Η πρώτη μου εμπειρία στο εξωτερικό // Δεύτερο μέρος

Δεν μπορούμε να μιλάμε αγγλικά

Γράφει η Ferhan Yetisal*

Από την πρώτη κιόλας μέρα που πατήσαμε το πόδι μας στο Λονδίνο, μπήκαμε στην ουρά στο γκισέ για να αγοράσουμε εισιτήρια τρένου από το Dover προς τον σταθμό Victoria. Η Μπάχαρ, ρίχνοντας μια ματιά στο πλήθος, πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Πάρε εσύ τα εισιτήρια και μετά θα σου δώσω το μερίδιό μου». Ο σταθμός Dover Priory ήταν ένας σημαντικός σταθμός που κρατούσε την ιστορική ταυτότητα της πόλης αλλά ταυτόχρονα ακολουθούσε τον ρυθμό της σύγχρονης ζωής, λειτουργώντας σαν γέφυρα ανάμεσα στο λιμάνι και την πρωτεύουσα.

Όταν ήρθε η σειρά μου, κατάφερα να αρθρώσω προσεκτικά λίγες αγγλικές λέξεις που είχα στο μυαλό μου και είπα: «Hello, two tickets to Victoria Station, please (Γεια σας, δύο εισιτήρια για το σταθμό Victoria παρακαλώ». Ο υπάλληλος στο γκισέ σήκωσε ελαφρώς το κεφάλι του και με κοίταξε μέσα από τα γυαλιά του ρωτώντας:

«Single or return? (Απλό ή με επιστροφή;)»

Αποκωδικοποιώντας τις λέξεις μία προς μία, απάντησα: «Single, please (Απλό παρακαλώ)».

«Two fifty, please (Δύο πενήντα, παρακαλώ),» είπε ήρεμα ο άνδρας.

Τη στιγμή εκείνη, αν και προσπαθούσα να μην το δείξω, μέσα μου με κυρίευσε ένα κύμα πανικού. «Δύο πενήντα;» σκέφτηκα, «Θεέ μου… Αν κάθε ταξίδι κοστίζει έτσι, και πάρουμε κι άλλα εισιτήρια, τα λεφτά που φέραμε θα εξαφανιστούν μέσα στην πρώτη εβδομάδα».

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, πέρασαν όλες αυτές οι σκέψεις από το μυαλό μου, και έβγαλα με φροντίδα τα χαρτονομίσματα που φύλαγα στην εσωτερική τσέπη μου. Άρχισα να τα τοποθετώ πάνω στον μικρό πάγκο του γκισέ, σαν να στοιχημάτιζα σε ένα τραπέζι τυχερού παιχνιδιού:

«Πενήντα, εκατό, εκατόν πενήντα, διακόσια… και άλλα εκατόν πενήντα… διακόσια πενήντα».

Ο άνδρας απέναντι μου με κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα. Η έκφρασή του από έκπληξη γρήγορα έγινε ανησυχία. Τελικά, δεν άντεξε και φώναξε:

«Madam, are you crazy? What are you doing? Put that money away immediately, it’s dangerous! (Κυρία, είστε τρελή; Τι κάνετε; Πάρτε αμέσως αυτά τα χρήματα, είναι επικίνδυνο)».

Σαν να είχα κάνει κάτι παράνομο, διάλεξε ένα μόνο από τα χαρτονομίσματα που είχα τοποθετήσει μπροστά του, και μετά μου έδωσε δύο εισιτήρια, μαζί με μια χούφτα ψιλά και μερικά χαρτονομίσματα.

Με ντροπή και χωρίς να ξέρω τι να κάνω, μάζεψα τα χρήματα και τα εισιτήρια και γύρισα στην Μπάχαρ. Όταν της περιέγραψα τι είχε γίνει, κοιταχτήκαμε με έκπληξη. Μήπως είχα παρεξηγήσει κάτι; Μήπως είχα δώσει λάθος χρήματα; Ή μήπως τα εισιτήρια ήταν πραγματικά τόσο φθηνά; Η Μπάχαρ, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο, ψιθύρισε: «Μήπως τα αγγλικά σου δεν είναι καλά;»

Καθώς το τρένο πλησίαζε στην αποβάθρα, τελικά καταλάβαμε: Σ’ αυτή τη χώρα χρησιμοποιούν ακόμα τις πέννες. Το «two fifty (δύο πενήντα)» που είχε πει ο υπάλληλος δεν ήταν διακόσια πενήντα, αλλά δύο λίρες και πενήντα πέννες.

Για πρώτη φορά εκείνη τη στιγμή, ένιωσα στο πετσί μου τι σημαίνει να είσαι «πολίτης τρίτου κόσμου», μαζί με την ντροπή που το συνόδευε. Μόλις πατήσαμε το πόδι μας στο Λονδίνο, συγκρουστήκαμε με μια διαφορετική μονάδα μέτρησης, από έναν άλλο κόσμο. Η τσέπη μας ήταν γεμάτη, αλλά η άγνοιά μας ήταν ένα βαρύτερο φορτίο που μας άφησε εκεί παγωμένες.

Τότε στην Τουρκία, τα πάντα μετριόντουσαν σε χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες λίρες. Η ιδέα ότι μπορείς να πάρεις κάτι με μόλις δύο λίρες και πενήντα πέννες δεν περνούσε από το μυαλό μας. Για εμάς αυτό δεν ήταν απλώς διαφορά τιμής, αλλά διαφορά κόσμων. Και αυτή η διαφορά, μας είχε χτυπήσει σαν ένα χαστούκι στο πρόσωπο, με μερικές αγγλικές λέξεις που βγήκαν από το στόμα μας, τα τρεμάμενα χαρτονομίσματα στα χέρια μας και το έκπληκτο βλέμμα του υπαλλήλου.

*Η Ferhan Yetisal γεννήθηκε το 1965 στην Άγκυρα. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Αγγλική Φιλολογία στη Σαμψούντα, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου σπούδασε Ψυχολογία. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως θεραπεύτρια σε κέντρα απεξάρτησης. Ζει στο Λονδίνο εδώ και 39 χρόνια και τα τελευταία 7 χρόνια απολαμβάνει τη συνταξιοδότησή της, γράφοντας τις αναμνήσεις της μεταξύ Λονδίνου και Λέσβου.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatli

Σχολιάστε