«Ο Σουλεϊμάν και ο φραπές»

Το παρόν ΔΕΝ αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις ΔΕΝ είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα ΔΕΝ είναι συμπτωματική και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Γράφει η Λάλε Άλατλι

Ο Σουλεϊμάν και ο φραπές

Είχα μόλις έρθει στην Ελλάδα και με τα λίγα μου ελληνικά είχα κάνει αίτηση για την άδεια διαμονής και μου είχαν δώσει ένα προσωρινό έγγραφο που λεγόταν κάρτα μπλε, μόνο που ήταν άσπρο και δεν ήταν κάρτα.

Η ζωή μου κυλούσε όμορφα στη Θεσσαλονίκη. Δούλευα πολύ, δίδασκα τουρκικά ασταμάτητα. Οι περισσότεροι μαθητές μου σιγά σιγά γίνονταν και φίλοι. Είχαν πολύ όρεξη να μάθουν τη γλώσσα και διασκεδάζαμε μαζί στα μαθήματα. Τους έλεγα μπουζντολαμπί, κιλοτλού τσοράπ και ντουντουκλού τέντζερε. Μόλις άκουγαν ότι οι λέξεις αυτές σημαίναν, με τη σειρά τους, ψυγείο, ζαρτιέρα και χύτρα ταχύτητας έπεφταν κάτω από τα γέλια. Έβλεπαν στην τηλεόραση το σίριαλ Χίλιες και μία νύχτες με τον Σουλεϊμάν και μου διηγούνταν στα τουρκικά το κάθε επεισόδιο.

Είχα βρει και μια κουταβίνα στο δρόμο και είχαμε αμέσως γίνει συγκάτοικοι. Τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε μαζί σε εκδρομές κοντά στη Θεσσαλονίκη. Είχα μεράκι στα ελληνικά κι έτσι η γλώσσα μου λυνόταν σιγά σιγά. Αγαπούσα την Ελλάδα, τη φύση της, τους καλούς ανθρώπους και τα αδέσποτά της. Τι άλλο μπορεί να θέλει κανείς στη ζωή;

Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν γρήγορα. Μετά από ένα χρόνο είχα αρχίσει να νιώθω στο σπίτι μου σ’ αυτήν την πλέον όχι καινούρια χώρα.

Μου έλειπε ένα πράγμα: η άδεια διαμονής μου. Δεν είχα ιδέα γιατί αργούσε τόσο πολύ. Παρόλο που μπορούσα μ’ αυτό το έγγραφο να ταξιδεύω (μόνο στην Τουρκία), στα σύνορα πλέον μού δημιουργούσαν θέματα, επειδή ήταν πολύ παλιά η μπλε κάρτα που κουβαλούσα. Επίσης, επειδή ήμουν διερμηνέας ιταλικών, πολλές φορές έχανα δουλειές στην Ιταλία γιατί απαγορευόταν να ταξιδεύω με προσωρινή άδεια. 

Έτσι μια μέρα αποφάσισα να πάω στο Τμήμα Αλλοδαπών, που τότε ήταν ένα παράρτημα του Δήμου. Οπότε, ζήτησα άδεια από τη δουλειά μου για μισή μέρα.

Από εκείνα τα χρόνια είχα γραφειοκρατοφοβία, όχι όπως τώρα όμως. Τουλάχιστον, μπορούσα να κοιμηθώ την προηγούμενη νύχτα και να ξυπνήσω κάπως καλά το πρωί. Έτσι, έφυγα από το σπίτι μου με ό,τι έγγραφο είχα και δεν είχα, στο σάκο μου. Είχα πάρει ακόμα και το διαβατήριο της Πίτω (της σκυλίτσας μου) μαζί μου.

Άρχισα να βαδίζω με έναν πόνο στην κοιλιά μου από το άγχος και έφτασα στη στάση. Τότε δεν έγραφε στις πινακίδες σε πόση ώρα πότε θα ερχόταν το λεωφορείο. Δεν ήξερες αν θα περίμενες ένα λεπτό ή μια ώρα ή ακόμα αν θα ερχόταν ποτέ το λεωφορείο. Στάθηκα τυχερή και ήρθε αμέσως το 6. Βρήκα ακόμα και να κάτσω. Στην διαδρομή σκεφτόμουν διάφορα σενάρια για το τμήμα αλλοδαπών. Ότι θα με έδιωχναν, όχι θα με έβριζαν, όχι θα ήταν κλειστό. Μπορείτε να γελάτε εσείς, αλλά όταν κάποιος υποφέρει από γραφειοκρατοφοβία σκέφτεται πάντα τα χειρότερα. Σε μια στάση που είχε σταματήσει το λεωφορείο, που γέμιζε κόσμο και γινόταν όλο και πιο ασφυκτικό, πρόσεξα ένα γκράφιτι στον τοίχο: «Τουρκόμουνα». Δεν ξέρω αν ήταν καλό ή κακό σημάδι, αλλά σίγουρα έχουν πάρει χαμπάρι ότι ήμουν εδώ σκέφτηκα. Μετά θυμήθηκα τους καημένους μου μαθητές που συνεχώς μου εξηγούσαν με ντροπή ότι αυτά τα συνθήματα ήταν για τους ΠΑΟΚτσίδες όχι για τους Τούρκους.

Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι με δύο λεωφορεία έφτασα στην Οδό Οδυσσέως. Στην πόρτα με τρεμάμενη φωνή ρώτησα πού θα έπρεπε να πάω. Μου έδειξαν ένα γραφείο στον πρώτο όροφο.

Ο πρώτος όροφος ήταν τεράστιος αλλά το γραφείο που μου έδειξαν ήταν χωρισμένο από τον υπόλοιπο χώρο με γυάλινους τοίχους. Ήταν της διευθύντριας. Μέσα υπήρχε ένα γραφείο και μια πολυθρόνα, αλλά δεν ήταν κανείς. Πάνω στο γραφείο της ήταν πολλοί φάκελοι, κάτι οικογενειακές φωτογραφίες, μερικά φτηνά στυλό, ένα ημερολόγιο και ο μοναδικός υπολογιστής του ορόφου. Μου είπαν απ’ έξω, να περιμένω. Έξω ήταν πολλά άλλα γραφεία και γύρω γύρω τους εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, φάκελοι αλλοδαπών πεταμένοι στο πάτωμα. Οι υπάλληλοι που δούλευαν δεν είχαν υπολογιστές.

Μετά από μισή ώρα που περίμενα με άγχος, κουράστηκα και βαρέθηκα. Έπρεπε να προλάβω και τα μαθήματά μου. Ρώτησα έναν υπάλληλο πότε θα ερχόταν αυτή η κυρία διευθύντρια που μου είχαν πει να περιμένω. Εκείνος τότε μου απάντησε ότι είχα πάει πολύ αργά, η ώρα ήταν 11:00 και η κυρία είχε ήδη φύγει.

Μέσα μου είχα γίνει «Τούρκος», απ’ έξω ήμουν Τουρκάλα. Τους ευχαρίστησα και έφυγα.

Την άλλη μέρα, ξανά άδεια από τη δουλειά και ξανά στην Οδό Οδυσσέως, ξανά στον πρώτο όροφο. Αυτή τη φορά, πριν μπω ακόμα μέσα, ένιωθα την νίκη μέσα μου, γιατί ήμουν εκεί ακριβώς στις 8:00. Το γυάλινο γραφείο ήταν πάλι με τα γνωστά, χωρίς την κυρία πάλι. Για να εξασφαλίσω τη θέση μου, πήγα και ρώτησα έναν υπάλληλο πάλι, πότε θα ερχόταν η κυρία αυτή, και μάλλον θα ήμουν η πρώτη. Μου είπε ότι είχα πάει πολύ νωρίς γιατί η κυρία αυτή θα ερχόταν στις 9:00.

Καλύτερα νωρίς παρά αργά. Έβγαλα το βιβλίο μου από το σάκο μου και διάβασα μια ώρα, μέχρι να δω μια σκιά να περνάει μπροστά μου και να μπαίνει στο γυάλινο γραφείο. Την ακολούθησα σιωπηλά και μπήκα στο γραφείο της χωρίς εκείνη να προλάβει να βγάλει την ζακέτα της. Αφήνοντας τον φραπέ της στο γραφείο, με ρώτησε τι θέλω.

«Εμμ, η άντεια ντιαμονής μου άργκησε πολύ και τέλω να μάτω αν υπάρχει πρόβλημα».

«Έχω πολλή δουλειά. Άσε την άδεια σου εδώ, περίμενε έξω να τηλεφωνήσω στην Περιφέρεια να ρωτήσω».

Βγήκα έξω και κάθισα ξανά στην καρέκλα που έβλεπε το γραφείο της μέσα από τους γυάλινους τοίχους. Διευθύντρια είναι, πρέπει να έχει πολλή δουλειά σκέφτηκα. Εκείνη με αργές κινήσεις κάθισε στην πολυθρόνα της, πάτησε το κουμπί του υπολογιστή, ρουφώντας με το καλαμάκι τον φραπέ της. Πήρε ένα τηλέφωνο στην κουμπάρα της και μίλησαν είκοσι λεπτά πού θα γινόταν ο γάμος της ανιψιάς, ποιοί θα έρχονταν και τι θα φορούσαν. Μετά άνοιξε μια πασιέντζα στην οθόνη και άρχισε να παίζει, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τον καφέ της. Δεν είχε καν ακουμπήσει την άδεια που της είχα αφήσει.

Έξω ή ώρα πλησίαζε 10:30. Αμάν, σκέφτηκα, σε λίγο η διευθύντρια θα σχολούσε κι εγώ πού να ξαναπάρω άδεια από τη δουλειά!

Πήγα και χτύπησα την γυάλινη πόρτα της. Η πασιέντζα ήταν ακόμα ανοιχτή στην οθόνη.

«Συγγνώμη κυρία, ξέρω ότι έχετε πολλή δουλειά αλλά έχω ένα θεμάτακι…»

«Πήρα τηλέφωνο στην Περιφέρεια αλλά δεν απαντάνε και έχω πολλή δουλειά όπως βλέπεις όλους αυτούς τους φακέλους…»

«Όλους αυτούς τους φακέλους που δεν έχεις ακουμπήσει ίσως και μήνες, γιατί η πασιέντζα πάει καλά με τον φραπέ» είπα από μέσα μου. Και από έξω μου συνέχισα:

«Ναι, καταλαβαίνω, αλλά εγκώ κάτε φορά που περνάω τα σύνορα μού ντημιουργκούν πρόβλημα με την προσωρινή άντεια»

«Ποια σύνορα;»

«Στους Κήπους, τα σύνορα με την Τουρκία…» έτρεμε η φωνή μου.

«Καλέ, είσαι από την Τουρκία εσύ;»

«Ναι, είμαι από την Κωνσταντινούπολη». Στην Ελλάδα πάντα ελαφρύνει την κατάσταση να λέω ότι είμαι από την Κωνσταντινούπολη αντί για την Τουρκία.

«Αχ, γιατί δεν μου το είπες πιο πριν; Για πες τι θα κάνει ο Σουλεϊμάν με τη Σεχραζάτ στο σίριαλ;»

«Εεε, θα παντρευτούν στο τέλος». Να είναι χίλιες φορές καλά οι μαθητές μου που έβλεπαν τον Σουλεϊμάν στα τουρκικά κανάλια που έπαιζαν τα προσεχώς επεισόδια.

«Ρ ’εσύ, να σε ρωτήσω και κάτι άλλο; Το παιδί της Σεχραζάτ θα μείνει μαζί τους;»

«Ναι και θα ζήσουν πολύ αγαπημένοι όλοι».

«Δως μου λίγο το προσωρινό έγγραφό σου».

«Ορίστε πάνω στο γραφείο σας είναι…»

«Έλα τη Δευτέρα να πάρεις την κάρτα διαμονής σου».

«Σας ευχαριστώ πολύ, σας χιλιοευχαριστώ».

«Γκιουλέ γκιουλέ τζανίμ».

*To παραπάνω άρθρο είναι δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη», φύλλο 29ο (Σεπτέμβρης – Οκτώβρης 2025), που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε