
13 Οκτώβρη 1904, ο Παύλος Μελάς, επικεφαλής ελληνικού μισθοφορικού αποσπάσματος στην οθωμανική Μακεδονία, δολοφονείται από Έλληνα «συναγωνιστή» του στη Στάτιστα. Λεία του φόνου το κομπόδεμα από χρυσές λίρες που χρησιμοποιούσε ο Παύλος Μελάς για να εξαγοράζει και να στρατολογεί συνεργάτες ενάντια στο μακεδονικό απελευθερωτικό αντάρτικο που αντιπάλευε τον οθωμανικό στρατό.
Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Δημήτρη Λιθοξόου “Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας -Από το Ίλιντεν στη Ζαγκορίτσανη (1903-1905)”, Αθήνα 1998, που παραθέτει γράμματα του ίδιου του Μελά το 1904 (έτος της δολοφονίας του) για την καθόλου ηρωική δράση του Παύλου Μελά:
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ (μονή Μερίτσας, επί ελληνικού εδάφους).
Φοράει τη στολή του καπετάνιου και εμφανίζεται στους μισθοφόρους του για να βγάλει λόγο:
“Εφόρεσα τον φοβερόν ντουλαμάν μου και διά πρώτην φοράν παρέστην πάνοπλος προ των ανδρών. Η εντύπωσις ήτο καλή, διότι μέχρι της στιγμής εκείνης εφόρουν το απαίσιον ψάθινον καπέλλο και το παντελόνι του Ρετσίνα και βεβαίως δεν τους εγέμιζα το μάτι. Τους εκάλεσα αμέσως και τους ωμίλησα με όλον τον ενθουσιασμόν και την καρδιάν μου διά την υπόθεσίν μας”.
Ο Γιάννης Καραβίτης [Κρητικός οπλαρχηγός του “μακεδονικού αγώνα”] περιγράφει στα απομνημονεύματά του την εντύπωση που έκαναν σε μοναχούς τέτοια λογύδρια του Μελά:
“Παρά τας περί πατρίδος θεωρίας του αρχηγού μας, οι καλόγεροι εθεώρουν ως αστείους τους λόγους του τούτους και μας εξελάμβανον ως ληστρικήν συμμορίαν”.
ΣΑΒΒΑΤΟ 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ. Τη νύχτα 27 προς 28 Αυγούστου το σώμα του Μελά περνάει τα σύνορα.
Οι άντρες του μετά απο “επίμονον απαίτησίν τους” έχουν ήδη λάβει προκαταβολή ένα μηνιάτικο. Από τους τρεις οδηγούς που έχει εξασφαλίσει ο Μελάς, ο ένας “δεν ήρθε καθόλου, ο δεύτερος αρρώστησε και έμεινε στο μοναστήρι”, ο δε τρίτος, ο κλέφτης Θανάσης Βάγιας από το χωριό Σπήλαιο [Spileo] “δεν φαίνεται να γνωρίζη καλά τα μέρη”. Επιπλέον ο μόνιμος οδηγός Κατσαμάκας την τελευταία στιγμή αντιλαμβάνεται ότι “δεν ενθυμείται καλά το έδαφος”.
Μετά από πολύωρη νυκτερινή πορεία μέσα σε πυκνό δάσος ανακαλύπτουν το πρωί ότι έχουν ξαναεπιστρέψει στα ελληνικά σύνορα, 600 μέτρα από τον τούρκικο σταθμό του Οστρόβου!! Κρύβονται μέχρι τις 3 μ.μ. και αρχίζουν πάλι την προσπάθεια. Στις 5 μ.μ. συλλαμβάνουν [!!] ένα χωρικό και τον υποχρεώνουν να τους οδηγήσει προς την Κρανία [Kranja]. Μετά 7 ώρες αιχμαλωτίζουν κάποιον από το Μπόζοβο [Βοζονο] και του παίρνουν το μουλάρι για να φορτώσουν τους ντορβάδες τους. Αργότερα πιάνουν αιχμάλωτο και άλλο αγρότη από τον οποίο παίρνουν το άλογο για να ιππεύσει ο Μελάς και να ξεκουραστεί μια και είναι σε κακά χάλια.
“Είμαι κατάκοπος, τα τσαρούχια μου επλήγωσαν τα πόδια, η ράχη μου πονεί, τα φυσεκλίκια μου, το κεμέρι, το περίστροφον, πιέζουν και πονούν φοβερά την μέσην μου, τα λουριά των διοπτρών και του χαρτοφύλακας μου κόπτουν τους ώμους μου”.
