα τις θέσεις του Μαρξ για τη μετανάστευση με τη σημερινή κατάσταση είναι προβληματικό, γιατί οι σχετικές αναφορές του αφορούν την εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, όταν ο καπιταλισμός ήταν ακόμη ιστορικά προοδευτικός. Η γραμμή της σκέψης του, ωστόσο, διατυπωμένη σε διάφορα κείμενά του, είναι σαφής. Ο Μαρξ αναφέρεται στη μετανάστευση σαν ένα προοδευτικό και αναγκαίο φαινόμενο, μια επανάσταση, όπως λέει, στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, συνδέοντάς τη με την ανάγκη να εκτονωθεί η πίεση από το πλεονάζον εργατικό δυναμικό στα καπιταλιστικά κέντρα:
«Κάνοντας συνεχώς ένα μέρος των χεριών “υπεράριθμο”, η σύγχρονη βιομηχανία, σε όλες τις χώρες όπου έχει ριζώσει, δίνει ώθηση στη μετανάστευση και στον αποικισμό ξένων εδαφών, που μετατρέπονται έτσι σε οικισμούς για την αύξηση των πρώτων υλών της πατρίδας. ακριβώς όπως η Αυστραλία, για παράδειγμα, μετατράπηκε σε αποικία για την καλλιέργεια μαλλιού. Ένας νέος και διεθνής καταμερισμός εργασίας, ένας καταμερισμός κατάλληλος για τις απαιτήσεις των κύριων κέντρων της σύγχρονης βιομηχανίας ξεπηδά, και μετατρέπει ένα μέρος του πλανήτη σε ένα κυρίως γεωργικό πεδίο παραγωγής, προμηθευτή του άλλου τμήματος που παραμένει κυρίως βιομηχανικό πεδίο. Αυτή η επανάσταση συναρτάται με ριζικές αλλαγές στη γεωργία»[8].
Σε άλλα κείμενά του ο Μαρξ αναφέρεται στις βάναυσες όψεις των μαζικών μεταναστεύσεων. Τονίζει όμως ταυτόχρονα ότι τα μακροχρόνια αποτελέσματά τους ήταν θετικά τόσο για τον εργατικό πληθυσμό της μητρόπολης, όπου η μείωση του αριθμού των ανέργων οδηγούσε σε αύξηση των μισθών, όσο και για τις ορμητικά αναπτυσσόμενες τότε χώρες υποδοχής όπως οι ΗΠΑ, όπου διευρυνόταν η αγορά και η δημιουργούνταν ευνοϊκές συνθήκες για την άνοδο των εργατικών αγώνων. Ταυτόχρονα, επιμένει ότι η μετανάστευση και άλλες τέτοιες «εκτονωτικές» δικλείδες δεν μπορούσαν μακροπρόθεσμα να εξαλείψουν τις αντιφάσεις του συστήματος. Στο άρθρο του «Εξαναγκασμένη μετανάστευση», ο Μαρξ εντοπίζει τη διαφορά του καπιταλισμού συγκριτικά με προγενέστερους εκμεταλλευτικούς σχηματισμούς, στο γεγονός ότι η μαζική μετανάστευση δεν προκαλείται σε αυτόν από την έλλειψη αλλά από το πλεόνασμα παραγωγικής ισχύος. Εκεί κάνει λόγο για «σύγχρονη υποχρεωτική μετανάστευση», συμπεραίνοντας ότι «η κοινωνία περνά από μια σιωπηλή επανάσταση, στην οποία πρέπει να υποβληθούμε, και η οποία δεν υπολογίζει περισσότερο τις ανθρώπινες υπάρξεις που καταστρέφει από ό,τι ένας σεισμός υπολογίζει τα σπίτια που γκρεμίζει»[9].
Από αυτά και μόνο είναι σαφές ότι ο Μαρξ θεωρούσε τη μαζική μετανάστευση ένα φαινόμενο άρρηκτα συνυφασμένο με τον καπιταλισμό και ποτέ δεν διανοήθηκε να καλέσει σε αντιστροφή της για να εξαλειφθούν οι αρνητικές συνέπειές της. Αυτή μπορεί να είναι η άποψη των αντιδραστικών α λα Τραμπ, που νομίζουν ότι μπορούν με τη βία να αντιστρέφουν τις τάσεις της οικονομικής ανάπτυξης, και ακόμη μερικών εντελώς καθυστερημένων εργατών, δούλων του κεφαλαίου και των Τραμπ όσο παραμένουν δέσμιοι αυτής της άποψης, που σκέφτονται: «Αν έλειπε ο ξένος, το αφεντικό θα μου έδινε αύξηση». Δεν ήταν όμως η άποψη του Μαρξ.
Αν ο Μαρξ είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο, όλος ο μαρξισμός θα ήταν μια γελοιότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, γελοίοι γίνονται όσοι αποδίδουν στον Μαρξ τέτοιες θέσεις. Είναι περίπου σαν να εξομοιώνουν ένα πατίνι και ένα αυτοκίνητο με το επιχείρημα ότι και τα δυο έχουν ρόδες, και σε συνέχεια να πιάνονται από αυτό που ο Μαρξ είχε πει για το πατίνι και να το εμφανίζουν σαν να το είχε πει για το αυτοκίνητο.
Η μετανάστευση στην ιμπεριαλιστική εποχή αναλύθηκε συνοπτικά από τον Λένιν στο άρθρο του «Ο καπιταλισμός και η μετανάστευση των εργατών» και σε μερικά ακόμη κείμενά του. Ο Λένιν εστιάζει εκεί, χωρίς να χρησιμοποιεί ρητά τον όρο, στην άνιση ανάπτυξη, το διακριτικό γνώρισμα του ιμπεριαλισμού να χωρίζει τον κόσμο σε δυο κατηγορίες χωρών: τις προηγμένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις αποικίες και εξαρτημένες χώρες, που καταδικάζονται από τις πρώτες στην πιο άγρια εκμετάλλευση, καθυστέρηση και φτώχεια. Αυτό το περιστατικό, μαζί με τους πολέμους και τις καταστροφές που εμπλέκει η αποικιοκρατία κοκ, παρέχει την ώθηση για τη μαζική μετανάστευση, που πέρα από τις δυστυχίες της μακροπρόθεσμα ενώνει τους εργάτες όλου του κόσμου στον κοινό αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο:
«Ο καπιταλισμός έχει δώσει γένεση σε μια ειδική μορφή μετανάστευσης των εθνών. Οι γοργά αναπτυσσόμενες βιομηχανικές χώρες, εισάγοντας μηχανικό εξοπλισμό σε μεγάλη κλίμακα και εκτοπίζοντας τις καθυστερημένες χώρες από την παγκόσμια αγορά, αυξάνουν τους εγχώριους μισθούς πάνω από το μέσο όρο και έτσι προσελκύουν εργάτες από τις καθυστερημένες χώρες. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες περιπλανώνται έτσι εκατοντάδες και χιλιάδες βέρστια. Ο ανεπτυγμένος καπιταλισμός τούς τραβά βίαια στην τροχιά του, τους αποσπά από τις απόμακρες περιοχές όπου ζουν, τους εντάσσει στην κοσμοϊστορική κίνηση και τους φέρνει απέναντι στην ισχυρή, ενωμένη και διεθνή τάξη των εργοστασιαρχών. Δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μόνο η έσχατη ένδεια αναγκάζει τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τη γενέτειρά τους και ότι οι καπιταλιστές εκμεταλλεύονται με τον πιο επαίσχυντο τρόπο τους μετανάστες εργάτες. Αλλά μόνο αντιδραστικοί μπορούν να κλείνουν τα μάτια τους στην προοδευτική σημασία της σύγχρονης αυτής μετανάστευσης των εθνών. Η απελευθέρωση από το ζυγό του κεφαλαίου είναι αδύνατη χωρίς την παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού και χωρίς την ταξική πάλη που βασίζεται σε αυτή. Και σε αυτήν ακριβώς την πάλη τραβάει ο καπιταλισμός τις εργατικές μάζες όλουτου κόσμου, διαλύοντας τις απαρχαιωμένες και ξεπερασμένες συνήθειες της τοπικής ζωής, τους εθνικούς φραγμούς και τις προκαταλήψεις, συνενώνοντας τους εργάτες όλων των χωρών σε τεράστιες φάμπρικες και μεταλλεία στην Αμερική, τη Γερμανία κοκ»[10].
Ασφαλώς ο Λένιν αναγνώριζε ότι η συνένωση αυτή δεν προχωρά αυτόματα και ανεμπόδιστα. Ένα διακριτικό γνώρισμα του ιμπεριαλισμού, τόνιζε, είναι η υπερεκμετάλλευση των μεταναστών εργατών που δίνει στους καπιταλιστές των ισχυρών χωρών τη δυνατότητα να αμείβουν καλύτερα τους ντόπιους εργάτες, δημιουργώντας έτσι μια εργατική αριστοκρατία και δυναμώνοντας τις εθνικές προκαταλήψεις. Αλλά η διεθνιστική αλληλεγγύη των εργατών, με την παρέμβαση της συνειδητής πρωτοπορίας, μπορεί να κάμψει αυτά τα εμπόδια:
«Η αστική τάξη εξωθεί τους εργάτες του ενός έθνους ενάντια στους εργάτες του άλλου, πασχίζοντας να τους κρατά διχασμένους. Οι ταξικά συνειδητοί εργάτες, κατανοώντας ότι το σπάσιμο όλων των εθνικών φραγμών από τον καπιταλισμό είναι αναπόφευκτο και προοδευτικό, προσπαθούν να βοηθήσουν τη διαφώτιση και οργάνωση των συντρόφων τους εργατών από τις καθυστερημένες χώρες»[11].
Αυτές είναι οι θέσεις των Μαρξ και Λένιν για τη μετανάστευση. Το πώς από αυτές τις θέσεις απορρέει ότι οι μαρξιστές πρέπει να υποστηρίξουν την πολιτική του Τραμπ για επαναπροώθηση των μεταναστών στις χώρες τους παραμένει ένα μυστήριο. Εντελώς αντίθετα, από το γεγονός ότι η άνιση ανάπτυξη όχι μόνο διατηρείται αλλά και εντείνεται στις μέρες μας, ότι οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και οι επεμβάσεις καταστρέφουν ολόκληρες χώρες, απορρέει ότι η τέτοια «λύση» του μεταναστευτικού είναι απολύτως αδύνατη, γιατί για κάθε έναν μετανάστη που εξαναγκάζει ο ιμπεριαλισμός να επιστρέψει στη χώρα του, υποχρεώνει πέντε και δέκα να φεύγουν από εκεί αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στα καπιταλιστικά κέντρα, ενώ αύριο μπορεί να τους κάνει εκατό αν η κλιματική αλλαγή πλημμυρίσει χώρες όπως το Μπαγκλαντές. Η προσπάθεια να λυθεί έτσι το μεταναστευτικό πρόβλημα μπορεί να οδηγήσει μόνο σε νέα Άουσβιτς και εθνοκαθάρσεις, χωρίς φυσικά να το λύσει. Η μόνη πραγματική λύση είναι ο σοσιαλισμός, είναι ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή και η έναρξη της απαλλοτρίωσης του μεγάλου κεφαλαίου, την αδήριτη αναγκαιότητα της οποίας υπογραμμίζει το μεταναστευτικό και τα άλλα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας. Αυτή η λύση, όμως, απαιτεί μια τεράστια ιστορική προσπάθεια, ώστε δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ορισμένοι «τροτσκιστές» της συμφοράς προτιμούν απέναντί της τον Τραμπ, ελπίζοντας ότι μπορεί να τους πετάξει κανένα ξεροκόμματο. Το μόνο που εκπλήσσει είναι γιατί επιμένουν να επικαλούνται τον Τρότσκι και δεν δηλώνουν ανοικτά οπαδοί του τραμπισμού.
Οι κλασικοί του μαρξισμού για τον προστατευτισμό και τον μιλιταρισμό
Οι φωστήρες μας της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» δεν αρκούνται να εμφανίζουν την πτέρυγα του Τραμπ σαν καλύτερη, πιο δημοκρατική και πιο φιλεργατική από τη φιλελεύθερη πτέρυγα. Επιχειρούν να τεκμηριώσουν παραπέρα «θεωρητικά» τους ισχυρισμούς τους, παρουσιάζοντας τον προστατευτισμό, τη βάση της εμπορικής πολιτικής του Τραμπ, σαν καλύτερο και πιο επωφελή για την εργατική τάξη από το ελεύθερο εμπόριο, που προκρίνουν οι νεοφιλελεύθεροι.
Στο ίδιο φύλλο βρίσκουμε ένα άρθρο του Π. Δάγλα, του «βαρέως πυροβολικού» της ομάδας, «Γιατί επιστρέφει ο προστατευτισμός; Το τέλος της “Φιλελεύθερης” Παγκόσμιας Τάξης», που υποστηρίζει αυτήν ακριβώς αυτή τη θέση. Αφού αναφέρεται στις μορφές του προστατευτισμού (δασμοί, επιδοτήσεις, κοκ) και στο γεγονός ότι «ο καπιταλιστικός εθνικός προστατευτισμός είναι εξίσου αντιδραστικός με την καπιταλιστική διεθνοποίηση», καταλήγει παρ’ όλα αυτά, με «άψογη» λογική συνέπεια, στο συμπέρασμα ότι ο προστατευτισμός είναι τελικά καλύτερος και δεν επιτρέπεται διόλου να τον βάζουμε σε ίση μοίρα με το ελεύθερο εμπόριο:
«Σημαίνει αυτό ότι το δικό μας στρατόπεδο, το στρατόπεδο της εργατικής τάξης, πρέπει να αδιαφορήσει για τη σύγκρουση “προστατευτισμού”-“ανοικτών αγορών”; Πρέπει να τηρήσουμε ίσες αποστάσεις; Σε καμία περίπτωση. Και αυτό γιατί:…
– Η χρεοκοπία της παγκοσμιοποίησης συν η υπαρξιακή κρίση της ΕΕ, είναι μια τεράστια ιδεολογική ήττα για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. (Και κανείς από την “αριστερά” δεν τόλμησε να το ξεστομίσει).
– Η ένταση των ιμπεριαλιστικών και ενδο-αστικών συγκρούσεων θα αναγκάσει κάποιες αστικές τάξεις (ιδίως στην Ευρώπη) που θα βρεθούν σε δύσκολη θέση να κάνουν ορισμένες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη ή να απευθυνθούν στα λαϊκά στρώματα για να συσφίξουν το “εθνικό τους μέτωπο”! Αυτές είναι ευκαιρίες προς αξιοποίηση από το εργατικό κίνημα!
– Η επιστροφή των κέντρων αποφάσεων από τους υπερεθνικούς φορείς στο εσωτερικό των εθνών κρατών, η επανεθνικοποίηση της πολιτικής δηλαδή, προσφέρει έναν ευνοϊκότερο για το δικό μας στρατόπεδο συσχετισμό».
Όλα αυτά ηχούν εξαιρετικά ωραία και τα έλεγαν και οι Συντηρητικοί στη Βρετανία όταν προωθώντας το Brexit πρόβαλαν ένα «φιλολαϊκό» πρόσωπο, υποσχόμενοι γύρω κάθε λογής οφέλη και ευεργετήματα. Στην πράξη όμως δεν είδαμε να κάνουν την παραμικρή παραχώρηση στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, που θα έδινε αυτές τις σπουδαίες «ευκαιρίες προς αξιοποίηση για το εργατικό κίνημα». Και η «σύσφιξη του εθνικού μετώπου» τους που πέτυχαν ήταν να πάρουν στις εκλογές του 2024 23,7%, το χαμηλότερο ποσοστό σε όλη την ιστορία τους, από 43,6% που είχαν πάρει στις προηγούμενες εκλογές το 2019.
Η αποτυχία των Συντηρητικών να «συσφίξουν το εθνικό μέτωπο» δεν ήταν, βέβαια, τυχαία. Η δυνατότητα για τέτοιες «συσφίξεις» στη βάση του προστατευτισμού υπήρχε στους καλούς καιρούς του καπιταλισμού, ας πούμε επί κεϊνσιανισμού, όταν ο καπιταλισμός είχε σοβαρά περιθώρια παραχωρήσεων. Σήμερα έχουν παρέλθει φευ οι χρόνοι εκείνοι και γι’ αυτό δεν υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες για συσφίξεις εθνικών μετώπων, ούτε με τον προστατευτισμό ούτε με τον φιλελευθερισμό, και ούτε θα υπάρξουν και στο μέλλον. Σήμερα ο παγκόσμιος πλούτος έχει συγκεντρωθεί στα χέρια μερικών χιλιάδων δισεκατομμυριούχων, τα χρηματιστικά παράγωγα έχουν φτάσει στο ύψος κάποιων τετράκις δις δολαρίων, οι μονοπωλητές κρύβουν τα κέρδη τους στους φορολογικούς παραδείσους, μια αναιμική ανάπτυξη διατηρούνταν ως το 2021 με διαστροφικές μεθόδους όπως η ποσοτική χαλάρωση και τα αρνητικά επιτόκια και την έχει διαδεχτεί τώρα στασιμότητα με τους δασμούς του Τραμπ να υπόσχονται ύφεση, ενώ ο παγκόσμιος πλούτος λεηλατείται πλέον με μαφιόζικες μεθόδους όπως τα κρυπτονομίσματα, μεγάλος λάτρης των οποίων είναι ο Μασκ. Και αυτά όλα ταιριάζουν μια χαρά με το φασισμό, τους πολέμους, κοκ, αλλά όχι με εθνικά μέτωπα.
Είναι επίσης συζητήσιμο το τι ευνοϊκές συνθήκες θα προσφέρει στο εργατικό κίνημα ο προστατευτισμός και η «επανεθνικοποίηση». Αν στην Ευρώπη πάρουν την εξουσία τα επόμενα χρόνια, πριν το εργατικό κίνημα προλάβει να δώσει τη δική του απάντηση, οι λεπενιστές και οι άλλοι ακροδεξιοί, και ως συνέπεια αυτού διαλυθεί η ΕΕ (αυτό σημαίνει επανεθνικοποίηση) αυτό δεν θα είναι κανένα παιχνιδάκι. Τηρουμένων των αναλογιών, θα είναι κάτι σαν τη διάλυση της ΕΣΣΔ και, κρίνοντας και από όσα συνέβησαν στη Βρετανία μετά το Brexit, θα προκύψει ένα πανευρωπαϊκό χάος και μια δυστυχία –μαζί με πολέμους, δικτατορίες, κ.ά.– μπροστά στα οποία τα τωρινά βάσανα των λαών θα φαντάζουν παιχνιδάκι.
Θα αφήσουμε όμως στους φωστήρες μας να μας εξηγήσουν πώς έχουν αυτά τα θέματα και θα κρατήσουμε το κύριο σημείο του άρθρου: ότι «αν και εξίσου αντιδραστικός» ο προστατευτισμός συμφέρει καλύτερα την εργατική τάξη.
Μια πραγματικά εκπληκτική πρόταση! Ακόμη και αν παρακάμψουμε την αντίφαση ανάμεσα στα δυο μέρη της, αυτό που την κάνει εκπληκτική είναι ότι αντιφάσκει πλήρως με όλα όσα έχουν οι μεγάλοι μαρξιστές για το θέμα. Γιατί όλοι ανεξαίρετα οι μαρξιστές πήραν την ακριβώς αντίθετη θέση: ότι το ελεύθερο εμπόριο ωθεί πιο σίγουρα και γρήγορα στην παγκόσμια επανάσταση, ενώ ο προστατευτισμός κατά κανόνα της θέτει πρόσθετα εμπόδια από όσα θέτει γενικά ο καπιταλισμός, καθυστερώντας την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και όντας άρρηκτα συνυφασμένος με το μιλιταρισμό, τον εθνικισμό και την αντίδραση.
Δεδομένου ότι οι φωστήρες μας είναι λάτρεις της μαρξιστικής παράδοσης, θα τους θυμίσουμε εδώ μερικές από τις δηλώσεις των κλασικών για το θέμα.
Ο Μαρξ ασχολήθηκε με το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού σε έναν από τους πιο διάσημους και πασίγνωστους λόγους του στις Βρυξέλλες το 1846, όταν η διαμάχη για τους δασμούς στα σιτηρά στη Βρετανία βρισκόταν στο φόρτε της. Αναγνωρίζοντας ότι και στα δυο συστήματα η καπιταλιστική εκμετάλλευση και η αθλιότητα που τη συνοδεύει παραμένουν, τάχτηκε ρητά υπέρ του ελεύθερου εμπορίου:
«Γενικά, το προστατευτικό σύστημα των ημερών μας είναι συντηρητικό, ενώ το σύστημα του ελεύθερου εμπορίου είναι καταστροφικό. Διαλύει τις παλιές εθνικότητες και ωθεί τον ανταγωνισμό του προλεταριάτου και της αστικής τάξης στο ακραίο σημείο. Με μια λέξη, το σύστημα του ελεύθερου εμπορίου επιταχύνει την κοινωνική επανάσταση. Μόνο με αυτή την επαναστατική έννοια, κύριοι, ψηφίζω υπέρ του ελεύθερου εμπορίου»[12].
Τι εννοεί ο Μαρξ λέγοντας παραπάνω «καταστροφικό»; Εννοεί ότι το ελεύθερο εμπόριο έδινε μια ώθηση για να παραμεριστούν τα κατάλοιπα των παλιών, φεουδαρχικών σχέσεων και οι τάξεις που επωφελούνταν από αυτές. Όταν εκφώνησε το λόγο του ο Μαρξ οι δασμοί που επιβάλλονταν στα σιτηρά στη Βρετανία κρατούσαν τεχνητά υψηλές τις τιμές τους, δίνοντας τη δυνατότητας στους γαιοκτήμονες να καρπώνονται παχυλές γαιοπροσόδους από τις πωλήσεις βρετανικών σιτηρών στην εγχώρια αγορά. Μετά την κατάργηση των δασμών και την εισαγωγή φτηνών ξένων σιτηρών πολλές ασύμφορες, άγονες εκτάσεις έπαψαν να καλλιεργούνται και οι γαιοκτήμονες έχασαν τα αντίστοιχα εισοδήματα. Γενικότερα, η άποψη του Μαρξ ήταν ότι το ελεύθερο εμπόριο δημιουργούσε ένα πλαίσιο για την πιο ευρεία και γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις του και φέρνοντας έτσι τη σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο στο προσκήνιο.
Πολλά χρόνια αργότερα, το 1888, στον Πρόλογό του στην αμερικάνικη έκδοση της ομιλίας του Μαρξ, ο Ένγκελς εξήγησε με αυτό τον τρόπο τη θέση του υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. Τονίζοντας και αυτός πως πρόκειται για ένα ζήτημα που «κινείται εντελώς εντός των ορίων του σημερινού συστήματος της καπιταλιστικής παραγωγής», πρόσθετε:
«Το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου ή της προστασίας… έμμεσα, μας ενδιαφέρει δεδομένου ότι πρέπει να επιδιώξουμε την ανάπτυξη και την επέκταση του σημερινού συστήματος παραγωγής όσο το δυνατό πιο ελεύθερα και όσο το δυνατό γρηγορότερα: γιατί μαζί με αυτό θα αναπτυχθούν και εκείνα τα οικονομικά φαινόμενα που είναι οι απαραίτητες συνέπειές του και που πρέπει να καταστρέψουν ολόκληρο το σύστημα: η δυστυχία της μεγάλης μάζας του λαού, συνεπεία της υπερπαραγωγής. Αυτή η υπερπαραγωγή δημιουργεί περιοδικούς κορεσμούς και ανατροπές, που συνοδεύονται από πανικό, είτε αλλιώς μια χρόνια στασιμότητα του εμπορίου· διαίρεση της κοινωνίας σε μια μικρή τάξη μεγάλων καπιταλιστών και μια μεγάλη τάξη από πρακτικά κληρονομικούς μισθωτούς-σκλάβους, τους προλετάριους, οι οποίοι, αν και ο αριθμός τους αυξάνεται συνεχώς, ταυτόχρονα αντικαθίστανται συνεχώς από νέα εργαλεία εξοικονόμησης εργασίας· με λίγα λόγια, η κοινωνία περιέρχεται σε αδιέξοδο, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή, παρά μόνο με μια πλήρη αναδιαμόρφωση της οικονομικής δομής που αποτελεί τη βάση της. Από αυτή την άποψη, πριν από 40 χρόνια, ο Μαρξ κηρύχτηκε, κατ’ αρχήν, υπέρ του ελεύθερου εμπορίου ως το πιο προοδευτικό σχέδιο και συνεπώς το σχέδιο που θα έφερνε πιο σύντομα την καπιταλιστική κοινωνία σε αυτό το αδιέξοδο»[13].
Συνάγεται ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς επίσης δεν «κρατούσαν ίσες αποστάσεις» από τον προστατευτισμό και το ελεύθερο εμπόριο, είχαν όμως την αντίθετη ακριβώς «προτίμηση» από τους φωστήρες μας που «υπερασπίζουν το μαρξισμό». Δεν υπάρχει εδώ μια μικρή αντίφαση, να είναι οι «πιστοί μαρξιστές» και να λένε το ακριβώς αντίθετο από τον Μαρξ και τον Ένγκελς;
Φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να πρόκειται για καμιά «πρώιμη» ή ανακριβή άποψη των κλασικών. Απεναντίας εκθέτει την αντίληψή τους για την ουσία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και επαναλήφθηκε από τον Ένγκελς, που κάτι ήξερε από μαρξισμό, στο τέλος της ζωής του.
Αλλά και οι μετέπειτα μαρξιστές με την έλευση της εποχής του ιμπεριαλισμού επανέλαβαν την ίδια θέση και μάλιστα επαυξημένα. Οι Μαρξ και Ένγκελς, παίρνοντας θέση υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, αναγνώριζαν ότι για ένα διάστημα ο προστατευτισμός είχε επιτελέσει ένα σχετικά προοδευτικό ρόλο στην προφύλαξη της εγχώριας βιομηχανίας από τον ξένο ανταγωνισμό (ο Ένγκελς φέρνει σαν παράδειγμα τις ΗΠΑ, που βοηθήθηκαν στο να αναπτύξουν την κολοσσιαία βιομηχανία τους από τους δασμούς στα βρετανικά προϊόντα). Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο κύριο έργο της Η Συσσώρευση του Κεφαλαίου, εκτίμησε ότι αυτός ο ρόλος του προστατευτισμού είχε πλέον εξαντληθεί και ότι ο τελευταίος συνδεόταν τώρα με την προστασία παρωχημένων βιομηχανικών μεθόδων και το μιλιταρισμό:
«Τα προστατευτικά τιμολόγια έχουν χάσει πλέον εντελώς τη χρήση τους για την τεχνική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αποτελώντας πολύ συχνά το όργανο για την τεχνητή διατήρηση των απαρχαιωμένων παραγωγικών μεθόδων… Η επαναφορά των προστατευτικών δασμών έγινε στη Γερμανία καθώς και στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Ρωσία, μαζί και προς το συμφέρον της επέκτασης των ενόπλων δυνάμεων, ως βάση για τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό στους εξοπλισμούς που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή, πρώτα στη στεριά, και στη συνέχεια και στη θάλασσα. Το Ευρωπαϊκό Ελεύθερο Εμπόριο, με το συνοδευτικό του ηπειρωτικό σύστημα πεζικού, είχε αντικατασταθεί από τους προστατευτικούς δασμούς ως θεμέλιο και συμπλήρωμα ενός ιμπεριαλιστικού συστήματος με ισχυρή κλίση προς τη ναυτική δύναμη»[14].
Είναι άραγε καμιά αυθαιρεσία της Λούξεμπουργκ να συνδέει τον προστατευτισμό με τον μιλιταρισμό; Ούτε στο ελάχιστο. Υπάρχει και μια βαθιά σύνδεση ανάμεσά τους που θα την αντιληφθούμε αν θυμηθούμε τη μαρξιστική πρόταση ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Οι εμπορικοί πόλεμοι ανάμεσα στα τραστ και ο μιλιταρισμός είναι διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, που μπορεί σε κάποιες στιγμές να επιτείνονται και σε κάποιες άλλες να υποχωρούν. Όταν, λοιπόν, ο Τραμπ εξαπολύει σήμερα ένα τέτοιο ολομέτωπο εμπορικό πόλεμο με τους δασμούς του, είναι απολύτως βέβαιο ότι αυτό θα προκαλέσει και μια τεράστια όξυνση όλων των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και συνεπώς και μια μεγάλη ενίσχυση των εξοπλισμών, του τελικού μέσου με το οποίο επιλύονται αυτοί οι ανταγωνισμοί[15].
Η άλλη, αλληλένδετη διάσταση των δασμών του Τραμπ, είναι βέβαια το χάος και η ύφεση που ήδη προκαλούν και θα προκαλέσουν παραπέρα στην παγκόσμια οικονομία. Όπως συνέβηκε και στον Μεσοπόλεμο, αυτό το χάος και η ύφεση θα ωθήσουν και τώρα σε μια παραπέρα έξαρση των εθνικισμών και των τοπικών διενέξεων και πολέμων. Εδώ παίρνει σάρκα και οστά η θέση των Μαρξ και Ένγκελς ότι το ελεύθερο εμπόριο βοηθά να αναδειχτούν οι ταξικές γραμμές της σύγκρουσης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, ενώ ο προστατευτισμός τις σκεπάζει και τις εκτρέπει, με συνέπεια η αποκάλυψή τους να είναι πιο σύνθετη και επίπονη από ό,τι θα ήταν πάνω στον άλλο δρόμο. Η 15ετία κυριαρχίας του ελεύθερου εμπορίου, 1991-2007, οδήγησε στα μαζικά κινήματα των Πλατειών και τις αραβικές επαναστάσεις, τα οποία αν υπήρχε μια πραγματική πρωτοπορία δεν θα ήταν πολύ δύσκολο να μετατραπούν σε κομμουνιστικά (εξ ου και οι κρατούντες τα φοβούνται τόσο και τα ξορκίζουν ως λαϊκισμό)· μια αντίστοιχη πορεία προστατευτισμού θα οδηγήσει σε καταστάσεις που μια υφιστάμενη πρωτοπορία δεν θα μπορεί να παρέμβει με άμεσο τρόπο (όπως δεν μπόρεσε π.χ. η διεθνιστική πτέρυγα το 1914).
Να σημειωθεί ακόμη ότι στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία ο προστατευτισμός υποστηριζόταν από τους πιο ακραίους οπορτουνιστές, που έπαιρναν θέση και υπέρ του μιλιταρισμού. Κριτικάροντας έναν από αυτούς, τον Μαξ Σίπελ, η Λούξεμπουργκ σημείωνε: «Αν πιστέψουμε… τον Σίπελ… ο ισχυρισμός ότι το ελεύθερο εμπόριο ταυτίζεται με την πρόοδο και ότι οι προστατευτικοί δασμοί ταυτίζονται με την αντίδραση είναι λάθος… [Ο Σίπελ] αποτυγχάνει να εκτιμήσει τον εσωτερικό αντιδραστικό πυρήνα των προστατευτικών δασμών και του μιλιταρισμού, και, αντίστροφα, την προοδευτική σημασία του ελεύθερου εμπορίου»[16].
Ο Μπουχάριν επίσης αναφέρεται εκτενώς στο ζήτημα των δασμών στο βιβλίο του Ο Ιμπεριαλισμός και η Παγκόσμια Οικονομία. Συμπληρώνοντας τις παρατηρήσεις της Λούξεμπουργκ εντοπίζει εκεί τη σημασία του προστατευτισμού στην επιθετική πολιτική των τραστ, το ντάμπινγκ, κοκ, με το οποίο κυριαρχούν στις αγορές εξοντώνοντας τους ανταγωνιστές τους:
«Ο χαρακτήρας της τιμολογιακής πολιτικής έχει υποστεί ολική μεταμόρφωση. Οι παλιοί τελωνειακοί δασμοί είχαν ως στόχο την άμυνα. Οι σημερινοί τελωνειακοί δασμοί στοχεύουν στην επιθετικότητα. Οι παλιοί δασμοί εξασφαλίζονταν για εμπορεύματα των οποίων η παραγωγή ήταν τόσο ελάχιστα αναπτυγμένη στο εσωτερικό που δεν μπορούσαν να αντέξουν τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά. Στις μέρες μας “προστασία” παρέχεται σε εκείνους τους κλάδους παραγωγής που είναι πιο ικανοί να αντέξουν τον ανταγωνισμό…»
Ο Μπουχάριν παραθέτει παραπέρα μια διορατική παρατήρηση του Ένγκελς για «τη νέα και γενική μανία για ένα προστατευτικό τιμολόγιο, που διαφέρει από τον παλιό προστατευτισμό, ιδίως από το γεγονός ότι τώρα τα είδη που μπορούν να εξαχθούν είναι τα καλύτερα προστατευμένα. Δεύτερον, εκδηλώνεται από τα τραστ κατασκευαστών ολόκληρων τομέων παραγωγής». Και καταλήγει ότι αυτές οι τάσεις βρήκαν ην ολοκλήρωσή τους στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914:
«Ο Ένγκελς είδε ξεκάθαρα τη σύνδεση μεταξύ της ανάπτυξης των καρτέλ από τη μια πλευρά και των σύγχρονων δασμών με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους από την άλλη… Οι δασμοί των καρτέλ και το σύστημα ντάμπινγκ που εφαρμόζουν οι πρώτες χώρες προκαλούν αντίσταση από την πλευρά των καθυστερημένων χωρών που αυξάνουν τους αμυντικούς τους δασμούς… Αυτή η ατελείωτη σπείρα, που εφαρμόζεται διαρκώς από την ανάπτυξη των οργανώσεων των καρτέλ, προκάλεσε τη “δασμολογική μανία” για την οποία μίλησε ο Ένγκελς και η οποία έχει γίνει ακόμη πιο έντονη στις μέρες μας… Είναι καλά γνωστό ότι ο πόλεμος έχει αναδείξει όλες αυτές τις τάσεις στην πιο έντονη μορφή· η πολιτική των προστατευτικών δασμών έχει γίνει γεγονός»[17].
Ας ακούσουμε όμως και τον Τρότσκι. Ο τελευταίος ασχολήθηκε με τον προστατευτισμό και τους δασμούς το 1929, σε ένα σημαντικό άρθρο του όπου συζητά τις τάσεις προς τον προστατευτισμό στον Μεσοπόλεμο, σε σύνδεση με το θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης (όρος και ουσία της οποίας ήταν η κατάργηση των δασμολογικών φραγμών):
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αν εξαφανίζονταν οι εσωτερικοί δασμολογικοί φραγμοί, η καπιταλιστική Ευρώπη, μετά από μια ορισμένη περίοδο κρίσεων ανασυγκρότησης και αναπροσαρμογής, θα έφτανε σε υψηλό επίπεδο στη βάση της νέας κατανομής των παραγωγικών δυνάμεων… Τα δασμολογικά εμπόδια τοποθετούνται ακριβώς επειδή είναι κερδοφόρα και απαραίτητα για τη μια εθνική αστική τάξη σε βάρος της άλλης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι επιβραδύνουν την ανάπτυξη της οικονομίας στο σύνολό της. Μετά την οικονομική διάσκεψη που συγκάλεσε η Κοινωνία των Εθνών για την αποκατάσταση της κυριαρχίας του ελεύθερου εμπορίου στην Ευρώπη, σημειώθηκε αδιάκοπη αύξηση των δασμών… Για να υπερασπιστούν τα δασμολογικά τείχη, τα οποία έχουν αναπτυχθεί αδιάκοπα από τον [πρώτο παγκόσμιο] πόλεμο, στέκονται οι εθνικοί στρατοί που έχουν επίσης αυξηθεί πάνω από το προπολεμικό επίπεδο. Αυτό δείχνει επαρκώς πόσο πολύτιμο είναι το δικό της εθνικό δασμολογικό τείχος για κάθε εθνική αστική τάξη των τριάντα ευρωπαϊκών χωρών. Εάν ένας μεγάλος καπιταλιστής πρέπει να καταστρέψει έναν μικρό καπιταλιστή, τότε ένα ισχυρό κράτος πρέπει να κατακτήσει τα πιο αδύναμα για να γκρεμίσει τα δασμολογικά τους τείχη»[18].
Τι λέει, λοιπόν, εδώ ο Τρότσκι; Λέει βασικά τρία πράγματα.
Πρώτον, ότι ο προστατευτισμός υπό τον ιμπεριαλισμό συνδέεται οργανικά με τον μιλιταρισμό («Για να υπερασπιστούν τα δασμολογικά τείχη, τα οποία έχουν αναπτυχθεί αδιάκοπα από τον [πρώτο παγκόσμιο] πόλεμο, στέκονται οι εθνικοί στρατοί που έχουν επίσης αυξηθεί πάνω από το προπολεμικό επίπεδο» – ακριβώς η ίδια θέση με τη Λούξεμπουργκ). Δεύτερον, ότι οι δασμοί επιδρούν ανασχετικά στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, παρότι αποβαίνουν κερδοφόροι για τις εθνικές αστικές τάξεις. Και τρίτον, ότι μια κατάργηση των δασμολογικών φραγμών στην Ευρώπη (όπως έγινε βαθμιαία μετά το 1945 με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) θα έδινε σημαντικά περιθώρια ανόδου στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο.
Τέλος, ο Λένιν προβαίνει σε μια σημαντική πολεμική για το ίδιο θέμα ενάντια στον Κάουτσκι, την οποία έχει νόημα να παραθέσουμε και να σχολιάσουμε. Επικρίνοντας την άποψη του Κάουτσκι ότι η υποχώρηση των δασμών στις ΗΠΑ και την Αγγλία ήταν ένα βήμα προς τον ειρηνικό «υπεριμπεριαλισμό», σημειώνει:
«Ο ακραίος προστατευτισμός υποχωρεί τώρα στην Αμερική, αλλά ο προστατευτισμός παραμένει, όπως τα προνόμια, οι προνομιακοί δασμοί που ευνοούν τη Βρετανία, έχουν παραμείνει στις αποικίες αυτής της χώρας. Ας θυμηθούμε σε τι βασίστηκε το πέρασμα από την προηγούμενη και “ειρηνική” περίοδο του καπιταλισμού στη σημερινή και ιμπεριαλιστική περίοδο: ο ελεύθερος ανταγωνισμός έχει υποχωρήσει στα μονοπωλιακά καπιταλιστικά τραστ και ο κόσμος έχει διαιρεθεί. Και τα δύο αυτά γεγονότα (και παράγοντες) είναι προφανώς παγκόσμιας σημασίας: Το ελεύθερο εμπόριο και ο ειρηνικός ανταγωνισμός ήταν δυνατά και απαραίτητα όσο το κεφάλαιο ήταν σε θέση να διευρύνει τις αποικίες του χωρίς εμπόδια, και να αρπάζει ανεκμετάλλευτη γη στην Αφρική κ.λπ. Η εμφάνιση και η ανάπτυξη τέτοιων μονοπωλιακών τραστ… έχουν καταστήσει αδύνατο τον ελεύθερο ανταγωνισμό των προηγούμενων εποχών. έχουν κόψει το έδαφος κάτω από τα πόδια του, ενώ η διαίρεση του κόσμου αναγκάζει τους καπιταλιστές να περάσουν από την ειρηνική επέκταση σε έναν ένοπλο αγώνα για την ανακατανομή των αποικιών και των σφαιρών επιρροής. Είναι γελοίο να πιστεύουμε ότι η υποχώρηση του προστατευτισμού σε δύο χώρες μπορεί να αλλάξει κάτι από αυτή την άποψη»[19].
Το επιχείρημα του Λένιν ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός θα ήταν μελλοντικά αδύνατος περιέχει μια ανακρίβεια, που δεν μπορούσε βέβαια τότε να προβλεφθεί. Η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 διεύρυνε θεαματικά την αρένα του ιμπεριαλισμού και αυτό έκανε δυνατή την επιστροφή στο ελεύθερο εμπόριο για μια περίπου 20ετία, όσο υπήρχε ελεύθερος χώρος για όλους (επιστροφή η οποία, όχι τυχαία, συνδυάστηκε και με ένα ορισμένο περιορισμό του μιλιταρισμού, του ποσοστού των «αμυντικών δαπανών» στο ΑΕΠ, κοκ). Και ο Λένιν όμως συνδέει εδώ τον προστατευτισμό με τον μιλιταρισμό, την αποικιοκρατία και τη μονοπωλιακή επέκταση. Από την ανάλυση του Λένιν απορρέει ότι τώρα που τα περιθώρια της παγκοσμιοποίησης εξαντλήθηκαν, η επιστροφή στον προστατευτισμό γίνεται αναγκαία για τις αστικές τάξεις. Από αυτή την άποψη η μερίδα του Τραμπ, άσχετα από την «άγαρμπη» προσέγγισή της, μπορεί να βλέπει πιο καθαρά από εκείνη του Μπάιντεν. Αλλά ο Λένιν τονίζει ταυτόχρονα ότι ο προστατευτισμός σημαίνει μεγαλύτερα δεινά και κινδύνους για τους λαούς. Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», αντίθετα, βεβαιώνουν ότι οι προστατευτικές πολιτικές διαμορφώνουν ένα καλύτερο και ευνοϊκότερο για την εργατική τάξη πλαίσιο.
Συνάγεται ότι όλοι μα όλοι ανεξαίρετα οι μαρξιστές είπαν τα ακριβώς αντίθετα για το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού από τους φωστήρες μας. Είχαν λάθος όλοι αυτοί; Ή άλλαξαν πια τόσο πολύ τα πράγματα που τίποτα από όσα είπαν δεν ισχύει; Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», που σέβονται τόσο πολύ τη μαρξιστική παράδοση, θα πρέπει να μας εξηγήσουν τι ακριβώς συμβαίνει…
Ο κίνδυνος του φασισμού
Είναι μια διάχυτη αίσθηση σήμερα στον απλό, λαϊκό κόσμο ότι διανύουμε μια εποχή μεγάλων κινδύνων και απειλών. Οι πόλεμοι εξαπλώνονται από την Ουκρανία και τη Γάζα ως το Τσαντ, ο μιλιταρισμός, ο τζιχαντισμός και η βία γενικεύονται, οι κλιματικές καταστροφές έχουν γίνει καθημερινό φαινόμενο, η ακροδεξιά θεριεύει παντού. Στο παρελθόν η ακροδεξιά συνδέθηκε όχι μόνο με το ναζισμό αλλά και με δικτατορίες τύπου Φράνκο, Πινοσέτ, Μεταξά, Παπαδόπουλου και αμέτρητων άλλων τυράννων που η ιστορία σχεδόν κάθε χώρας, ακόμη και των πιο πολιτισμένων, έχει να επιδείξει κάμποσους από δαύτους. Και η Ευρώπη ιδιαίτερα γνώρισε δυο παγκόσμιους πολέμους στον 20ό αιώνα. Μήπως λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ανάλογη κατάσταση; Είναι άραγε άκακοι οι τωρινοί ακροδεξιοί, όπως οι ίδιοι και μερικοί άλλοι προσπαθούν να μας πείσουν, ή όταν ενισχυθούν αρκετά θα επιβάλουν και αυτοί δικτατορίες και φασισμούς, με τελική κατάληξη ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο; Οι λαοί αισθάνονται, ακαθόριστα ακόμη, ότι το δεύτερο αληθεύει, και αυτή είναι μεταξύ άλλων η αιτία που γεγονότα όπως τα Τέμπη (και τα ανάλογα περιστατικά στη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία) προκαλούν τέτοια τεράστια αφύπνιση και κινητοποίηση, σε αντίθεση με ανάλογα περιστατικά (όπως, π.χ., το ναυάγιο του Σάμινα) στο παρελθόν.
Οι «τροτσκιστές» φωστήρες μας δεν αγνοούν φυσικά αυτό το διάχυτο στοιχείο στην πολιτική ατμόσφαιρα. Και δεν τους διαφεύγει ότι θέτει ένα παραπέρα ερώτημα σχετικά με τους ίδιους: μήπως, στρέφοντας τα πυρά τους ενάντια στη φιλελεύθερη πτέρυγα και εξωραΐζοντας μέχρις αηδίας τους Τραμπ βοηθούν στο να έρθει αυτός ο νέος φασισμός και γίνονται συνεργοί του; Σπεύδουν, λοιπόν, να μας καθησυχάσουν, ότι σε καμιά περίπτωση δεν είναι έτσι και ότι δεν συντρέχει ο παραμικρός λόγος ανησυχίας. Στο ίδιο άρθρο για τον προστατευτισμό βρίσκουμε και το εξής ένδοξο απόσπασμα:
«Μήπως, όμως, ρίχνοντας το βάρος μας [και τι βάρος, πραγματικός ογκόλιθος!!!, Χ. Κ.] για να ηττηθεί το στρατόπεδο του νεοφιλελευθερισμού, των “ανοιχτών αγορών” και “ανοιχτών συνόρων”, αυξάνουμε άθελά μας τις πιθανότητες για έναν Παγκόσμιο Πόλεμο ή για άνοδο του φασισμού; Σε καμιά περίπτωση! Γιατί:
α) Ο καπιταλισμός ούτως ή άλλος γεννά τον πόλεμο (αλλά και τις φασιστικές συμμορίες) όπως το σύννεφο τη βροχή. Η παρακμή του καπιταλισμού είναι η αιτία – όχι η ένταση της ταξικής πάλης, που είναι ο μοναδικός δρόμος για να ξεμπερδεύουμε με όλες αυτές τις απειλές.
β) Τέτοια επιχειρήματα θυμίζουν τον Μεσοπόλεμο, όταν οι “φιλελεύθεροι” καπιταλιστές απαιτούσαν από την εργατική τάξη και τους κομμουνιστές να κάτσουν στα αυγά τους για να μην έρθει ο φασισμός και ο πόλεμος. Όμως ο φασισμός και ο πόλεμος ήρθαν τελικά, και ήρθαν ακριβώς γιατί η εργατική τάξη δεν αντέδρασε όταν έπρεπε και όπως έπρεπε, λόγω των ακατάλληλων ηγεσιών της.
γ) Δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή προϋποθέσεις για έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε υπάρχουν πραγματικά φασιστικά κινήματα. Έχουμε ακόμα πολύ χρόνο μπροστά μας, αρκεί να σπεύσουμε να τον εκμεταλλευθούμε!»
«Αργυρό το μίλα, χρυσό το σώπα», έλεγε συχνά ο Λένιν σε αυτούς που βιάζονταν πολύ να πάρουν θέση. Με τους φωστήρες μας, δυστυχώς, επιβεβαιώνεται διαρκώς ένα άλλο ρητό: «Τενεκεδένιο το μίλα, χρυσό το σώπα». Αλλά ας ρίξουμε πάλι μια ματιά στα λεγόμενά τους.
Ότι «ο καπιταλισμός ούτως ή άλλος γεννά τον πόλεμο (αλλά και τις φασιστικές συμμορίες) όπως το σύννεφο τη βροχή» είναι σωστό. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι δεν φέρνουν όλα τα σύννεφα την ίδια βροχή. Μερικά ρίχνουν ψιχάλες, μερικά μπόρες και μερικά, τα πιο μαύρα σύννεφα, φέρνουν καταιγίδες και κεραυνούς, που προκαλούν φωτιές, πνιγμούς και καταστροφές. Στη μαρξιστική φιλολογία έχει καθιερωθεί από παλιά ότι τα μαύρα σύννεφα που φέρνουν καταιγίδες και πνίγουν το εργατικό κίνημα είναι ο φασισμός, είναι η ακροδεξιά αντίδραση –στο παρελθόν οι Χίτλερ και οι Πινοσέτ, σήμερα οι Τραμπ και οι Λε Πεν– και ότι, αν δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε, μπορεί προς στιγμή να σταθούμε ακόμη και κάτω από τα άλλα σύννεφα για να μην πνιγούμε. Εδώ εσείς μας συστήνετε το ακριβώς αντίθετο – ότι πρέπει να πάμε κάτω από τα μαύρα σύννεφα για να γλιτώσουμε από τα άλλα και τότε όχι μόνο δεν θα πνιγούμε αλλά θα ωφεληθούμε κιόλας. Είναι τόσο βέβαιο αυτό;
Αλλά και η άλλη πρόταση, ότι σήμερα «δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε πραγματικά φασιστικά κινήματα» και «έχουμε ακόμα πολύ χρόνο μπροστά μας» μήπως είναι λίγο υπεραισιόδοξη;
Σήμερα η ακροδεξιά μερίδα κυριαρχεί ήδη στη Ρωσία, με τη μορφή του ιμπεριαλιστικού βοναπαρτισμού του Πούτιν, επιχειρεί να εδραιώσει μια αντίστοιχη κυριαρχία υπό τον Τραμπ στις ΗΠΑ (όχι στο στιλ της πρώτης θητείας του αλλά πραγματική κυριαρχία) και έχει ήδη διανύσει περίπου τα 2/3 του δρόμου για να παραμερίσει τις φιλελεύθερες ελίτ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ίδιος ο Τραμπ δηλώνει ότι θα επιβάλει κάποια στιγμή δικτατορία «για μια μέρα», μόνο για να καθαρίσει τον τόπο από τους «αριστερούς» Δημοκρατικούς· ο Μασκ χαιρετά ναζιστικά και αναρτά σχόλια στο Τwitter πάνω στο ότι ο Χίτλερ δεν σκότωσε εκατομμύρια· ο Μπάνον και άλλοι επικεφαλής των «think tanks» του Τραμπ δηλώνουν ότι «συναρπάζονται» από τον Μουσολίνι[20]· δημοφιλείς «πένες» του Τραμπ όπως ο Λίσεκ αποκαλούν τους αριστερούς «μη ανθρώπους» (unhuman) εκθειάζοντας τον Μακάρθι και τον Πινοσέτ και προτείνοντας την απαγόρευση των συνδικάτων των δασκάλων και την επιβολή ακόμη της θανατικής ποινής για τις «ανατρεπτικές» δράσεις[21]· ακόμη και οι φιλελεύθεροι ηγέτες της ΕΕ δηλώνουν ότι πρέπει να προετοιμαστούμε για πόλεμο σε πέντε-δέκα χρόνια. Όλα αυτά λέγονται έτσι για πλάκα;
Ο καθένας θα δει ότι σήμερα είναι το πιο κύριο και επείγον καθήκον της επαναστατικής αριστεράς να προειδοποιήσει και να μπει μπροστά στον αγώνα ενάντια στον ακροδεξιό κίνδυνο, καθώς και ότι ο χρόνος γι’ αυτό στενεύει επικίνδυνα: αν χαθούν τα επόμενα 2-3 χρόνια, μετά μπορεί να είναι αργά. Εδώ όμως μας λέτε ότι ο ακροδεξιός/φασιστικός κίνδυνος είναι ανύπαρκτος και ότι έχουμε άπλετο χρόνο!
Όταν ο Πριγκόζιν έκανε το πραξικόπημά του στη Ρωσία είχε αναφερθεί, λίγες μέρες πριν, σε μια συνέντευξη στην οποία είχε με ωμή ειλικρίνεια αποκαλέσει τον εαυτό του «χασάπη του Πούτιν», στην ανάγκη επιβολής δικτατορίας γιατί σε περίπτωση ρωσικής ήττας στην Ουκρανία θα μπορούσε να ξεσπάσει ένα νέο 1917 και οι τωρινοί κρατούντες «θα χάσουμε τη Ρωσία». Διένυσε καμιά 200αριά χιλιόμετρα και θα μπορούσε να είχε φτάσει ως έξω από τη Μόσχα χωρίς ούτε μια στρατιωτική μονάδα να του αντισταθεί. Αυτό είναι σαν ένας δικός μας στρατηγός που δεν του άρεσε η Συμφωνία των Πρεσπών, να έπαιρνε μια μεραρχία από τα Γιάννενα και να έφτανε ως έξω από τη Λαμία. Και όμως ο Πούτιν δεν τόλμησε να τον συλλάβει ούτε να τον περάσει στρατοδικείο. Τον άφησε να διαφύγει στη Λευκορωσία και κατέρριψε αργότερα το αεροπλάνο του.
Γιατί το έκανε αυτό ο Πούτιν; Το έκανε γιατί το 80% των στρατηγών του ρωσικού στρατού, όλοι αυτοί οι Σουροβίκιν και Σία, έχουν τα ίδια μυαλά με τον Πριγκόζιν και λαχταρούν την επιβολή δικτατορίας. Βέβαια και τον ίδιο τον Πούτιν δεν θα τον χαλούσε καθόλου να επιβάλει δικτατορία. Ήξερε όμως και ξέρει ότι οι εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες δεν ευνοούν ακόμη κάτι τέτοιο. Αν όμως σε 6-7 χρόνια ο Τραμπ ή ο Βανς ως διάδοχός του έχει καταφέρει να επιβάλει σταθερά στις ΗΠΑ ένα ανάλογο καθεστώς όπως του Πούτιν και αν στη Γαλλία και τη Γερμανία έχουν μπει στην κυβέρνηση το κόμμα της Λε Πεν και το AfD, τότε τι θα συμβεί; Θα κάτσουν όλοι αυτοί οι τύποι, που οι ίδιοι λένε για τον εαυτό τους ότι είναι χασάπηδες, με τα πόδια σταυρωτά να κοιτούν τα αστέρια, για να δώσουν στο κίνημα «πολύ χρόνο» για να οργανωθεί, όπως λένε οι φωστήρες μας; Δεν θα αρχίσουν να επιβάλουν δικτατορίες; Δεν θα περάσουν σε πραξικοπήματα όχι όπως το πρώτο του Τραμπ, που μοιάζει με το χιτλερικό «πραξικόπημα της μπυραρίας», αλλά σε πραγματικά πραξικοπήματα;
Ο τρόπος που τεκμηριώνουν οι φωστήρες μας την αισιοδοξία τους ότι θα συμβεί το πρώτο με παραπομπές από τον Λένιν και τον Τρότσκι είναι απολαυστικός. Παραθέτουν, στο ίδιο άρθρο για τον προστατευτισμό, τα εξής τσιτάτα από τον Λένιν και τον Τρότσκι:
«Λένιν: “Μπορείς να νικήσεις έναν ισχυρότερο αντίπαλο μόνο με τον όρο ότι θα αξιοποιήσεις με τον πιο επιδέξιο τρόπο την παραμικρή ρωγμή ανάμεσα στις αστικές τάξεις διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό κάθε χώρας. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε τίποτα από τον μαρξισμό”.
Τρότσκι: “Η νίκη της Ρωσικής Επανάστασης θα ήταν αδύνατη αν η καπιταλιστική Ευρώπη δεν ήταν διαιρεμένη”».
Και από αυτά τα τσιτάτα συνάγουν το συμπέρασμα ότι η άνοδος του τραμπισμού προσφέρει έναν πιο ευνοϊκό συσχετισμό για το εργατικό κίνημα και ότι τα φασιστικά κινήματα είναι ανύπαρκτα και έχουμε πολύ χρόνο εμπρός – χωρίς να μας λένε από πού προκύπτουν όλα αυτά και πώς!
Όταν ο Λένιν έλεγε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να εκμεταλλεύονται την παραμικρή αντίθεση και ταλάντευση στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων, εννοούσε, όπως ήδη είδαμε, ότι πρέπει προσωρινά, ιδιαίτερα σε στιγμές υποχώρησης του κινήματος, να «βοηθάμε» την λιγότερο αντιδραστική αστική μερίδα. Με αυτή την έννοια, π.χ., είχε συστήσει το 1922, όταν είχε υποχωρήσει το επαναστατικό κύμα σε όλη την Ευρώπη, στις οδηγίες του για τη Συνδιάσκεψη της Γένουας: «Να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να δυναμώσει η πασιφιστική πτέρυγα της αστικής τάξης και να μεγαλώσουμε, έστω και λιγάκι, τις πιθανότητες νίκης της στις εκλογές… [απέναντι] στο στρατόπεδο της γενικής αστικής τάξης, της επιθετικής αστικής τάξης»[22]. Οι «τροτσκιστές» μας, αντίθετα, μας λένε ότι πρέπει να βοηθήσουμε την ανοικτά φιλοπόλεμη πτέρυγα, την πτέρυγα που με το στόμα του Τραμπ δηλώνει ότι θα καταλάβει τον Καναδά, τη Γροιλανδία, κοκ, την πτέρυγα που στηρίζει ανεπιφύλακτα όλα τα εγκλήματα του Νετανιάχου (εκεί που η πτέρυγα του Μπάιντεν και του Μακρόν ασκούσε μια πολύ αναιμική πίεση για να τα περιορίσει) και ότι αυτό θα ωφελήσει την εργατική τάξη!
Στην ιστορία του εργατικού κινήματος ήταν ο Λασάλ εκείνος που είχε υποστηρίξει προς το τέλος της ζωής του ένα συνασπισμό με την άκρα αντίδραση, με τις δυνάμεις του Μπίσμαρκ, ως μέσο για να βοηθηθεί ο αγώνας για το σοσιαλισμό. Είναι γνωστό ποια στάση είχαν τηρήσει απέναντι σε αυτή την πρόταση οι Μαρξ και Ένγκελς, όπως είναι γνωστή η άποψη του Λένιν και του Τρότσκι για τους λεγόμενους «εθνικομπολσεβίκους», τους τότε Λαφαζάνηδες, που σύστηναν κάτι ανάλογο στις αρχές της δεκαετίας του 1920.
Το απόσπασμα από τον Τρότσκι οι «τροτσκιστές» μας το ερμηνεύουν περίπου ως εξής: Για να νικήσει η επανάσταση, η αστική τάξη (εγχώρια και διεθνής) πρέπει να είναι διασπασμένη [σωστό ως εδώ]· ο Τραμπ με τους εμπορικούς πολέμους του διασπά σήμερα βαθύτερα την αστική τάξη [σωστό και αυτό]· άρα η πολιτική του Τραμπ μάς συμφέρει και πρέπει να την υποστηρίξουμε απέναντι στη φιλελεύθερη πτέρυγα [αλλά αυτό το «άρα» είναι δικό τους και δεν το είχε πει ποτέ ο Τρότσκι].
Για να το καταλάβουμε αυτό ας επιστρέψουμε λίγο στο Μεσοπόλεμο. Ο Χίτλερ ήταν τότε ξεκάθαρα ο παράγοντας που διασπούσε με τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας τη διεθνή αστική τάξη, διαλύοντας τη μη βιώσιμη ειρήνη των Βερσαλλιών. Από αυτό όμως ο Τρότσκι δεν έβγαλε διόλου το συμπέρασμα ότι έπρεπε να στηρίξουμε τον Χίτλερ και να τον βοηθήσουμε να φτάσει στην εξουσία, ώστε να φέρει σε συνέχεια τη διάσπαση στη διεθνή αστική τάξη. Απεναντίας, ο Τρότσκι τόνισε ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να προειδοποιήσουν με όλες τις δυνάμεις τους ενάντια στον κίνδυνο που αποτελούσε ο Χίτλερ και να συσπειρώσουν, με μια ευέλικτη πολιτική ενιαίου μετώπου, όλες τις δυνάμεις που ήταν πραγματικά ικανές να του φράξουν το δρόμο. Μόνο με αυτό τον τρόπο οι κομμουνιστές θα εκμεταλλεύονταν τη διάσπαση που έφερνε στο αστικό στρατόπεδο, αρχικά –δηλαδή πριν φτάσει στην εξουσία– στη Γερμανία και αργότερα και διεθνώς (σε αυτό το δεύτερο στάδιο, βέβαια, έπρεπε να υποστηριχτούν αποφασιστικά τα επαναστατικά αντιφασιστικά κινήματα σε άλλες χώρες, όπως στην Ισπανία, τα οποία πρόδωσε ο σταλινισμός).
Το ότι ο Χίτλερ θα έστρωνε το δρόμο στους κομμουνιστές ήταν μια από τις εγκληματικές ανοησίες της σταλινικής ηγεσίας του ΚΚ Γερμανίας, με τα ανόητα σλόγκαν της του τύπου «Μετά τον Χίτλερ εμείς», τους κομπασμούς ότι ο Χίτλερ δεν ήταν δα και καμιά μεγάλη απειλή, ότι δεν διέφερε καθόλου από τον Μπρίνινγκ, ότι θα κατέρρεε μόνος του, κοκ. Ο Τρότσκι είχε εκθέσει επανειλημμένα αυτά τα συνθήματα:
«Και αν η πραγματική ανάπτυξη της πάλης των τάξεων θέτει τώρα κιόλας μπροστά στην εργατική τάξη το ζήτημα του φασισμού σαν ζήτημα ζωής ή θανάτου; Τότε πρέπει να ξεστρατίσουμε την εργατική τάξη από αυτό το καθήκον, πρέπει να την αποκοιμίσουμε, πρέπει να την πείσουμε ότι τα καθήκον της πάλης εναντίον του φασισμού είναι δεύτερο καθήκον, ότι δεν είναι βιαστικό, ότι θα λυθεί μονάχο του, ότι άλλωστε ο φασισμός βασιλεύει κιόλας, ότι ο Χίτλερ δεν θα φέρει τίποτα καινούργιο, ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον Χίτλερ, ότι ο Χίτλερ θα ανοίξει το δρόμο για τους κομμουνιστές… Αυτά είναι… η αυθεντική, η κατευθυντήρια ιδέα των αρχηγών του κομμουνιστικού κόμματος»[23].
Απέναντι σε όσους υποστήριζαν ότι δεν υπήρχε καμιά διαφορά ανάμεσα στον Μπρίνινγκ και τον Χίτλερ, ο Τρότσκι αντέτεινε ότι εξίσωναν την κατάσταση πριν τη μάχη με τους ναζί, όταν οι εργατικές οργανώσεις υπήρχαν ακόμη, με την κατάσταση μετά την ήττα, όταν οι ναζί θα τις διέλυαν, παραδεχόμενοι έτσι την ήττα σαν αναπόφευκτη. Στιγμάτιζε την άποψη των ηγετών του ΚΚ Γερμανίας «ότι Χίτλερ και Μπρίνινγκ είναι το ίδιο πράγμα. Χάνεστε μέσα στη σύγχυση! – τους απαντάμε… Συνθηκολογείτε μπροστά στον αγώνα, διακηρύσσετε πως έχουμε κιόλας ηττηθεί»[24].
Πρέπει, βέβαια, να πούμε, σαν ένα μικρό ελαφρυντικό για το ΚΚ Γερμανίας, ότι απλά εξίσωναν τον Χίτλερ και τον Μπρίνινγκ. Αν πάρουμε τη θέση της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» ότι ο Τραμπ συμφέρει περισσότερο την εργατική τάξη και τη μεταφέρουμε στη Γερμανία του 1930, τότε θα έπρεπε να λένε ότι ο Χίτλερ είναι καλύτερος από τον Μπρίνινγκ. Αυτό υπήρχε μόνο στο πίσω μέρος του μυαλού των αφελών ηγετών του ΚΚ Γερμανίας, στην ψευδαίσθηση ότι ο Χίτλερ θα τους άνοιγε το δρόμο, κοκ. Οι «τροτσκιστές» μας το μεταφέρουν από το πίσω μέρος στη βιτρίνα, το φορτώνουν στον Τρότσκι, και λένε ότι για να μην κάτσουμε σήμερα στα αυγά μας, όπως έκανε το 1930-33 ο σταλινισμός, μια είναι η λύση: να προτιμήσουμε τον Τραμπ. Έτσι θα διορθώσουμε τα λάθη του σταλινισμού και θα οδηγήσουμε στη νίκη το κίνημα! Πραγματικά, όχι άσχημα!
Λόγιοι και πολυλόγιοι
Σε όλο το φύλλο της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» βρίσκουμε μόνο μια έξοχη διατύπωση, σε ένα άρθρο με υπογραφή «Ο εισηγητής» και τίτλο: «Οργανωτικό Σεμινάριο. Για την κατάκτηση της μόρφωσης»:
«Ο κίνδυνος-θάνατος της μόρφωσης και της επαναστατικής προετοιμασίας… είναι τα αντιπνευματικά περιβάλλοντα των χασομέρηδων κύκλων, που καταναλώνουν τη ζωή και το χρόνο τους σε διάφορες χαζοχαρούμενες “ευτυχίες”».
Πραγματικά, να κάτι εξαιρετικό! Αν οι φωστήρες της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» θέλουν να ανταποκριθούν σε αυτό το εξαιρετικό, θα χρειαστεί να κάνουν ένα μόνο παραπέρα βήμα: Να παραδεχτούν ότι οι ίδιοι είναι οι κορυφαίοι τέτοιοι χασομέρηδες που καταναλώνουν τη ζωή τους στη χαζοχαρούμενη ευτυχία να φαντασιώνονται τους εαυτούς τους σαν παγκόσμια πρωτοπορία του κινήματος, ενώ δεν ξέρουν που παν τα τέσσερα.
Για να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα, υπάρχει τίποτα καλό στη «Σοσιαλιστική Προοπτική»; Υπάρχει και είναι αυτό που απομένει αν πετάξουμε στα σκουπίδια όλη τη θεωρία τους, όλα τα κείμενα που συζητήσαμε: μερικά άρθρα για τα Τέμπη, για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, για την προστασία της Σαντορίνης, για τη ληστεία του ρεύματος και την ανεπαρκή θέρμανση των κατοικιών, κοκ. Αυτά, βέβαια, δεν είναι ακόμη μαρξισμός· υπάρχουν πρακτικά σε όλες τις κινηματικές ομάδες άσχετα από τη θεωρία που ακολουθούν. Δεν παύουν όμως να είναι καλά. Αν, λοιπόν, οι φωστήρες μας θέλουν να μην είναι χασομέρηδες και να κάνουν κάτι καλό για το κίνημα και για τον εαυτό τους, θα πρέπει στο εξής να ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με αυτά τα ζητήματα.
Υπάρχει καμιά περίπτωση να το κάνουν αυτό; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα και κυρίως για να συμπληρώσουμε την εικόνα σχετικά με τη λαφαζανική αριστερά σε ένα ουσιώδες σημείο, θα επιστρέψουμε στην ιστορία του Ίψεν με τη «Λέσχη των λογίων» στο τρελοκομείο του Καΐρου.
Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» δεν είναι λόγιοι αλλά πολυλόγιοι. Στη λαφαζανική αριστερά όμως υπάρχουν και λόγιοι που σερβίρουν το ίδιο χάλια μενού, αλλά με πολύ καλύτερα απεριτίφ και σάλτσες. Τέτοιοι λόγιοι, όπως οι Βατικιώτης, Καλτσώνης, Λιόσης, Τόλιος, Πατέλης, υποστηρίζουν πάνω-κάτω τις ίδιες θέσεις, ότι ο Τραμπ και/ή ο Πούτιν είναι καλύτεροι από την ηγετική ομάδα της ΕΕ, ότι ο κύριος κίνδυνος σήμερα δεν είναι ο φασισμός και η ακροδεξιά, αλλά η πτέρυγα του Μακρόν, που αποτελεί τη σταθερή επιλογή του κεφαλαίου, κοκ. Τις υποστηρίζουν όμως πολύ πιο λεπτεπίλεπτα, κρύβοντας μεθοδικά τις αυθαιρεσίες τους, που «βγάζουν μάτι» στη «Σοσιαλιστική Προοπτική», και μεταμφιέζοντάς τις σε κάτι ευλογοφανές και εύπεπτο. Από τη μια μεριά τεντώνουν, ας πούμε, στο έπακρο τον αντιδραστισμό της ΕΕ απονέμοντας στις χώρες της το χαρακτηρισμό «σιδερόφρακτες δημοκρατίες», τον οποίο είναι πρόθυμοι να επεκτείνουν εν μέρει και στον Τραμπ· από την άλλη, κάνοντάς το αυτό, εξάγουν αδιάλειπτα με ταχυδακτυλουργικό τρόπο το συμπέρασμα ότι η Ρωσία του Πούτιν είναι κάτι ουσιωδώς καλύτερο, μια «χώρα» που μπαίνει στο στόχαστρο των Δυτικών γιατί υπονομεύει την κυριαρχία τους, κοκ. Αυτός ο πολύ πιο λεπτεπίλεπτος χαρακτήρας της απάτης τους, που τους οδηγεί στην πράξη στην ιδεολογική υπηρεσία του ρωσικού ιμπεριαλισμού (συμπλήρωμα στην πολιτική υπηρεσία του από τον Λαφαζάνη), τους καθιστά φυσικά και πολύ πιο επικίνδυνους.
Υπάρχουν δυο λόγοι που αυτοί οι λόγιοι, οι οποίοι είχαν περάσει για καιρό από το μαρξισμό και θεωρούν πιθανά ακόμη τους εαυτούς τους μαρξιστές, κατέληξαν σε αυτή την αθλιότητα. Ο πρώτος είναι το έλλειμμα ταξικής συγκρότησης· ότι δεν κατάλαβαν και δεν αφομοίωσαν ποτέ την ταξική επιστημονική θεώρηση του μαρξισμού, περιοριζόμενοι έτσι μοιραία, ακόμη και όταν ήταν μαρξιστές, σε μια καθαρά φιλολογική εργασία. Ο δεύτερος είναι μια ιστορική ιδιομορφία της θητείας τους στο μαρξισμό. Όλοι τους διαπλάστηκαν σε μια εποχή, στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όπου ο αγώνας για το σοσιαλισμό ταυτιζόταν συχνά με τον αντιαμερικανισμό. Οι ΗΠΑ κυριαρχούσαν τότε σχεδόν απόλυτα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο πρωτοστατώντας στις ανά τον κόσμο ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ενώ δεν υπήρχε ακόμη μια υπολογίσιμη νεοφασιστική και ακροδεξιά αντίδραση σε καμιά μεγάλη καπιταλιστική χώρα. Σε αυτά τα πλαίσια το σχήμα τους, παρότι απλουστευτικό, είχε στοιχεία αλήθειας: το να υπερασπίζεις την Κούβα ή το Βιετνάμ από τις αμερικάνικες επιβουλές ήταν πράγματι ένα ουσιώδες μέρος του αγώνα για το σοσιαλισμό. Σήμερα, όμως, η κατάσταση έχει αλλάξει δραστικά και δεν αρκεί ο αντιαμερικανισμός. Σήμερα είναι αδύνατο να έχουμε μια μαρξιστική πολιτική χωρίς μια σαφή και ακριβή εκτίμηση για τις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις και τις ομάδες των τάξεων σε όλες τις καπιταλιστικές δυνάμεις και σε κάθε χώρα. Η αδυναμία και η άρνηση να καλύψουν αυτό το κενό οδήγησε και οδηγεί ένα μέρος αυτής της διανόησης στην καθαρή γεωπολιτική και στην πράξη στο πέρασμα σε εκείνη τη μερίδα του ιμπεριαλισμού που τους φαίνεται πιο «προοδευτική» (τυπικά ο Βατικιώτης) ή σε μια ρομαντική επανάληψη της παλιάς αντιαμερικάνικης φρασεολογίας, που τους δίνει την ψευδαίσθηση ότι είναι οι συνεχιστές του Φιντέλ και του Τσε όμως στην πράξη τους κάνει ουρές σε αντιδραστικές τάσεις των ημερών μας (τυπικά ο Καλτσώνης).
Στην πραγματικότητα, η πορεία αυτών των θεωρητικών επαναλαμβάνει ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε όλες τις δύσκολες στιγμές στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, όταν η κατάσταση οξύνεται χωρίς να φαίνεται άμεσα μια θετική προοπτική. Σε τέτοιες στιγμές μια μερίδα της μαρξιστικής διανόησης περνά στην αντίδραση πετώντας γύρω ριζοσπαστικές φράσεις και βοηθώντας έτσι, συχνά με το αζημίωτο, την αντίδραση να σκεπάζει τη γύμνια της με τις αριστερές περγαμηνές τους του παρελθόντος. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι προαναφερθέντες θεωρητικοί (με εξαίρεση τον Τόλιο), πέρα από την ταύτισή τους με τον Πούτιν και τον Άσαντ, συχνάζουν σήμερα, μαζί με τον Λαφαζάνη, στο militaire.gr, ένα σάιτ που συσπειρώνει και προβάλλει ένα σωρό εγχώριους ακροδεξιούς, από βουλευτές της Νίκης και αρθρογράφους σε εθνικιστικά σάιτ ως ακροδεξιάς κοπής πρώην στρατηγούς και αναλυτές[25]. Σε αυτό το πλαίσιο λειτουργούν σαν «αριστερός» μαϊντανός στο να στηθεί ένα ελληνικό AfD, περίπου όπως οι «σοσιαλιστές» που είχαν ακολουθήσει τον Μουσολίνι όταν ίδρυσε το φασιστικό κόμμα του.
Οι σπουδαγμένοι μαρξιστές λόγιοί μας α λα Βατικιώτη, Καλτσώνη και Σία μοιάζουν με μερικούς πολύ μορφωμένους μετεωρολόγους, που σύστηναν σε μας, και το εφάρμοζαν και οι ίδιοι, να φοράμε το καλοκαίρι καλοκαιρινά ρούχα, ελαφριά και κοντομάνικα. Οι μήνες πέρασαν, ήρθε ο χειμώνας, και οι μετεωρολόγοι μας –θαυμάζοντας ρομαντικά σαν βρέφη τον εαυτό τους στον καθρέφτη για τις παλιές δόξες τους– εξακολουθούν να επιμένουν ότι και το χειμώνα πρέπει να κυκλοφορούμε με κοντομάνικα. Ένας μετεωρολόγος που θα το έλεγε αυτό θα απολυόταν από την υπηρεσία του, στην πολιτική όμως, όσο διαρκεί ο καπιταλισμός, θα υπάρχουν δυνάμεις που χρειάζονται τέτοιους μετεωρολόγους.
Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» και οι διανοούμενοι α λα Βατικιώτη, Καλτσώνη, κοκ, συμπίπτουν τελικά στο βασικό: όλοι λένε τρίχες. Αλλά από κει και πέρα, τι διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις τρίχες! Οι τρίχες της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» είναι τρίχες κατσαρές, αχτένιστες και αφρόντιστες. Οι τρίχες των Βατικιώτη και Σία είναι τρίχες που τις έχουν ισιώσει, τις έχουν περιποιηθεί με τις ώρες και τις μέρες, τις έχουν παρφουμάρει και στολίσει με κάθε λογής ανταύγειες και μπριγιάν, για να τις κάνουν να φαίνονται σαν κάτι τις το εξαιρετικό.
Αυτό μας φέρνει στο ερώτημα: Ποιος είναι πιο εύκολο να απαρνηθεί τις τρίχες του, οι μεν ή οι δε;
Αν το δούμε τυπικά, στατικά, θα πρέπει να απαντήσουμε ότι είναι πιο εύκολο να το κάνουν οι Βατικιώτης και Σία, γιατί τα ψεύδη τους είναι πιο λεπτά και επαναλαμβάνουν ακόμη μηχανικά κάμποσα πράγματα που είχαν αποστηθίσει στο παρελθόν από τον Μαρξ. Αν όμως το δούμε διαλεκτικά, κινητικά, θα καταλήξουμε στο αντίθετο συμπέρασμα.
Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» για να γίνουν πραγματικοί αγωνιστές πρέπει να κάνουν μόνο ένα πράγμα: Να παραδεχτούν ότι όλη η θεωρία τους είναι τρίχες. Τότε θα την πετάξουν στα σκουπίδια και θα αρκεστούν για καιρό στην ενασχόληση με τα τρέχοντα ζητήματα του κινήματος. Οι Βατικιώτης και Σία όμως πρέπει να κάνουν δυο πράγματα: Να παραδεχτούν ότι όλη η θεωρία τους είναι τρίχες και ότι όλες οι επιμελείς προσπάθειές τους να μεταμφιέσουν αυτές τις τρίχες σε κάτι σπουδαίο ήταν μάταιες. Η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος έχει δείξει ότι αυτό ακριβώς το δεύτερο βήμα είναι πάνω από τις δυνάμεις τους. Όπως είχε πει και ο Λένιν σε μια συζήτησή του με τον Γκόρκι για τον Μπογκντάνοφ και τον Μπαζάροφ, τους τότε ομολόγους τους στο Μπολσεβίκικο Κόμμα, «Αυτό το εγκληματικό καθεστώς, λυγίζει, αλλοιώνει δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπους σαν αυτούς»[26].
Στους δέκα που εμφορούνται σήμερα από τις απόψεις της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» μπορεί, με την κατάλληλη αφορμή, να βρεθούν ένας ή δύο να πουν: «Κάναμε λάθος, ας ξεφορτωθούμε τις τρίχες και ας προσπαθήσουμε να γίνουμε καλοί αγωνιστές». Στους εκατό που εμφορούνται από τις απόψεις των Βατικιώτη και Σία είναι ζήτημα αν θα βρεθεί ένας να πει: «Έπεσα έξω. Ας ξεφορτωθώ όλα αυτά τα επίπλαστα σχήματα και ας προσπαθήσω να γίνω ένας πραγματικός μαρξιστής».
Συμπερασματικά
Η εξέταση ενός καρκινοπαθούς έδειξε μερικά άσχημα ευρήματα. Ο άνθρωπος είχε προσβληθεί από δυο όγκους, έναν καλοήθη που εξαλλασσόταν ήδη σε κακοήθη, και έναν κακοήθη που έκανε μόλις την πρώτη του μετάσταση. Ατυχώς η εξέταση μπλέχτηκε στα γρανάζια της γραφειοκρατίας με μια άλλη, καθαρή εξέταση, και ο ογκολόγος που τον είδε νόμισε ότι όλα ήταν καλά. Όταν αργότερα τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν ήταν πλέον αργά. Ο καρκίνος είχε προχωρήσει και ο άρρωστος αποδήμησε εις Κύριον…
Σήμερα περνάμε ολοφάνερα από μια μεταβατική στιγμή που μοιάζει πολύ με την παραπάνω ιστορία. Ο καλοήθης όγκος που εξαλλάσσεται σε κακοήθη είναι η φιλελεύθερη αστική πτέρυγα των Μακρόν και Μπάιντεν. Ο κακοήθης όγκος είναι ο Τραμπ, είναι η τραμπική και λεπενική ακροδεξιά. Και η μετάσταση είναι ο Πούτιν. Όσο για τον άρρωστο στο σώμα του οποίου συμβαίνουν όλα αυτά, δεν είναι άλλος από την ανθρωπότητα, τους λαούς που υποφέρουν κάτω από την μπότα του ιμπεριαλισμού. Και το ζητούμενο είναι ο ογκολόγος, το κομμουνιστικό κίνημά μας, να μην μπλεχτεί στα γρανάζια της περιρρέουσας σύγχυσης και, αξιοποιώντας το δοκιμασμένο εργαλείο του, το μαρξισμό, να μπορέσει να κάνει τη σωστή ιστορική διάγνωση και να τη μετουσιώσει σε ιστορική πράξη.
Η εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος φυσικά δεν είναι εύκολη. Πέρα από τη δύναμη του καπιταλισμού, την αντίσταση και τη διαβρωτική επίδραση της αστικής τάξης, υπάρχει και ένας άμεσος, ψυχολογικός παράγοντας που επιδρά αρνητικά. Ο απλός κόσμος έχει απαυδήσει σε τέτοιο βαθμό από τον «καλοήθη όγκο», από τους τωρινούς κυβερνώντες της ΕΕ, και αισθάνεται τέτοια πικρία και θυμό, που είναι έτοιμος να πιαστεί από οτιδήποτε προσφέρεται γύρω, ακόμη και από τους Τραμπ και τους Πούτιν. «Ό,τι και αν είναι δεν μπορεί να είναι χειρότεροι από τους τωρινούς», σκέφτεται. Αυτός είναι ο λόγος που καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνους τους κάθε λογής λυσσασμένους φανατικούς, τσιράκια που αναζητούν αφεντικό, αποστάτες, πρώην αριστερούς κ.ά., που ωρύονται υπέρ του Πούτιν και του Τραμπ, επιχειρώντας να τους εμφανίσουν σαν «πολέμιους του συστήματος». Βέβαια, οι «τροτσκιστές» μας της συμφοράς, που συζητήσαμε στο παρόν, δεν ανήκουν στην κατηγορία των λυσσασμένων αλλά μάλλον των αφελών, που το «μυαλό» τους έχει μια ακατανίκητη ροπή «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν». Αυτός είναι και ο λόγος που προσφέρουν τόσο πολλές στιγμές ευθυμίας.
Έχοντας πει αυτά –και για να ευθυμήσουμε λίγο– θα μεταφερθούμε σε έναν άλλο, φανταστικό κόσμο, όπου ο ογκολόγος της ιστορίας μας τίθεται αντιμέτωπος με μερικούς πολύ παράξενους ασθενείς, που βρίσκονται όλοι στην ίδια κατάσταση με τον καρκινοπαθή μας και κάνουν ο καθένας τη δική του διάγνωση και πρόταση θεραπείας.
Ένα ωραίο πρωί, ο Δημήτρης Κουτσούμπας, ο ΓΓ του ΚΚΕ, ο οποίος στον φανταστικό αυτό κόσμο είναι η μετενσάρκωση του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν (και πάνω απ’ όλα του Στάλιν) επισκέπτεται τον ογκολόγο για να λάβει τα αποτελέσματα μιας εξέτασης που έκανε πρόσφατα. Τα νέα δεν είναι καλά: ένας καλοήθης όγκος με σημάδια κακοήθειας και ένας κακοήθης με σημάδια μετάστασης. Ο γιατρός πληροφορεί τον ασθενή για την κατάσταση και του προτείνει την ενδεδειγμένη θεραπεία:
«Η κακοήθεια, κ. Κουτσούμπα, απαιτεί άμεση χειρουργική επέμβαση. Επειδή όμως οι όγκοι είναι σε δύσκολα σημεία, προτείνω να αφαιρέσουμε πρώτα τον κακοήθη, μεταστατικό όγκο. Και σε συνέχεια, σε μια δεύτερη επέμβαση μετά από κάποιες βδομάδες, αφαιρούμε και τον άλλο, που δεν είναι ακόμη τόσο επείγων. Διαφορετικά, αν πάμε να τους αφαιρέσουμε και τους δυο μαζί, θα υπάρχει κίνδυνος καρδιακής εμβολής από το πολύωρο χειρουργείο».
Ο Κουτσούμπας ευχαριστεί θερμά τον γιατρό. Τον ενημερώνει όμως ότι επειδή στο ΚΚΕ ισχύει η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού θα πρέπει να συζητήσει πρώτα το θέμα με τους άλλους συντρόφους στον Περισσό και θα του απαντήσει την επόμενη φορά.
Μερικές μέρες μετά ο Κουτσούμπας επισκέπτεται τον γιατρό και του λέει:
«Ξέρεις γιατρέ, το συζητήσαμε με την Παπαρήγα, την Μπέλλου, τον Παπασταύρου και τους άλλους συντρόφους και καταλήξαμε ότι δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε πρώτα τον κακοήθη όγκο και μετά τον καλοήθη. Βλέπεις, αν το κάνουμε αυτό είναι σαν να αναγνωρίζουμε τον καλοήθη όγκο σαν μικρότερο κακό από τον κακοήθη. Εμείς όμως στο κόμμα είμαστε κάθετα εναντίον της λογικής του μικρότερου κακού. Εμείς θεωρούμε ότι όλοι οι όγκοι είναι εξίσου κακοί, όπως είναι εξίσου κακοί και όλοι οι καπιταλιστές και τα φερέφωνά τους, από την Ελληνική Λύση και τη Λατινοπούλου ως τον ΣΥΡΙΖΑ».
«Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου», απαντά ο γιατρός. «Κι εγώ δεν λέω ότι ο άλλος όγκος είναι καλός, αλλά δεν είναι τόσο κακός και επικίνδυνος όσο ο πρώτος».
«Σε παρακαλώ γιατρέ, μην επιμένεις. Ύστερα πάρε υπόψη και τούτο. Εμείς στο ΚΚΕ είμαστε υπέρ του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, που λέει ότι πρέπει να τηρείται πάντα η απόφαση της πλειοψηφίας. Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι άλλοι σύντροφοι είπαν αυτό, δεν μπορώ εγώ να πω κάτι άλλο γιατί θα παραβίαζα το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Ή θα αφαιρέσουμε και τους δυο όγκους ταυτόχρονα ή δεν θα τους αφαιρέσουμε καθόλου», απαντά με τόνο που δεν σηκώνει αντίρρηση ο Κουτσούμπας.
«Εγώ δεν μπορώ να πάρω τέτοια ευθύνη», λέει ο γιατρός. Και καθώς ο Κουτσούμπας αποχωρεί, μονολογεί μέσα του: «Θεέ μου, τούτος δω είναι η μετενσάρκωση του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν; Πρώτη φορά βλέπω τέτοιον τρελάρα».
Την επόμενη βδομάδα να ’σου καταφτάνει κι ένας ασθενής από τη «Σοσιαλιστική Προοπτική», με την ίδια ακριβώς διάγνωση. Ο γιατρός του προτείνει κι αυτουνού δυο χειρουργεία για τη διαδοχική αφαίρεση των όγκων. Και στο τέλος, αφού τον ενημερώνει για τη στάση του Κουτσούμπα, εκφράζει την ελπίδα ότι αυτός θα φανεί πιο λογικός.
«Μην ανησυχείς γιατρέ. Εμείς δεν είμαστε σταλινικοί γραφειοκράτες όπως ο Κουτσούμπας. Εμείς είμαστε τροτσκιστές, οπαδοί της δημοκρατίας των Σοβιέτ. Θα συνεννοηθώ με τους άλλους συντρόφους στη Σύνταξη της “Σοσιαλιστικής Προοπτικής” και θα τα ξαναπούμε», λέει ο άλλος.
«Ωραία», σκέφτεται ο γιατρός, «τούτος δω μου φαίνεται καλύτερος».
Μερικές μέρες μετά ο τύπος της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» επιστρέφει και λέει:
«Ξέρεις, γιατρέ, το συζητήσαμε το θέμα και διαφωνούμε στη διάγνωση και στη θεραπεία. Βλέπεις εμείς καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση της υγείας μου δεν είναι τόσο ανησυχητική όσο μου την παρουσίασες. Θεωρούμε ως κύριο στοιχείο της ότι ο κακοήθης όγκος, με τη μετάσταση που κάνει, διαλύει και παραμερίζει τον άλλο όγκο, που μέχρι τώρα ήταν μεγαλύτερος και συνεπώς πιο απειλητικός. Αυτό αντικειμενικά δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για τον οργανισμό να δυναμώσει και να απορρίψει και τον άλλο όγκο, αφού στο εξής δεν θα έχει να αντιμετωπίσει δυο όγκους αλλά έναν. Το δικό μας συμπέρασμα δεν είναι ότι πρέπει να αφαιρεθούν και οι δυο όγκοι ταυτόχρονα, που έλεγε αυτός ο ανόητος ο Κουτσούμπας, αλλά ότι δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί κανένας όγκος, δεν χρειάζεται καμιά χειρουργική επέμβαση. Ο ίδιος ο οργανισμός θα θεραπευτεί μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις».
«Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, οι όγκοι δεν θεραπεύονται μόνοι τους», προσπαθεί να τον μεταπείσει ο γιατρός.
«Μην επιμένεις, γιατρέ. Και ο ίδιος ο Τρότσκι να ήταν εδώ, αυτά θα σου έλεγε. Και τα λέμε κι εμείς στις πολιτικές μας αναλύσεις, ότι η ενδυνάμωση σήμερα του Τραμπ δημιουργεί θετικές προοπτικές για το κίνημα αφού παραμερίζει τον Μπάιντεν και τους γραφειοκράτες της ΕΕ. Έτσι θα δυναμώσω κι εγώ και θα ξεφορτωθώ τους όγκους», απαντά το στέλεχος της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής».
Και λέγοντάς τα αυτά αποχωρεί, ενώ ο γιατρός βλαστημά μέσα του: «Θεέ μου! Όλοι οι τρελάρες σε μένα τυχαίνουν; Ποιανού τις αμαρτίες πληρώνω;»
Λίγες μέρες μετά πέντε μεταπτυχιακοί φοιτητές στους οποίους ο γιατρός είχε δώσει τους φακέλους με τις εξετάσεις των δυο ασθενών, ο Βατικιώτης, ο Καλτσώνης, ο Πατέλης, ο Τόλιος και ο Λιόσης, οι οποίοι τελευταία έχουν μπλεχτεί με την πολιτική και επανερμηνεύουν την ιατρική επιστήμη βάσει των πολιτικών εμπειριών τους, συζητούν σε ένα συμβούλιο με τον γιατρό τις επίμαχες περιπτώσεις.
«Ξέρεις, γιατρέ», λέει ο Βατικιώτης, «εμείς όλοι είδαμε τους φακέλους και καταλήξαμε σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα από σένα. Φυσικά συμφωνούμε ότι και οι δυο όγκοι, ο καλοήθης και ο κακοήθης, είναι επικίνδυνοι. Η δική μας άποψη όμως είναι ότι η μετάσταση του κακοήθους όγκου δεν είναι τόσο επικίνδυνη, γιατί είναι ακόμη συγκριτικά μικρή. Και ίσως μάλιστα από μια άποψη να είναι και ευεργετική, Αν ο κακοήθης όγκος κάνει πέντ’-έξι ακόμη τέτοιες μεταστάσεις θα δημιουργηθεί, πιστεύουμε, στον οργανισμό των ασθενών μια κατάσταση πολυπολικότητας των όγκων, στην οποία οι όγκοι θα εξουδετερωθούν αμοιβαία και έτσι κανείς τους δεν θα είναι πολύ επικίνδυνος. Ως αποτέλεσμα, ο οργανισμός των ασθενών θα δυναμώσει. Τότε –και μόνο τότε– θα είναι η κατάλληλη στιγμή για να αφαιρέσουμε τους όγκους με μια εντελώς ανώδυνη επέμβαση».
Ο γιατρός προσπαθεί να φέρει αντίρρηση αλλά ο άλλος τον κόβει απότομα:
«Μην επιμένεις, γιατρέ. Εγώ ο ίδιος έγραψα τελευταία ένα εκτενές άρθρο, όπου λέω ότι η Φον ντερ Λάιεν και ο Τραμπ είναι όντως επικίνδυνοι, αλλά ο Πούτιν είναι μια χαρά παιδί και αν βρούμε πέντε ακόμη τύπους σαν τον Πούτιν ο καλύτερος, πολυπολικός κόσμος θα είναι γεγονός. Γι’ αυτό, καταλήγω, η νίκη της Ρωσίας στην Ουκρανία θα είναι ευεργετική, αφού θα βοηθήσει να βρεθούν αυτοί οι πέντε Πούτιν, ή έστω αυτός ο ένας που υπάρχει τώρα, πολλαπλασιασμένος επί πέντε. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς περίπτωση».
Πάνω σε αυτό, και ενώ οι μεταπτυχιακοί φοιτητές μας αναχωρούν, ο γιατρός αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας…
Ας υποθέσουμε τώρα ότι ένας άλλος παράξενος, ανώνυμος αυτή τη φορά ασθενής επισκέπτεται τον ογκολόγο μας και του γίνεται η ίδια διάγνωση. Με το που μαθαίνει ότι έχει δυο όγκους ρωτά το γιατρό: «Πες μου, γιατρέ, για ποιον από τους δυο όγκους πρέπει να χαίρομαι και να πανηγυρίζω περισσότερο, επειδή είναι το μικρότερο κακό; Για τον καλοήθη ή για τον κακοήθη;» Τα επιχειρήματα του Κουτσούμπα και των ομοίων του ενάντια στο «μικρότερο κακό» ισχύουν το πολύ ενάντια σε τέτοιους σαλεμένους τύπους. Είναι όμως ζήτημα αν ανάμεσα στους προοδευτικούς, σκεπτόμενους ανθρώπους, θα βρεθεί ένας που να προσεγγίζει με αυτή τη λογική τα πολιτικά ζητήματα. Όσο για τον γιατρό μας, πάλι θα τραβούσε τα μαλλιά του, αλλά μπορεί και να παρηγοριόταν: «Τουλάχιστον τούτος δω δεν μου λέει ότι είναι ο σύγχρονος Λένιν ή Τρότσκι».
Τέλος, με τα πολλά εμφανίζεται στον ογκολόγο μας και ένας λογικός άνθρωπος, ας πούμε ένας τσοπάνης από χωριό που δεν έχει ακούσει ποτέ για κακοήθεις και καλοήθεις όγκους. Με το που πληροφορείται τη διάγνωση και ότι πρέπει να εγχειριστεί, ρωτά το γιατρό: «Πες μου, γιατρέ, ποιος από τους δυο αυτούς όγκους, πώς μου τους είπες, είναι ο πιο επικίνδυνος για τη ζωή μου;» Ο γιατρός, δίχως άλλο, θα έλεγε μέσα του: «Επιτέλους, να ένας λογικός άνθρωπος!» – και θα του εξηγούσε την κατάσταση.
Η λογική των Κουτσούμπα και Σία, η σταλινική λογική, αποκλείει ακριβώς το να θέτουμε ερωτήματα του τύπου, «ποιος όγκος είναι ο άμεσα πιο επικίνδυνος, ο τραμπισμός ή ο φιλελευθερισμός». Στα μάτια των φορέων της όλοι οι όγκοι είναι εξίσου κακοί και καταδικαστέοι ακριβώς γιατί είναι όγκοι, η δε θέση τέτοιων ερωτημάτων είναι «οπορτουνισμός», προσχώρηση στη λογική του «μικρότερου κακού». Γι’ αυτό σήμερα αναφέρονται στην αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ σαν μια απλή εναλλαγή ανάμεσα σε δυο μερίδες της αμερικάνικης ολιγαρχίας, αρνούμενοι να κάνουν την παραμικρή διάκριση ανάμεσα στις μερίδες που εκφράζουν οι Τραμπ και Μπάιντεν ή ανάμεσα στον Τραμπ και την ηγετική μερίδα της ΕΕ[27]. Η κατάληξη αυτής της «λογικής» είναι το οικείο σταλινικό δόγμα του σοσιαλφασισμού και μια ανάλογη γραμμή ακολούθησε το ΚΚΕ μετά το 1991, με την ανάληψη της ηγεσίας από την Α. Παπαρήγα.
Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», παρά τις αναφορές τους στον Τρότσκι, είναι σταλινικοί γυρισμένοι μέσα-έξω, που υψώνουν την αυθαιρεσία της σταλινικής λογικής στο τετράγωνο. Και αυτοί αρνούνται να κάνουν διακρίσεις, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: όχι γιατί όλοι οι όγκοι είναι εξίσου επικίνδυνοι, αλλά γιατί όλοι οι όγκοι είναι καλοί και όσο πιο κακοήθης είναι ένας όγκος, τόσο καλύτερος και πιο ακίνδυνος είναι. Τέτοια είναι επί της ουσίας και η λογική των λογίων α λα Βατικιώτη, μόνο που αυτοί φροντίζουν να θολώνουν την έννοια του όγκου, να εμφανίζουν ότι ο Πούτιν δεν είναι ένας συνήθης όγκος αλλά κάτι άλλο, πιο τρανό και πιο μεγάλο.
Με τη λογική των Κουτσούμπα και Σία ένας πραγματικός γιατρός θα έπρεπε να γιατρεύει όλες τις ασθένειες στη στιγμή. Διαφορετικά, αν δεν μπορεί να το κάνει, δεν είναι γιατρός και δεν τον χρειαζόμαστε. Απόδειξη η ίδια η ηγεσία του ΚΚΕ, που, σαν πιστοί μαθητές του Μαρξ, του Λένιν και προπαντός του Στάλιν, ξέρουν απέξω και ανακατωτά τη θεραπεία για όλες τις ασθένειες του κινήματος: αρκεί οι άρρωστοι να γραφτούν στο ΠΑΜΕ και θα βρουν αμέσως την υγειά τους, ενώ αν δεν το κάνουν είναι άξιοι της μοίρας τους.
Οι αρθρογράφοι της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» από την άλλη λένε καθαρά και ξάστερα ότι δεν χρειαζόμαστε καθόλου γιατρούς, γιατί ένας γερός οργανισμός μπορεί να θεραπεύει όλες τις αρρώστιες από μόνος του. Απόδειξη οι ίδιοι, που χαίρουν άκρας υγείας και δεν έχουν αρρωστήσει ποτέ στη ζωή τους.
Φυσικά στο κομμουνιστικό κίνημά μας υπάρχουν σήμερα ένα σωρό ακόμη ασθενείς με πολύ παράξενες απόψεις για το ρόλο της ιατρικής και τους τρόπους θεραπείας των ασθενειών. Στους περισσότερους από αυτούς, ωστόσο, ακόμη και τους πιο παράλογους, βρίσκεις εδώ κι εκεί καμιά σωστή σκέψη. Η νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ και οι «τροτσκιστές» της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής» υπερτερούν απέναντί τους σε τούτο: ότι είναι οι ομάδες στις οποίες δεν μπορείς να βρεις ούτε μια σωστή σκέψη για οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα του κινήματος, οι ομάδες που έδωσαν με τις θέσεις τους έναν ορισμό τού τι δεν είναι μαρξισμός στην εποχή μας.
Ένα πράγμα είναι βέβαιο: Αν ρωτούσαν τον ογκολόγο μας, «Ποιος ασθενής είναι το μικρότερο κακό, ο Κουτσούμπας ή ο λεβέντης της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής», θα δυσκολευόταν πολύ, μα πάρα πολύ, να δώσει μια απάντηση…
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας. Πρόσφατα επιμελήθηκε το βιβλίο Καρλ Μαρξ. Για τον Καπιταλισμό, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2024.
[1] Λόγος γίνεται συγκεκριμένα για το φύλλο 410 της εφημερίδας, Μάρτιος 2025.
[2] Χρ. Χατζής, «Εξελίξεις στην Ουκρανία και η νέα κατάσταση στις σχέσεις Αμερικής-Ευρώπης».
[3] Γκ. Λούκατς, «Πέερ Γκιντ: το δραματικό ποίημα του Ίψεν», στη συλλογή Η Αριστερά και ο Ίψεν, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2023, σελ. 239-240.
[4] Παρατίθενται από τον Α. Τουζ, στο chartbook, με αναφερόμενη πηγή το Global Health.
[5] Λένιν, «Η φύση και η σημασία των πολεμικών μας ενάντια στους φιλελεύθερους», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 37, σελ. 244-245. Με «εργατικούς δημοκράτες» ο Λένιν εννοεί ακριβώς του κομμουνιστές· το άρθρο δημοσιεύθηκε το 1912, όταν οι Μπολσεβίκοι αποκαλούνταν σοσιαλδημοκράτες και χρησιμοποιούσαν συχνά στον Τύπο τους τέτοιους ασαφείς όρους όπως «εργατικοί δημοκράτες» για να αποφεύγουν την τσαρική λογοκρισία.
[6] Στο ίδιο, σελ. 243, 246.
[7] Μια συστηματοποιημένη εκδοχή της δίνει το βιβλίο του Δ. Ντούσα Μαρξισμός και Σύγχρονη Μετανάστευση (Αθήνα 2009). Ο συγγραφέας παρερμηνεύει τις θέσεις των Μαρξ και Ένγκελς για να στηρίξει μια προκάτ, δική του θέση. Τέτοιες εργασίες όταν μένουν σε αυτό το επίπεδο μπορεί να μένουν φιλολογικές παραδοξότητες και καμιά φορά οι συγγραφείς τους να έχουν μια συμβολή σε άλλα θέματα που δεν απαιτούν πολιτική ευστροφία. Όταν όμως συνοδεύονται με ευμενείς διακηρύξεις για τον Τραμπ μετατρέπονται σε πέρασμα στην αντίδραση.
[8] MECW, τόμ. 35, σελ. 454.
[9] Κ. Μαρξ, «Εξαναγκασμένη μετανάστευση», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 27, σελ. 55, 56.
[10] Λένιν, «Ο καπιταλισμός και η μετανάστευση των εργατών», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 27, σελ. 57.
[11] Στο ίδιο και Λένιν, Άπαντα, τόμ. 34, σελ. 371.
[12] Κ. Μαρξ, «Για το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου», στη συλλογή Καρλ Μαρξ. Για τον Καπιταλισμό, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2024, σελ. 422.
[13] Φ. Ένγκελς, «Προστατευτισμός και ελεύθερο εμπόριο», στη συλλογή Φρ. Ένγκελς. Διαλεκτά Κείμενα, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2020, σελ. 356-357.
[14] Ρ. Λούξεμπουργκ, «Protective Tariffs and Accumulation», κεφ. 31 στο The Accumulation of Capital, marxists.org.
[15] Δεν χρειάζεται καν να είναι μαρξιστής κανείς για να το αντιληφθεί αυτό. Ακόμη και η Α. Διαμαντοπούλου, σε συνέντευξή της στην εκπομπή «MEGA Σαββατοκύριακο», στις 5.4.2025, δήλωσε: «Οι εμπορικοί πόλεμοι έχουν οδηγήσει στο παρελθόν σε πραγματικούς πολέμους».
[16] Ρ. Λούξεμπουργκ, «Η πολιτοφυλακή και ο μιλιταρισμός», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 34, σελ. 119.
[17] Ν. Μπουχάριν, «The Inner Structure of «National Economics» and the Tariff Policy», κεφ. IV στο Imperialism and World Economy, marxists.org.
[18] Λ. Τρότσκι, «Disarmament and the United States of Europe», marxists.org.
[19] Λένιν, «The Collapse of the Second International», marxists.org.
[20] Μ. Γκρίνγουντ, «Bannon: ‘I’m fascinated by Mussolini’», https://thehill.com/blogs/blog-briefing-room/news/378757-bannon-im-fascinated-by-mussolini/.
[21] Βλέπε, π.χ., Ν. Ρόμπινσον, «Trumpworld’s Favorite Writer Says The Right Must Emulate Dictators in Battling Leftist ‘Unhumans’», https://www.currentaffairs.org/news/trumpworlds-favorite-writer-says-the-right-must-emulate-dictators-in-battling-leftist-unhumans.
[22] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 44, σελ. 407-408. Ο Λένιν συγκατέλεγε στην «πασιφιστική αστική τάξη» τους σοβινιστές ηγέτης της Β΄ Διεθνούς και τους αστούς πολιτικούς τύπου Κέινς (στο ίδιο, σελ. 407).
[23] Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 52.
[24] Στο ίδιο, σελ. 33.
[25] Ενδεικτικά στους αρθρογράφους του militaire περιλαμβάνονται στην κατηγορία «Άποψη» (που καθορίζει και την κύρια γραμμή) ο βουλετής της Νίκης Ιντζές, ο Αργυρόπουλος, ένας αντιστράτηγος με πολλά άρθρα στο ακροδεξιό «Πενταπόσταγμα», ο Βενέτης και ο Παπαγιαννίδης του slpress, ο Ζιαζιάς, ο Ιακωβίδης από το Ινφογνώμων του Καλεντερίδη, αντιδραστικοί στρατιωτικοί όπως ο Λουκόπουλος και ο Μπαλτζώης, ο γνωστός δημοσιογράφος Κοττάκης και ένα σωρό άλλοι τέτοιοι αστέρες. Φυσικά το να πάει κανείς σε ένα τέτοιο σάιτ μια φορά δεν σημαίνει κάτι, το να πηγαίνει όμως συνέχεια και να λέει αυτά που λένε οι Βατικιώτης και Σία σημαίνει ακριβώς να είναι μαϊντανός της αντίδρασης.
[26] Μ. Γκόρκι, «Αναμνήσεις για τον Λένιν», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 38, σελ. 388.
[27] Από τα δεκάδες κείμενα στο Ριζοσπάστη σε αυτό το πνεύμα, βλέπε, π.χ., «Καμιά ταλάντευση», Ριζοσπάστης, 13.11.2024, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=12712834.
