Το έπος του Μπεντρεντίν

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος

Σαν σήμερα, 18 Δεκέμβρη του 1416 στις Σέρρες, δολοφονήθηκε ο σεΐχης Μπεντρεντίν, ο ηγέτης μιας πρωτοκομμουνιστικής επανάστασης φτωχών μουσουλμάνων, χριστιανών και εβραίων σε Μικρασία και Βαλκάνια.

Οι οθωμανικές αρχές τον κρέμασαν από έναν πλάτανο απέναντι από το Εσκί Τζαμί, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Νο 63 της οδού Βενιζέλου στις Σέρρες.  

Πάρτε μια γεύση για αυτό το ξεχασμένο κομμάτι επαναστατικής Ιστορίας, από τους σχετικούς στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, μελοποιημένους στα ελληνικά  από τον Θάνο Μικρούτσικο, με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη.

Το έπος του Μπεντρεντίν

(αποσπάσματα. 1975)

Έκανε ζέστη, ζέστη σα μαχαίρι με ματωμένη λαβή

και με την ατσαλένια λάμα στομωμένη.

Αυτός ακίνητος πάνω στα βράχια κοίταξε

όπως δυο αετοί τα μάτια του χίμηξαν κατά την πεδιάδα.

Εκεί η πιο απαλή κ η πιο σκληρή

η πιο φιλάργυρη κ η πιο απλοχέρα

η πιο ερωτοπαθής, η πιο μεγάλη κ η πιο όμορφη από τις γυναίκες

η ΓΗ

ήτανε να γεννήσει, θα γεννούσε.

Έκανε ζέστη.

Φάνηκε να ρχεται ο πρίγκηπας Μουράτ

Η αυτοκρατορική εντολή θα χε προστάξει τον πρίγκηπα Μουράτ

να κατεβεί στου Αϊδινιού τους κάμπους

τον Μουσταφά για να χτυπήσει

τον τοποτηρητή του Μπεντρεντίν.

Έκανε ζέστη. Ο τοποτηρητής του Μπεντρεντίν κοίταξε άφοβα χωρίς θυμό, χωρίς χαμόγελο κοίταξε ίσα μπροστά του.

Και κοιτάξανε οι γενναίοι του Μπεντρεντίν πάνω απ τα βράχια:

Μα τούτη η γη που κοίταζαν πάνω απ τα βράχια με τα σταφύλια, τα σύκα και τα ρόδια της

τα πρόβατά της που το δέρμα τους είναι πιο κίτρινο απ το μέλι

με τα σπαθάτα λιονταρόχαιτα άλογά της, είχε απλωθεί από δαύτους

δίχως τοίχους και δίχως σύνορα

σαν ένα αδελφικό τραπέζι.

Άναψε η μάχη.

Τούρκοι αγωγιάτες τ’ Αϊδινιού, ψαράδες Έλληνες της Σάμος, εσνάφηδες Εβραίοι

οι δέκα χιλιάδες σύντροφοι του Μουσταφά χυμήξανε μέσα στο δάσος των εχθρών σα δέκα χιλιάδες μπαλντάδες.

Οι φάλαγγες με τις κοκκινοπράσινες σημαίες, με τις μυριοπλούμιστες ασπίδες και τα μπρούτζινα κράνη δεκατιστήκανε είναι αλήθεια

μα μες στη βροχή καθώς έπεφτε η μέρα, οι δέκα χιλιάδες τους ήσαν δυο χιλιάδες.

Οι δέκα χιλιάδες τις οκτώ χιλιάδες είχαν δώσει για να μπορέσουν

τραγουδώντας όλοι μ ένα στόμα

να τραβούν τα δίχτυα απ το νερό

να δουλεύουνε το σίδερο σαν δαντέλα

οργώνοντας τη γης όλοι μαζί

να τρώνε όλοι μαζί τα σύκα τα γιομάτα μέλι

να ναι μαζί παντού και σ όλα

εξόν από το μάγουλο της πολυαγαπημένης.

Νικήθηκαν.

Σχολιάστε