Η ιδέα να ανέβει στο άλογο δεν του βγαίνει πάντως σε καλό.
“Ιππεύω το άλογόν του αλλά μετ’ ολίγον γκρεμοτσακίζομαι μ ’ αυτό εις τον βραχώδη δρόμον έξω της Κρανιάς”.
Μετά από αυτά, ομολογεί στη γυναίκα του πόσο επιθυμεί να τελειώσουν τα βάσανά του και να επιστρέφει πίσω στην οικογένειά του:
“…φαντάζομαι τον εαυτόν μου επιστρέφοντα εις την φωλέαν μου”.
ΔΕΥΤΕΡΑ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ.
Ξεκινούν νωρίς το απόγευμα και τα μεσάνυχτα πιάνουν αιχμαλώτους τέσσερις βλαχοποιμένες. Γράφει ο Μελάς:
“Τους λέγομεν ότι θέλομεν οδηγόν διά να μας δείξη έναν δρόμον προς τα μέρη της Ηπείρου. Όλοι προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν τον τόπον. Τότε ο Κατσαμάκας τους λέγει: Θα πάρω έναν από σας μαζί και αν δεν ξέρη τον δρόμον, θα τον σφάξω και θα ‘ρθω να σφάξω και τα ζώα σας. Τότε αμέσως μας έδωσαν ένα νέο”.
ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ.
Ο Μελάς εξηγεί στους άνδρες του τους λόγους της εχθρικής συμπεριφοράς των χριστιανών της Μακεδονίας προς τους “μακεδονομάχους” κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν:
“Οι Μακεδόνες έχουν δίκαιο να υποπτεύωνται και να δυσπιστούν εις τους αντάρτας όπως εις τους ληστάς, δηλαδή να μην κάμνουν διάκριση των μεν από τους δε, διότι οσάκις η Ελλάς εκινήθη προς πόλεμον κατά της Τουρκίας, εδημιουργούντο και αντάρτικά σώματα, οι σταυραετοί λεγόμενοι, αλλά εις το τέλος οι πλείστοι τούτων μετεβάλλοντο εις ληστάς εναντίον των ευπορών Μακεδόνων, τους οποίους είχαν κινήσει διά να …απελευθερώσουν. Τώρα που θα πάμε στο Βογατσικό [Μπογκάτσκο], θα ιδήτε ανθρώπους με κομμένα αυτιά από τους περίφημους ελευθερωτας”.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 17 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ.
Ο Μελάς και η ομάδα του μπαίνει στην Πρεκοπάνα το απόγευμα, κατευθύνεται στην εκκλησία όπου βρίσκεται όλο το χωριό και παρακολουθεί μια κηδεία. Ο Μελάς κυκλώνει το εκκλησίασμα, τρομοκρατεί τους χωρικούς και απαιτεί από αυτούς “να ορκισθώσι πίστιν και αφοσίωσιν εις την ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τον Μητροπολίτην. Προς τον τελευταίον [Καραβαγγέλη] δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων”.
Φεύγοντας από την Πρεκοπάνα και για να γίνουν πιστευτές οι απειλές του, παίρνει μαζί του δύο αιχμαλώτους, τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό παπά. Μόλις απομακρύνονται λίγο από το χωριό οι Πύρζας, Κατσαμάκας και Μπαρμπανδρέας, τους εκτελούν. Μετά το φόνο ο Μελάς καταλαμβάνεται από τύψεις συνειδήσεως. Θα γράψει σχετικά στη γυναίκα του.
“Καθ’ όλον το διάστημα περιπατούσα ως μεθυσμένος, έκλαια σχεδόν διαρκώς”.
ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΞΟΔΩΝ (ΛΙΡΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΟΦΡΑΓΚΑ).
Στην έκθεση που συνέταξε ο Μελάς και βρέθηκε ασυμπλήρωτη στο χαρτοφύλακά του, μετά το θάνατό του, από τον Πύρζα, υπάρχουν αρκετές εγγραφές για την εξαγορά συνειδήσεων και τα ακριβή ποσά. Αναλυτικά : 1) Στη Λάρισα μετά από επίμονη απαίτηση των άντρων του, πριν αναχωρήσουν, πλήρωσε ολόκληρο το μισθό τους. Έξι από αυτούς δεν προσήλθαν. Στις 20 Σεπτεμβρίου οι άντρες του έλαβαν και δεύτερο μισθό. 2) Ο οδηγός Θανάσης Βάγιας πήρε δύο εικοσόφραγκα και τον οπλισμό του και έφυγε να τους καταδώσει. 3) Σε κάθε χωριό όπου έφτιαξε επιτροπή διόρισε ένα ή δύο έμμισθους αγγελιαφόρους. Ο μισθός τους για μεν του Λεχόβου είναι ένα εικοσόφραγκο, για δε της Νέβεσκας δυόμισι. 4) Στη Νέβεσκα πληρώνει πέντε εικοσόφραγκα για μισθό πενταμελούς ομάδας μισθοφόρων. 5) Στον πρώην ρουμανίζοντα Τάκη Γκόλιε από τη Νέβεσκα, που πέρασε μαζί του και ανέλαβε υπεύθυνος της οργάνωσης του χωριού του, δίνει μισθό πέντε λίρες. Προτείνει μάλιστα να του δοθούν επιπλέον δώρο άλλες είκοσι πέντε λίρες. 6) Από μία λίρα δίνει στη χήρα και την αδελφή του Βαγγέλη Σρεμπρενιώτη. 7) Μια λίρα παίρνει η χήρα του Παπαδημήτρη, μισή ο μουχτάρης Σρεμπρένου.
Μισή λίρα εισπράττει ο μουχτάρης Πρεκοπάνας και μία η χήρα του Παπαχρήστου. 9) Τρεις λίρες μισθό δίνει στο Ζήση Δημούλιο, από μία στους οκτώ άντρες του και από μισό εικοσόφραγκο στους δύο δραγάτες (αγροφύλακες) του Λεχόβου. 10) Τέσσερις ανώνυμοι παίρνουν μισθό από δύο εικοσόφραγκα και μια λίρα παίρνει ο ψυχογιός του Μελά. 11) Ο Κόλε Πίνα εισπράττει μία λίρα και ο γιος του Ζήσης δύο εικοσόφραγκα μισθό. 12) Ο βλάχος Γιαννάκης (καταδότης) παίρνει μια λίρα. 13) Στον ακόλουθο του Ιτζέτ Πασά της Φλώρινας, Φεϊμη, δίνει δυο λίρες, και 14) πέντε λίρες αμοιβή σε έκτακτους απεσταλμένους.
ΤΡΙΤΗ 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ.
Ο Μελάς με μέρος της ομάδας του φτάνουν στο χωριό Στάτιστα [Statista]. Οι άνδρες του Μελά μοιράζονται σε πέντε σπίτια. Ο Μελάς μένει με τους Λάκη Πύρζα, Πέτρο Χατζητάση, Ντίνα Θεόδωρο, το Βλάχο ψυχογιό του και το Γιώργο Στρατηνάκη.
ΤΕΤΑΡΤΗ 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ.
Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα που εδρεύει στο Κονομλάντι [Konomladi], μισή ώρα απόσταση από τη Στάτιστα, δέχεται την επίσκεψη μιας αγρότισσας που τους καταγγέλλει τη διαμονή “της ελληνικής συμμορίας” στο χωριό.
Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα ειδοποιούν το Μελά ότι τουρκικός στρατός δυνάμεως 130 περίπου άντρων ανεβαίνει το δρόμο από το Κονομλάντι προς τη Στάτιστα. Οι άντρες του, του ζητούν να φύγουν αμέσως στο βουνό, εκείνος όμως τους διατάζει να παραμείνουν κρυμμένοι, πιστεύοντας ότι ο στρατός είναι περαστικός. Το απόσπασμα εισέρχεται στο χωριό, ανηφορίζει μέχρι τον πάνω μαχαλά και ξαναεπιστρέφει στο κάτω μέρος του χωριού. Ξαφνικά οι στρατιώτες περικυκλώνουν το σπίτι όπου κρύβεται η ομάδα του Βολάνη και προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα για να κάνουν έρευνα. Ο χωροφύλακας του χωριού απαγορεύει την είσοδο των στρατιωτών και απαιτεί την παρουσία, σύμφωνα με το νόμο, του μουχτάρη ή του αξιωματικού. Ένας αλβανός λοχίας όμως σπάει την πόρτα με ένα τσεκούρι και βλέπει μέσα τους κρυμμένους. Οι τελευταίοι αναγκάζονται τότε να πυροβολήσουν, παρά τις αντίθετες διαταγές που είχαν πάρει από το Μελά. Ο χωροφύλακας πέφτει νεκρός, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει η πολιορκία του σπιτιού και ανταλλαγή πυροβολισμών μέχρι τις 10 το βράδι, όταν οι επτά πολιορκούμενοι τελικά παραδίνονται και οδηγούνται στο Κονομλάντι και στη συνέχεια στην Καστοριά για ανάκριση.
Κατά τη διάρκεια αυτής της συμπλοκής, οι υπόλοιποι άνδρες της ομάδας Μελά, επωφελούμενοι από το σκοτάδι, εγκαταλείπουν τα τέσσερα άλλα σπίτια όπου παρέμεναν κρυμμένοι και αμέτοχοι, και καταφεύγουν άτακτα προς αναζήτηση ασφαλείας στα γύρω δάση. Αφήνουν ωστόσο πίσω τους, χωρίς να το ξέρουν οι περισσότεροι, ένα νεκρό: τον αρχηγό τους Παύλο Μελά.
Ο θάνατος του Μελά, που χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό εθνικισμό σαν σάλπισμα του “μακεδονικού αγώνα”, αποτελεί στην κυριολεξία έναν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο μύθο, ένα μεγάλο ιστορικό ψέμα, που μέχρι σήμερα αναπαράγεται. Η αλήθεια για το θάνατό του ειπώθηκε το 1927 από τον Πέτρο Χατζητάση, κατά τη διάρκεια μνημόσυνου που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Τσόντου Βάρδα στη Στάτιστα. Ο Χατζητάσης, που βρισκόταν μαζί του κρυμμένος κατά τη διάρκεια των γεγονότων, στο σπίτι του Καντζάκη, έκανε τότε αναπαράσταση του γεγονότος.
Ο Μελάς άφησε αβοήθητους, για να μην φανερωθεί η δική του κρυψώνα, το Βολάνη και τους άντρες του. Κάποια στιγμή κατέβηκε από την εσωτερική κλίμακα στο κατώι του σπιτιού για να ανιχνεύσει καλύτερα το γύρω μέρος. Από πίσω του ακολούθησε ο Λάκης Πύρζας.
«Μόλις είχαν πατήσει στο κατώφλι της σκάλας, λέει ο Βολάνης, ένας μόνον πυροβολισμός ακούστηκε κι ένα ωχ! Αμέσως κατεβήκαμε στην αυλή και βλέπομε τον αρχηγό νεκρό. Τον σηκώσαμε και τον κρύψαμε στον αχυρώνα (σταύλο) και φύγαμε. Δεύτερος πυροβολισμός δεν ακούστηκε».
Ο Χατζητάσης συμπεραίνει ότι «ο πυροβολισμός θα ήταν από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Λάκη Πύρζα». Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει με σιγουριά ότι ήταν εκπυρσοκρότηση. Ο Λάκης, όπως θυμίζει ο Τάκης Κύρου που άκουσε τη διήγηση του Χατζητάση, «πήρε την τσάντα του αρχηγού, άφησε τον αγώνα και εξαφανίστηκε, παρουσιάστηκε το άλλο καλοκαίρι στη Μακεδονία». Μαζί με την τσάντα εξαφανίστηκε και μια περιουσία λίρες που είχε πάνω του ο Μελάς. Επιπρόσθετα είναι γεμάτη υπονοούμενα για τον Πύρζα και η επιστολή του νέου διευθύνοντος το προξενείο στο Μοναστήρι Φίλιππου Κοντογούρη προς τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Ρωμάνο, με ημερομηνία 19/10/1904. Ο Κοντογούρης θεωρεί εκεί την “εν γένει διαγωγή” του Πύρζα και μετά τα γεγονότα στη Στάτιστα “αξιοκατάκριτο”.
Τελικά τα εκ των υστέρων κατασκευασμένα ψεύδη του Πύρζα, περί ηρωικού θανάτου του Μελά από τούρκικο βόλι, κάλυψαν το γεγονός ότι αυτός, ακουσίως ή εκουσίως, πυροβόλησε τον αρχηγό του, τερματίζοντας έτσι τη διόλου ηρωική δράση του. Σήμερα τα ελληνόπουλα εξακολουθούν να διδάσκονται, όπως και οι γονείς τους, για το “μάρτυρα” Παύλο Μελά. Στη Στάτιστα όμως, οι γέροι μακεδόνες αγρότες μιλούν, ακόμα ψιθυριστά, για το φόνο απ’ τους δικούς του και τις χαμένες λίρες…

[…] Πηγή: Η Κόκκινη […]
Μου αρέσει!Μου αρέσει!