«Όταν απαξιώνεται η Τέχνη, απαξιώνεται ο ίδιος ο άνθρωπος» // Συνέντευξη με τον εικαστικό Χρήστο Αλαβέρα

Η εφημερίδα «Η Κόκκινη» συνομιλεί με τον εικαστικό και καθηγητή καλλιτεχνικών στη Μέση Εκπαίδευση Χρήστο Αλαβέρα.

Τη συνέντευξη πήρε η Κική Σταματόγιαννη

Θα ήθελες να μας μιλήσεις λίγο για σένα; Πώς ξεκίνησες ή πότε σκέφτηκες ότι θέλεις να γίνεις καλλιτέχνης; Έζησες σε ένα πολύ ιδιαίτερο περιβάλλον και λόγω του λογοτέχνη πατέρα σου, του Τηλέμαχου Αλαβέρα και λόγω της μητέρας σου, που ήταν εικαστικός. Θες να μας μιλήσεις για τα ερεθίσματα ή τις πρώιμες επιρροές σου;

Η σχέση μου με τη ζωγραφική έχει επηρεάσει σημαντικά το ποιος είμαι, διαδραματίζοντας κρίσιμο ρόλο στην εξέλιξη της σκέψης μου, πιθανότατα από μια εποχή που δεν θυμάμαι και πολύ τον εαυτό μου – ίσως και καθόλου. Η μητέρα μου είχε αγάπη γενικά για την τέχνη, για τη φαντασία. Κι έτσι κρατούσε διάφορα πράγματα που έκανα ακόμα και ως μωρό. Μ’ άρεσε ίσως να μουντζουρώνω; Να κάνω κάτι με μολύβια ή με ό,τι έβρισκα μπροστά μου, με τις εικόνες που έβλεπα στα κουτιά; Πιστεύω ότι αυτό συνέβαλε καθοριστικά στο να βρω έναν δρόμο στη ζωή μου και στον τρόπο σκέψης μου. Οι εικόνες. Τόσο οι ζωγραφισμένες εικόνες όσο και η διαδικασία της ζωγραφικής. Ήταν ένας τρόπος να απελευθερώνομαι και να ονειρεύομαι, όταν είμαι ξύπνιος. Κι έτσι με ό,τι βρισκόταν στο σπίτι, τέμπερες, μπλοκ έκανα διάφορα παιχνίδια. Έριχνα χρώματα, τα άφηνα να κυλάνε για να δω πώς πηγαίνουν. Έβαζα πάρα πολλή μπογιά σ’ ένα χαρτί και το πατούσα σε άλλο. Αυτό λέγεται και φροτάζ – δεν το ήξερα τότε! Ενστικτώδεις κινήσεις, που είναι πολύ κοντά και στην τέχνη της χαρακτικής. Όπως είναι και το πρώτο έργο, που υπάρχει στην Ιστορία της ανθρωπότητας, οι παλάμες στις σπηλιές.

Η ίδια η διαδικασία της ζωγραφικής είναι ένας δρόμος – δρόμος σκέψης, δρόμος συναισθήματος, δρόμος έκφρασης. Και ίσως είναι και ο καλύτερος δρόμος απ’ όσα θα μπορούσα να κάνω προσωπικά – σαν άνθρωπος. Είναι δύσκολο πράγμα να εκφραστείς και να ’σαι ταυτόχρονα και ειλικρινής. Πολλές φορές οι λέξεις ξεγελάνε. Καμιά φορά οι λέξεις μπορεί να πληγώνουν κιόλας – ακούσια. Ενώ, νομίζω, η έκφραση μέσα από τη ζωγραφική πιθανόν να είναι πιο ευγενής, παρόλο που φαίνεται πιο «πρωτόγονη».

Για να επανέλθω στο αρχικό ερώτημα, δεν ήταν κάποια εκλογικευμένη απόφαση να ακολουθήσω αυτό τον δρόμο – ήταν κάτι που ήρθε από μόνο του. Νομίζω ότι υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους αυτή η διάθεση να εκφραστείς μέσω της τέχνης – και ίσως είναι και θέμα ψυχής γιατί μπορείς να εκφραστείς καλύτερα, όπως και με τη μουσική ή με τον χορό. Αλλά δεν καλλιεργείται τόσο πολύ. Πιστεύω θα ήταν καλό και για την ψυχολογία των ανθρώπων να ασχολούνται περισσότερο με τη ζωγραφική. Όχι μόνο να βλέπουν, αλλά και να φτιάχνουν. Γιατί κάτι το ανακαλύπτεις, όταν το φτιάχνεις. Μπορεί να έχει ξαναγίνει από άλλον. Αλλά για σένα είναι η πρώτη φορά, οπότε είναι μια ανακάλυψη!

Από το σπίτι είχες ενθάρρυνση;

Είχα πάρα πολλή ενθάρρυνση. Από τη μητέρα μου κυρίως. Και επειδή ο πατέρας μου συναναστρεφόταν ανθρώπους, οι οποίοι είχαν σχέση με την τέχνη, με τη σκέψη, με τη φιλοσοφία, με τη διανόηση, υπήρχε ένα πάρα πολύ ευνοϊκό περιβάλλον. Η κατεύθυνσή μου ήταν για τη ζωγραφική από νωρίς. Όσο περισσότερο όμως ασχολιόμουν τόσο καλύτερα αντιλαμβανόμουν κάποια πράγματα. Όσο περισσότερο κατέχεις την τέχνη, αποκτάς μεγαλύτερη ικανότητα να εκφράσεις έννοιες, αιτήματα. Γίνεσαι πιο ευαίσθητος δέκτης. Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ίσως όταν το βλέπεις να σχηματίζεται, οι κεραίες γίνονται πιο ισχυρές.

Και τώρα σε βρίσκουμε να είσαι δάσκαλος εικαστικών, ζωγραφικής σε ένα δημόσιο σχολείο. Τι σημαίνει για σένα να διδάσκεις τέχνη σε παιδιά στο σχολείο; Πόσο δύσκολο ή πόσο εύκολο είναι αυτό; Τι προβλήματα ή ποιες προκλήσεις συναντάς σε μια παιδεία, όπως την έχουν απαξιώσει σήμερα;

Δυστυχώς την έχουν απαξιώσει πολύ. Πάρα πολύ. Και ίσως αυτό να είναι κι ένα βαρόμετρο για το πόσο απαξιωμένη είναι γενικότερα η Παιδεία. Γιατί όταν απαξιώνεται η Τέχνη, που είναι η ελεύθερη δημιουργική σκέψη, αυτό φανερώνει ότι δεν δίνεται σημασία στον ίδιο τον άνθρωπο.

Η Τέχνη χρειάζεται να έχει ανοιχτή επικοινωνία με όλο τον κόσμο. Αυτό σημαίνει τα έργα να βρίσκονται σε κοινή θέα. Πολλές φορές συζητάμε για τα γκράφιτι, που έχει η πόλη. Πρόκειται στην ουσία για μια κοινωνική προσφορά, η οποία είναι και εντελώς εθελοντική. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να δω ως θετική την κίνηση του Δήμου να σβήσει τα γκράφιτι της πόλης. Ακόμα και τα «άσχημα» -αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι- γκράφιτι, είναι προσπάθεια επικοινωνίας. Έχει σημασία να δούμε πώς επιλέγει να εκφραστεί ο κόσμος. Έτσι μπορούμε να δούμε και τι γίνεται στην κοινωνία. Δεν μπορούμε να τα κρύψουμε κάτω απ’ το χαλί. Πολλές φορές όταν βλέπεις «ασχήμιες» ή όταν βλέπεις σεξισμό, όταν βλέπεις ρατσισμό μέσα σε αυθόρμητες -ας πούμε- μουντζούρες μέσα στην πόλη, αυτό δείχνει και τι παιδεία έχουμε. Πώς μεγαλώνουν οι νέοι άνθρωποι. Αυτό δηλαδή θέλουμε να κρύψουμε κάτω απ’ το χαλί; Η καλλιτεχνική παιδεία θα είχε πάρα πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει όσον αφορά την ομορφιά στην καθημερινή ζωή. Η ζωή μας είναι αφάνταστα μικρότερη απ’ όσο νομίζουμε. Η Τέχνη είναι κι ένας τρόπος να επεκταθεί η ζωή μας επ’ άπειρον. Η Τέχνη είναι η ζωή μετά τον θάνατο, η ζωή των ανθρώπων που μας διαδέχονται.

Τα  παιδιά πώς εκλαμβάνουν το θέμα της Τέχνης; Πώς αντιδρούν; Ας πούμε, καθώς θυμάμαι τα δικά μου σχολικά χρόνια ήταν «η ώρα του παιδιού» – την είχαν τελείως απαξιωμένη και τα ίδια τα παιδιά.

Κανονικά «η ώρα του παιδιού» θα έπρεπε να είναι κάτι καλό, έτσι; Θα έπρεπε να είναι κάτι όμορφο! Απαξιώνεται τελικά το ίδιο το παιδί, που έχουμε μέσα μας. Όταν καταργούνε την Τέχνη από την υψηλότερη βαθμίδα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, τότε για ποιο λόγο να ασχολούνται τα παιδιά στο Δημοτικό; Αφού μετά θα σταματήσουν ν’ ασχολούνται! Όταν στο Γυμνάσιο δεν είναι εργαστηριακό μάθημα τα καλλιτεχνικά, αλλά είναι εργαστηριακό μάθημα η Πληροφορική, η Οικιακή Οικονομία, αναπτύσσεται μια αίσθηση υποβάθμισης μέσα στη συνείδηση του ίδιου του παιδιού ότι η Τέχνη ότι δεν είναι κάτι σημαντικό. Ακόμα κι αν μέσα σου ξέρεις ότι είναι σημαντικό. Τώρα για να δικαιολογηθεί το Υπουργείο, το έβαλε τάχα στην Ενισχυτική. Μα Ενισχυτική σημαίνει «να ενισχύεις κάτι που υπάρχει». Όχι κάτι που δεν υπάρχει! Γίνονται μαθήματα σε δύο μόνο σχολεία σε ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη. Το εντυπωσιακό είναι ότι παρακολουθούν τα μαθήματα μόνο ενήλικα άτομα, ως επί το πλείστον συνταξιούχοι. Όχι οι μαθητές. Γιατί ποιος μαθητής μπορεί να πηγαίνει από ένα σχολείο της Δυτικής Θεσσαλονίκης, πχ από τους Αμπελόκηπους στον Ευκλείδη; Θα χάσει όλη του τη μέρα.

Είσαι από τους καλλιτέχνες, που συχνά αντλείς τα θέματά σου από το τι συμβαίνει γύρω σου. Έχεις ζωγραφίσει για τη δολοφονία του Ζακ, για τους πρόσφυγες, για τους Εβραίους στη Θεσσαλονίκη που εξολόθρευσαν οι ναζί, για τα Τέμπη. Θα ’θελες να μας πεις κάτι περισσότερο για αυτό; Πώς βλέπεις τον εαυτό σου ως καλλιτέχνη; Ως κάποιον που σχολιάζει καλλιτεχνικά αυτό που συμβαίνει έξω;

Οι αφετηρίες είναι εσωτερικές έτσι κι αλλιώς. Όμως η τέχνη δεν είναι φιλοσοφία, είναι επικοινωνία. Έχει μέσα της τη φιλοσοφία, πρέπει να την έχει, αλλά είναι κατά βάση επικοινωνία. Όταν κάνεις κάτι μόνο για τον εαυτό σου, μένει εκεί. Αλλά το ωραίο είναι όταν υπάρχει επικοινωνία με τον θεατή. Ο θεατής είναι βασικός παράγοντας. Αν αυτός είναι παθητικός, τότε κι η τέχνη είναι νεκρή, γιατί δεν υπάρχει κάποιος στον οποίο ουσιαστικά απευθύνεσαι. Ο θεατής που δεν είναι ενεργητικός παράγοντας, δεν είναι θεατής. Ή μάλλον, είναι αδιάφορος. Πρέπει να υπάρχει αλληλεπίδραση. Μόνο έτσι το έργο συνεχίζεται. Όταν ένα καλλιτεχνικό έργο συζητιέται, δημιουργεί τις συνθήκες για να τεθούν και άλλα ερωτήματα. Λειτουργεί ως αφόρμηση, ως πυροδότηση για καταστάσεις, οι οποίες έχουν σημασία κοινωνικά.

Θεωρείς τον εαυτό σου πολιτικό καλλιτέχνη; Επειδή αναφέραμε πριν κάποια πράγματα. Το δέχεσαι σαν όρο; Ή σε κάθε περίπτωση, πώς θα χαρακτήριζες εσύ το έργο σου; Γιατί στα δικά μου τα μάτια είναι έντονα πολιτικά αυτό το έργο.

Σ’ ευχαριστώ πολύ, γιατί θα ήθελα να είμαι πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης και πολιτικός καλλιτέχνης! Με ενδιαφέρει πολύ αυτό. Και το νιώθω ως ανάγκη. Το να παίζει η Τέχνη έναν ρόλο προς μία κατεύθυνση για τον άνθρωπο, για το δίκιο, για την ισότητα. Και αυτό, νομίζω, είναι μια αξία. Να λειτουργεί η Τέχνη, να έχει ένα πολιτικό ρόλο. Πιστεύω πως και η κοινωνία μας χρειάζεται την Τέχνη. Και η πολιτική μας δράση. Η Τέχνη θα μπορούσε να είναι ένας από τους παράγοντες που θα συνέβαλαν να φτάσουμε σε μια κοινωνία, η οποία θα είναι επιτέλους μια κοινωνία που αξίζει να ζούμε και να ζουν και οι επόμενες γενιές.

Ένα από τα άσχημα που παρατηρήσαμε αυτή τη χρονιά ήταν – είδες κι εσύ, το έχουμε ξανασυζητήσει – ήταν οι προσπάθειες λογοκρισίας στην Τέχνη. Είδαμε πάλι την Ακροδεξιά να προσπαθεί να εισχωρήσει στον χώρο της Τέχνης, να την καπηλευτεί – αν θες να το θέσουμε έτσι. Είδαμε εκθέσεις να κατεβαίνουν στην Εθνική Πινακοθήκη. Θες να πεις δυο λόγια πάνω σ’ αυτό;

Αυτό είναι κάτι που δεν βιώνεται μόνο σε κεντρικό επίπεδο, αλλά μπορεί να βιώνεται και στο καθημερινό επίπεδο. Για παράδειγμα, μέσα σ’ ένα σχολείο, όταν ο διευθυντής ζητά απ’ τις καθαρίστριες να κατεβάσουν τα έργα των παιδιών ή να σβηστούν κάποια γκράφιτι. Η υποβάθμιση κάποιων καλλιτεχνών στη γειτονιά. Η απαξίωση ενός παιδιού που ζωγραφίζει. Καθημερινά. Όταν αυτό γίνεται σε κεντρικό επίπεδο, αυτή η απαγόρευση, η καταπίεση, αν θες, προκαλεί και την αντίσταση. Όταν έγινε αυτό στην Εθνική Πινακοθήκη, εμείς καλέσαμε τον καλλιτέχνη, τον Χριστόφορο Κατσαδιώτη, και του δώσαμε χώρο να μιλήσει. 

Χειρότερη συχνά από τη λογοκρισία είναι η αυτολογοκρισία. Όταν εσύ ο ίδιος δεν έχεις το κουράγιο να πεις τη γνώμη σου. Αυτό είναι η μεγαλύτερη ήττα. Να σταματήσεις να αντιστέκεσαι. Άμα αυτολογοκρίνεσαι, σημαίνει ότι δεν αντιστέκεσαι πλέον. Καμιά φορά η ίδια η λογοκρισία είναι ένδειξη ότι καλά κάνεις και συνεχίζεις και λες αυτά που λες.

Θα υπάρχει Τέχνη τον καιρό που δεν θα υπάρχει κόλαση για τους ανθρώπους; Όταν θα μπορούν όλοι, αν θέλουν, να ασχοληθούν με την Τέχνη;

Είναι μια ερώτηση που εμπεριέχει την απάντηση, αλλά εξακολουθεί να είναι μια ερώτηση! (γέλια) Ο Αντρέ Μαλρώ είπε ότι από τότε που είδαμε το Ολοκαύτωμα, η Τέχνη πλέον δεν έχει να πει τίποτα. Αλλά η τέχνη εξακολουθεί και υπάρχει και έρχεται να φωτίσει τη θυελλώδη υπαρξιακή σύγκρουση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Κάποια στιγμή κάναμε στο σχολείο με τα παιδιά τοιχογραφίες με αφετηρία τον πίνακα ενός πουαντιγιστή του Πολ Σινιάκ. Το έργο λέγεται «Τον καιρό της αρμονίας». Παρουσιάζει έναν ευτοπικό κόσμο χαρούμενων ανθρώπων στη φύση, ενώ στο βάθος έχει κι έναν κόκορα, που λειτουργεί ως το σύμβολο της αφύπνισης. Μια ευτοπική εικόνα μέσα σε μια δυστοπική κοινωνία, στην οποία και εξακολουθούμε να ζούμε ως ανθρωπότητα.

Εκτιμώ ότι οι συγκρούσεις δεν θα λείπουν ακόμα και σε μια ευτοπική κοινωνία. Και η υπαρξιακή αγωνία δεν θα λείπει. Αυτό πώς θα το αντιπαρέλθεις, αν δεν υπάρχει Τέχνη; Γι’ αυτό νομίζω ότι ο ζωτικός ρόλος της Τέχνης βοηθάει και σ’ αυτό. Και νομίζω ότι μέσα από την ίδια την Τέχνη υπάρχει και η ισορροπία – τουλάχιστον στη ζωγραφική. Γιατί με κάθε γραμμή, κάθε χρώμα αναζητάει από μόνη της τη δικαίωση. Ή ακόμα κάτι το οποίο γέρνει προς τη μια πλευρά ή είναι άνισο, είναι ένας τρόπος να προβληματιστείς.

Σε μια κομμουνιστική κοινωνία, δεν θα χρειάζεται πια να είσαι κομμουνιστής. Νομίζω όμως ότι καλλιτέχνης τουλάχιστον χρειάζεσαι να είσαι, γιατί είναι εύκολο να εξοκείλεις στην αλαζονεία. Να θέλεις και κάτι παραπάνω.

Η ζωή είναι μια κατάσταση που έχει και τη σύγκρουση μέσα της. Δεν είναι calm (ήρεμη). Και ίσως η σύγκρουση είναι και ωραία πολλές φορές.  Η Τέχνη τα έχει αυτά μέσα της. Για να έχουμε τα ίσα μας σε κάθε κατάσταση ιδανική κοινωνικά, έχει μέσα της και τη σύγκρουση.

*Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Κόκκινη» φύλλο 30ο (Νοέμβρης – Δεκέμβρης 2025), που κυκλοφορεί.

**Οι φωτογραφίες είναι από έργα του Χρήστου Αλαβέρα που εκτέθηκαν στο Τελλόγλειο στην έκθεση «Ζωγραφοπατήματα ως το Τελλόγλειο και πέρα» (8.4.-7.9.2025)

Σχολιάστε