
Γράφει η Ferhan Yetisal
Μετάφραση από τα τουρκικά: Λάλε Άλατλι
Στον τέταρτο χρόνο μου στο χωριό Ερεσός της Λέσβου, όπου ζούσα για επτά χρόνια, είχα νοικιάσει ένα μικρό σπίτι για το καλοκαίρι. Το σπίτι βρισκόταν κοντά στην παραλία και ο κήπος του με είχε μαγέψει αμέσως με τις καρυδιές, τις ροδιές και τις πορτοκαλιές του. Έτρωγα το πρωινό μου κάτω από τη σκιά των καρυδιών, ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών, και μετά πήγαινα στην παραλία με λίγα βήματα. Το απόγευμα, με τη συνοδεία από ένα ελαφρύ αεράκι, έπινα το ούζο μου στον κήπο.
Όταν έμαθα τυχαία ότι οι ιδιοκτήτες του σπιτιού θα το έβγαζαν προς πώληση στο τέλος της σεζόν, η ιδέα να αγοράσω αυτό το σπίτι –που μου άρεσε τόσο πολύ- άναψε στο μυαλό μου. Αφού το σκέφτηκα καλά και το συζήτησα, κάθισα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους ιδιοκτήτες και συμφωνήσαμε σε μια λογική τιμή.
Υπήρχε μόνο ένα μικρό πρόβλημα. Λόγω της αποχώρησης της Αγγλίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit), οι Άγγλοι πολίτες –όπως εγώ- δεν μπορούσαν πλέον να αγοράζουν ακίνητα στην Ευρώπη, όπως παλιά. Οι αγορές που θα πραγματοποιούσαν οι Άγγλοι πολίτες, εξαρτιόνταν πλέον από την έγκριση της επιτροπής, που είχε συσταθεί για τον σκοπό αυτό.
Αμέσως προσέλαβα μια δικηγόρο και της έδωσα εξουσιοδότηση να παρακολουθεί την υπόθεσή μου. Μέχρι να συνεδριάσει η επιτροπή και να βγει απόφαση, θα παρέμενα ως ενοικιάστρια σ’ αυτό το όμορφο σπίτι.
Εκείνο το καλοκαίρι, ξεκίνησα με μεγάλη χαρά να αγοράζω έπιπλα για το καινούργιο μου σπίτι. Σε σύντομο χρονικό διάστημα είχα ήδη αγοράσει τα πάντα, από λευκές συσκευές μέχρι καναπέ και καινούργιο κρεβάτι. Σχεδίασα ήδη τι θα έπρεπε να κάνω και τι θα έπρεπε να αγοράσω το επόμενο καλοκαίρι. Το μόνο που απέμενε ήταν να περιμένω να συνεδριάσει η επιτροπή και να μου δώσει την άδεια αγοράς.
Ένα πρωί, η δικηγόρος μου μού έστειλε τη λίστα με τα έγγραφα, που ζητούσε η επιτροπή. Ποια ήταν αυτά τα έγγραφα; Πρώτα έπρεπε να γράψω σε ένα φύλλο Α4 τους λόγους, για τους οποίους ήθελα να αγοράσω αυτό το σπίτι και μετά να μεταφραστεί αυτό το κείμενο στα ελληνικά από ορκωτό μεταφραστή. Επίσης, μου ζητήθηκε να επισυνάψω στην αίτηση το βιογραφικό μου.
Ρώτησα τη δικηγόρο μου πώς θα μπορούσε το βιογραφικό μου να έχει σχέση με το να πείσω την επιτροπή να αγοράσω το σπίτι. Στην πραγματικότητα, προσπαθούσα να ρωτήσω ευγενικά αν αυτό που ζητούσαν ήταν πραγματικά το βιογραφικό μου. Μήπως στα ελληνικά σήμαινε κάτι άλλο; Μήπως υπήρχε κάποιο μπέρδεμα; Μήπως η δικηγόρος είχε καταλάβει λάθος; Μήπως δεν είχα καταλάβει εγώ καλά; Τι σχέση θα μπορούσε να έχει αυτή η επιτροπή με το ακαδημαϊκό και επαγγελματικό μου παρελθόν;
Η απάντηση της δικηγόρου μου ήταν: «Ναι, ακούγεται λίγο περίεργο, αλλά αυτό που ζητούν είναι το βιογραφικό σου, όπως το ξέρουμε όλοι. Μπορείς να συντάξεις το βιογραφικό σου και να μου το στείλεις;».
Φυσικά, ζητούσαν και άλλα γραφειοκρατικά έγγραφα. Από την Αγγλία, ποινικό μητρώο από την αστυνομία, πιστοποιητικό διαμονής, τραπεζικούς λογαριασμούς, έγγραφα από τον χώρο εργασίας κτλ. Για να ικανοποιήσω αυτές τις απαιτήσεις, που μου φαίνονταν λίγο παράλογες, έβαλα τα δυνατά μου. Εν τω μεταξύ, ρώτησα και άλλους Άγγλους που είχαν υποβάλει αίτηση για αγορά σπιτιού στο χωριό, και μου είπαν ότι και από αυτούς είχαν ζητήσει τα ίδια έγγραφα.
Καθώς συνέτασσα το βιογραφικό μου, η απορία μου αντί να μειώνεται αυξανόταν. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι σχέση μπορούσαν να έχουν τα θεραπευτικά κέντρα, στα οποία δούλευα για 22 χρόνια ως ψυχολόγος, τα συνέδρια που οργάνωνα και οι ιδιωτικές θεραπευτικές συνεδρίες, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, με το σπίτι που ονειρευόμουν να διαβάζω το βιβλίο μου ξαπλωμένη στην αιώρα στον κήπο. Ωστόσο, όντας υποτακτική στους νόμους, εκπλήρωσα το καθήκον μου μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Στη συνέχεια, ήρθε η ώρα να γράψω το πειστικό κείμενο για τον λόγο που ήθελα να αγοράσω αυτό το σπίτι. Εξήγησα αναλυτικά ότι, μετά τη συνταξιοδότησή μου, ήθελα να απομακρυνθώ από τη συνεχή βροχή και το σκοτεινό κλίμα του Λονδίνου και να ζήσω μια πιο ήρεμη ζωή σ’ αυτό το όμορφο νησί, να απολαύσω τον ήλιο, τη θαυμάσια θάλασσα και, φυσικά, τη μεσογειακή γαστρονομία, περνώντας περισσότερο από τον μισό χρόνο μου σ’ αυτό το χωριό, και γι’ αυτό ήθελα να αγοράσω αυτό το σπίτι. Πρόσθεσα επίσης, πόσο πολύ αγαπώ την ελληνική κουλτούρα, τη μουσική και τον τρόπο ζωής. Εν ολίγοις, έγραψα ένα κείμενο, που θα με έπειθε αμέσως –αν ήμουν μέλος της επιτροπής- εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ήθελα να το αγοράσω.
Ετοίμασα και τα υπόλοιπα έγγραφα και τα έστειλα στη δικηγόρο, μαζί με την αρκετά υψηλή αμοιβή της. Εκείνη μου είπε ότι τώρα θα πρέπει να περιμένουμε. Η επιτροπή θα συνεδρίαζε σε τρεις μήνες και η απόφαση θα έβγαινε σε περίπου τρεις εβδομάδες. Γι’ αυτό η δικηγόρος μού είπε: «Μην σκέφτεσαι τίποτα πια, συνέχισε να απολαμβάνεις τις διακοπές σου και περίμενε νέα από μένα».
Έκανα ακριβώς αυτό που μου είπε και μετά από υπέροχες καλοκαιρινές διακοπές, επέστρεψα στη ζωή και τη χειμωνιάτικη ρουτίνα μου στο Λονδίνο. Όταν είχα σχεδόν ξεχάσει την αίτησή μου, η δικηγόρος μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι θα μου έδινε άσχημα νέα. Το πρώτο πράγμα, που μου ήρθε στο μυαλό, ήταν ότι θα μου ζητούσαν νέα έγγραφα και στενοχωρήθηκα. Αλλά, όταν μου είπε τα πραγματικά νέα, σοκαρίστηκα. Η δικηγόρος, μάλλον επειδή κατάλαβε την κατάστασή μου, προσπάθησε να μου εξηγήσει τα πάντα αργά και ξεκάθαρα από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
«Κοίτα, αυτή η επιτροπή αποτελείται από τρία τμήματα: το πρώτο είναι ο Στρατός, το δεύτερο το Υπουργείο Εσωτερικών και τρίτο η Πολεοδομία και το Κτηματολόγιο. Η αίτησή σου δεν πέρασε από το πρώτο, τον Στρατό. Μου έστειλαν έναν φάκελο με κόκκινη σφραγίδα, χωρίς όμως να εξηγούν τους λόγους της απόφασής τους. Επομένως, δεν μπορώ να ερμηνεύσω τι σημαίνει αυτό. Αν αυτό το έγγραφο έχει έρθει από τη Μυτιλήνη, θα μπορούσα να βρω μια άκρη, αλλά δυστυχώς ερχόταν απευθείας από το Υπουργείο Άμυνας στην Αθήνα και δεν μπορώ να παρέμβω», είπε.
Δεν ήξερα τι να πω και άκουγα τη δικηγόρο. Το μόνο συναίσθημα, που ένιωθα, ήταν η πίκρα που μου προκαλούσε η «απόρριψη», ανεξάρτητα από το ποιος την είχε αποφασίσει και για ποιο λόγο.
«Εντάξει, τι να κάνουμε, ας είναι έτσι», κατάφερα να πω με δυσκολία.
Φυσικά στενοχωρήθηκα πολύ, αναρωτήθηκα χιλιάδες φορές γιατί με είχαν απορρίψει, πώς ήταν δυνατόν; Τις επόμενες μέρες, αφού έκανα τις απαραίτητες συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες του σπιτιού και τακτοποίησα τους λογαριασμούς μας, έθαψα με λύπη αυτή την περιπέτεια πριν καν ξεκινήσει. Με πολύ βαριά καρδιά όμως.
Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και το επόμενο, πήγα πάλι στην Ερεσό. Την πρώτη εβδομάδα που ήρθα, ένιωσα ότι οι άνθρωποι με κοίταζαν με οίκτο. Δεν αστειεύομαι. Πραγματικά οι άνθρωποι, που γνώριζα και χαιρετούσα, με κοίταζαν με πίκρα, το ένιωσα. Αλλά, κανείς δεν έλεγε τίποτα. Μέχρι που στα μέσα του καλοκαιριού, ενώ έτρωγα πρωινό σ’ ένα καφέ δίπλα στη θάλασσα, κάποια που γνώριζα, με χαιρέτησε πρώτα από μακριά, μετά πλησίασε και μου έκανε μια ερώτηση, που δεν περίμενα.
«Θα σου κάνω μια ερώτηση, ο παππούς σου σκότωσε τους παππούδες μας;»
Όταν το άκουσα, νόμιζα ότι αστειευόταν, αλλά, όταν την κοίταξα προσεκτικά, κατάλαβα ότι δεν αστειευόταν καθόλου. Όπως κάνω πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, έκανα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, απλώς χαμογέλασα και έτσι το θέμα έκλεισε χωρίς να ανοιχτεί. Αλλά αυτή η φράση δεν έφευγε από το μυαλό μου. Πέρασε λίγος καιρός και άκουσα αυτό το παράλογο «αστείο» από μερικούς ακόμα.
«Τι έχει κάνει ο παππούς σου;».
«Δεν μπόρεσες να αγοράσεις σπίτι εξαιτίας του παππού σου, σωστά;».
Δεν ήξερα τι να απαντήσω σ’ αυτές τις ερωτήσεις. Από πού έβγαζαν αυτά τα λόγια οι άνθρωποι; Επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω αυτά που άκουγα, τηλεφώνησα ξανά στη δικηγόρο και τη ρώτησα αν είχε ερευνήσει γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν μου είχε δώσει άδεια να αγοράσω σπίτι και αν είχε λάβει κάποια πληροφορία. Η δικηγόρος αρχικά ήθελε να κλείσει το θέμα χωρίς να δώσει περισσότερες πληροφορίες, αλλά μετά, μην αντέχοντας την επιμονή μου, μού έθεσε την εξής ερώτηση:
«Υπάρχει κάποιος υψηλόβαθμος στρατιωτικός στην οικογένειά σου;».
Εγώ απάντησα: «Ναι, ο πατέρας του πατέρα μου ήταν πασάς, αλλά τι σχέση έχει αυτό με το θέμα μας;» Ακολούθησε μια μακρά σιωπή στο τηλέφωνο. Τελικά, απάντησε: «Η αίτησή σου απορρίφθηκε πιθανότατα, επειδή είσαι τουρκικής καταγωγής».
Φαίνεται ότι εγώ είχα ξεχάσει ότι εκτός από Βρετανίδα πολίτης ήμουν και Τουρκάλα πολίτης, αλλά εκείνοι δεν το είχαν ξεχάσει.
Δηλαδή, ενώ παντού ήμουν Βρετανίδα, στην Ελλάδα «είχα γίνει Τούρκος».
Η Ferhan Yetisal γεννήθηκε το 1965 στην Άγκυρα. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Αγγλική Φιλολογία στη Σαμψούντα, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου σπούδασε Ψυχολογία. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως θεραπεύτρια σε κέντρα απεξάρτησης. Ζει στο Λονδίνο εδώ και 39 χρόνια και τα τελευταία 7 χρόνια απολαμβάνει τη συνταξιοδότησή της, γράφοντας τις αναμνήσεις της μεταξύ Λονδίνου και Λέσβου.
Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatli
