
Γράφει ο Νασίμ Αλατράς*
Σήμερα θα μιλήσουμε για τους Κούρδους και τους Παλαιστινίους .. για δυο ποιητές τους που τους ένωσαν οι κοινοί αγώνες και τα κοινά όνειρα και τα κοινά έντυπα φύλλα. Που έπιναν μαζί και έτρωγαν μαζί και γνώριζαν ο καθένας τα προσωπικά του άλλου .. τότε που υπήρχε εμπιστοσύνη και συμμαχία και όνειρα που κρύβονταν στα κοινά στρατόπεδα αντίστασης.
Θα σας παραδώσω ένα βίντεο-ποίημα με τη φωνή του Μαχμούντ Νταρουίς για τον «Κούρδο που έχει τον άνεμο σύντροφο» που του αφιέρωσε στον φίλο και συνάδελφο του Κούρδο ποιητή Σαλίμ Μπαρακάτ. Και μια κριτική του ποιήματος και μια ιστορική αναφορά και εδώ είναι το λινκ με το ποίημα του Κούρδου ποιητή Σαλίμ Μπαρακάτ με τη φωνή του. https://youtu.be/HAd-t1NyGOE
(…)
Ο Κούρδος θυμάται, σαν τον επισκέπτομαι ..
το αύριό του..
και το απομακρύνει με τη σκονόσκουπα:
«Μακριά μου!»
Τα βουνά είναι .. τα ίδια βουνά.
Πίνει βότκα για να κρατήσει τη φαντασία .. ουδέτερη:
Εγώ .. ο ταξιδιώτης στις μεταφορικές μου σκέψεις,
και οι γερανοί οι άτακτοι ..είναι τ’ ανόητα αδέλφια μου.
Τινάζει από την ταυτότητά του τις σκιές:
Η ταυτότητά μου είναι η γλώσσα μου.
Εγώ… Και Εγώ είμαι η γλώσσα μου.
«Ο εξόριστος στην ίδια μου τη γλώσσα.»
Και η καρδιά μου είναι η χόβολη του Κούρδου
πάνω στα γαλάζια του βουνά…
Η Λευκωσία είναι υποσημειώσεις στο ποίημά του,
όπως κάθε άλλη πόλη.
Πάνω σ’ ένα ποδήλατο κουβαλούσε
τις κατευθύνσεις και έλεγε:
«Κατοικώ όπου με ρίξει η τελευταία κατεύθυνση».
Έτσι διάλεξε το κενό .. και κοιμήθηκε.
Δεν ονειρεύτηκε τίποτα από τότε..
που τα τζίνια κατοίκησαν στις λέξεις του.
Οι λέξεις του είναι οι μύες του.
Οι μύες του οι λέξεις του.
Οι ονειροπόλοι αγιοποιούν το χθες
ή λαδώνουν τον θυρωρό του χρυσού αύριο…
Δεν έχω αύριο ούτε χθες.
Η στιγμή .. είναι η λευκή μου πλατεία…
Το σπίτι του καθαρό σαν μάτι κόκορα…
ξεχασμένο σαν τη σκηνή του άρχοντα ενός λαού
που σκορπίστηκε σαν φτερό.
Χαλί από κατσαρό μαλλί.
Φθαρμένο λεξικό.
Βιβλία δεμένα πρόχειρα.
Μαξιλάρια κεντημένα με τη βελόνα
του σερβιτόρου του καφενείου.
Ακονισμένα μαχαίρια για σφαγή
πουλιών και γουρουνιού.
Βίντεο πορνογραφίας.
Μπουκέτα από αγκάθια, ισοδύναμα της ρητορικής.
Μπαλκόνι ανοιχτό στη μεταφορά.
Εδώ ανταλλάσσουν Τούρκοι και Έλληνες
ρόλους στις βρισιές.
Αυτή είναι η διασκέδασή μου και η διασκέδαση
των στρατιωτών που αγρυπνούν
στα σύνορα ενός μαύρου χιούμορ…
Δεν είναι ταξιδιώτης αυτός ο ταξιδιώτης, όπως να ’ναι…
Ο βορράς είναι νότος, η ανατολή δύση
μέσα στο αντικατοπτρισμό.
Οι άνεμοι δεν μπαίνουν σε βαλίτσες,
ούτε η σκόνη γίνεται επάγγελμα.
Σαν να κρύβει
νοσταλγία για άλλον εαυτό· δεν τραγουδά…
Δεν τραγουδά όταν η σκιά του μπαίνει
στο δέντρο της ακακίας,
ή όταν ελαφριά βροχή βρέχει τα μαλλιά του…
Μα μιλά στον λύκο, τον προκαλεί σε μονομαχία:
«Έλα, γιε του σκύλου,
ας χτυπήσουμε το τύμπανο
αυτής της νύχτας για να ξυπνήσουμε τους νεκρούς.
Οι Κούρδοι πλησιάζουν τη φωτιά της αλήθειας
και καίγονται σαν τις πεταλούδες των ποιητών».
Ξέρει τι θέλει από τα νοήματα.
Όλα είναι ματαιότητα.
Οι λέξεις έχουν τα τεχνάσματά τους
για να παγιδεύουν το αντίθετό τους .. μάταια.
Σπάζει την παρθενία των λέξεων
και τις επιστρέφει αγνές στο λεξικό του.
Οδηγεί τα άλογα του αλφαβήτου
σαν πρόβατα στην παγίδα του
και ξυρίζει το εφήβαιο της γλώσσας:
«Εκδικήθηκα την απουσία.
Έκανα ό,τι έκανε η ομίχλη
στ’ αδέλφια μου.
Έψησα την καρδιά μου σαν θήραμα.
Δεν θα είμαι όπως θέλω.
Δεν θα αγαπήσω τη γη
περισσότερο ή λιγότερο από το ποίημα.
Ο Κούρδος έχει μόνο τον άνεμο
να τον κατοικεί και να τον κατοικεί,
να τον εθίζει και να τον εθίζεται,
για να σωθεί
από τα γνωρίσματα της γης και των πραγμάτων…
Μιλούσε στο άγνωστο:
«Γιε μου ελεύθερε!
Κριάρι του αιώνιου λαβύρινθου.
Αν δεις τον πατέρα σου κρεμασμένο,
μην τον κατεβάσεις απ’ το σκοινί του ουρανού,
μην τον τυλίξεις με το βαμβάκι
του ποιμενικού σου ύμνου.
Μη τον θάψεις, γιε μου.
Οι άνεμοι είναι η διαθήκη του Κούρδου
στον Κούρδο της εξορίας του.
Γιε μου… τα όρνεα είναι πολλά
γύρω μου και γύρω σου στην απέραντη Ανατολία.
Η κηδεία μου είναι μυστική, συμβολική.
Πάρε τη σκόνη στους προορισμούς της .. και σύρε
τον πρώτο σου ουρανό στο μαγικό λεξικό σου.
Πρόσεχε το δάγκωμα της λαβωμένης ελπίδας·
είναι τέρας μυθικό.
Κι εσύ τώρα… είσαι ελεύθερος.
Ελεύθερος από τον πατέρα σου
και την κατάρα των ονομάτων».
Με τη γλώσσα νίκησες την ταυτότητα,
είπα στον Κούρδο.
Με τη γλώσσα εκδικήθηκες την απουσία.
Είπε: «Δεν θα πάω στην έρημο».
Είπα: «Ούτε εγώ».
Κοίταξα προς τον άνεμο…
Καλησπέρα.
Καλησπέρα!

Ο Μαχμούντ Νταρουίς, στο ποίημα «Οι Κούρδοι έχουν τον άνεμο σύντροφο», δεν γράφει απλώς για έναν λαό. Γράφει για μια κατάσταση ύπαρξης: για τον άνθρωπο Κούρδο που γεννήθηκε χωρίς εγγυημένη γη, χωρίς σταθερή ταυτότητα, χωρίς βεβαιότητα ότι το όνομά του θα επιβιώσει. Γι’ αυτό και λέει πως :
«οι Κούρδοι πλησιάζουν τη φωτιά της αλήθειας και καίγονται σαν τις πεταλούδες των ποιητών».
Η αλήθεια εδώ δεν είναι ιδεολογία ούτε εθνικό αφήγημα· είναι η ωμή συνείδηση της μοίρας. Όποιος την πλησιάζει χωρίς ψευδαισθήσεις, καίγεται. Οι Κούρδοι, όπως οι ποιητές, δεν αντέχουν το ψέμα.. κι έτσι πληρώνουν το τίμημα.
«Ξεπαρθενεύει τις λέξεις
και τις επιστρέφει αγνές στο λεξικό του»
Ο Κούρδος αφαιρεί από τις λέξεις την ιδεολογική τους χρήση, τις σημαίες, τα συνθήματα, τα έτοιμα νοήματα. Τις διαλύει για να τις σώσει. Τις πληγώνει για να τις καθαρίσει:
«καθοδηγεί τα άλογα του αλφαβήτου σαν πρόβατα προς την παγίδα»
ο Νταρουίς μιλά για τη συνειδητή πράξη του ποιητή που γνωρίζει ότι η γλώσσα είναι επικίνδυνη, ότι μπορεί να προδώσει, να εγκλωβίσει, να κατασκευάσει ψεύτικες πατρίδες. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να τη χρησιμοποιεί .. γνωρίζοντας την παγίδα.
Ο Κούρδος του Νταρουίς έχει όρια στην αγάπη του. Δεν λατρεύει τη γη ως φετίχ, ούτε τη μετατρέπει σε θεότητα. Γι’ αυτό λέει:
«Δεν θα αγαπήσω τη γη
περισσότερο ή λιγότερο από το ποίημα»
Γιατί η γη, όταν γίνεται απόλυτη, σκοτώνει. Ενώ το ποίημα .. δηλαδή η γλώσσα .. σώζει χωρίς να κατέχει.Ο άνεμος, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο σύμβολο. Ο άνεμος δεν έχει σύνορα, δεν θάβεται, δεν κληρονομείται. Ο άνεμος περνά. Γι’ αυτό :
«ο Κούρδος δεν έχει παρά τον άνεμο να τον κατοικεί και να κατοικείται απ’ αυτόν».
Δεν ριζώνει· κινείται. Δεν ιδιοποιείται· διαφεύγει. Δεν κρατά· αφήνεται.
Η πιο σκληρή στιγμή του ποιήματος έρχεται όταν ο πατέρας λέει στον γιο να μην τον κατεβάσει από το σχοινί του ουρανού. Εδώ ο Νταρουίς λέει κάτι τρομακτικό αλλά αληθινό: μην εξαγνίζεις τον θάνατο, μην τον κάνεις τραγούδι, μην τον μετατρέπεις σε εθνικό μύθο. Άφησέ τον ανοιχτό, άλυτο, εκτεθειμένο .. όπως είναι και η ιστορία.
Η κηδεία είναι «μυστική, συμβολική», γιατί ο Κούρδος δεν ζητά μνημεία. Ζητά συνέχεια. Ζητά ο γιος να πάρει τον ουρανό του και να τον σύρει στο λεξικό του .. δηλαδή να μετατρέψει την εμπειρία σε λόγο, όχι σε λάβαρο.
Και στο τέλος, εκεί που όλα θα μπορούσαν να γίνουν διακήρυξη, ο Νταρουίς σταματά.
Ο Κούρδος λέει:
«Δεν θα πάω στην έρημο».
Ο ποιητής απαντά:
«Ούτε εγώ».
Δεν υπάρχει φυγή, δεν υπάρχει λύτρωση, δεν υπάρχει τελικός τόπος.
Υπάρχει μόνο ο άνεμος — και η γλώσσα που τον ακολουθεί.
Και γι’ αυτό το ποίημα δεν κλείνει με λύση, αλλά με χαιρετισμό:
Καλησπέρα.. Καλησπέρα.
Σαν να λέει: είμαστε ακόμη εδώ.
Όχι σωσμένοι.
Όχι δικαιωμένοι.
Αλλά παρόντες.
Αυτό το ποίημα, ο Νταρουίς του αφιέρωσε στον Κούρδο φίλο και συναγωνιστή του Σαλίμ Μπαρακάτ. Ο Σαλίμ Μπαρακάτ γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Μουσίσανα, που υπάγεται στην πόλη Αμούντα, στην ύπαιθρο της Καμισλί στη Συρία. Πέρασε την παιδική του ηλικία και τα πρώτα νεανικά του χρόνια στην πόλη του, περίοδος που υπήρξε καθοριστική ώστε να γνωρίσει το πολιτισμικό της λεξιλόγιο, καθώς και τις γειτονικές κουλτούρες, όπως την ασσυριακή και την αρμενική. Το 1970 μετακινήθηκε στη Δαμασκό για να σπουδάσει αραβική λογοτεχνία, όμως έναν χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκε στη Βηρυτό, όπου παρέμεινε έως το 1982. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βηρυτό εξέδωσε πέντε ποιητικούς τόμους, καθώς και απομνημονεύματα και δύο τόμους αυτοβιογραφίας. Στη συνέχεια μετέβη στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως διευθυντής σύνταξης του διακεκριμένου παλαιστινιακού περιοδικού Al-Karmel, του οποίου αρχισυντάκτης ήταν ο Μαχμούντ Νταρουίς. Η φιλία και η συνεργασία και συμμαχία αυτή του δυο ποιητών δεν ήταν η μόνη αλλά όλο το παλλαιστινιακό και το κουρδικό κίνημα ήταν σύμμαχοι για πολλές δεκαετίες και έδωσαν κοινές μάχες εναντίον των κοινών εχθρών τους. Ωσπου μπήκαν ανάμεσα τους οι αυταπάτες και διχόνοιες που καλλιέργησαν οι αποικιοκράτες και οι σιωνιστές.
Το ποίημα αυτό δεν είναι απλώς «ποίηση». Εκφράζει μια κοινή ιστορία, μνήμη, και καταγραφή της μοίρας λαών που εξαπατήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για γεωπολιτικά παιχνίδια, όπως συνέβη με τους Κούρδους και τους Παλαιστίνιους στον Λίβανο, τη Συρία και αλλού: υπόσχεση κράτους που ποτέ δεν ήρθε, εδάφη που κατασπαράσσονται, συμμαχίες που διασπάστηκαν, και ψευδείς ελπίδες που παραμένουν καθρέπτες.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο οι Παλαιστίνιοι όσο και οι Κούρδοι βρέθηκαν ανάμεσα στους μεγάλους χαμένους της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Παλαιστίνιοι υπήχθησαν στο Βρετανικό Καθεστώς Κατοχής που το βάφτισαν «Εντολής» (Mandate), για να προετοιμάσει το δρόμο για τον σιωνιστικό αποικισμό και δημιουργία ενός σιωνιστικού κράτους πολεμικής μηχανής στη Μέση Ανατολη για να υπηρετήσει τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των αποικιοκρατών της Δύσης.
Οι Κούρδοι, παρότι η Συνθήκη των Σεβρών (1920) προέβλεπε πιθανή κουρδική αυτονομία, αυτή ακυρώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923), διαμελίζοντάς τους μεταξύ Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ και Ιράν. Και οι δύο λαοί εισήλθαν στον 20ό αιώνα ως έθνη χωρίς κράτος, αντικείμενα γεωπολιτικών σχεδιασμών.
Οι δύο λαοί υπέστησαν συστηματική άρνηση ταυτότητας:
Οι Παλαιστίνιοι μέσω εκτοπισμού, στρατιωτικής κατοχής και απαγόρευσης πολιτικής κυριαρχίας. Οι Κούρδοι μέσω απαγόρευσης γλώσσας, ονομάτων και πολιτισμικών εκφράσεων. Έτσι η γλώσσα μετατράπηκε και στις δύο περιπτώσεις σε μέσο αντίστασης:
αραβική ποίηση της εξορίας (Νταρουίς), κουρδική εμπειρία γραμμένη στα αραβικά (Σαλίμ Μπαρακάτ).
Από τη δεκαετία του 1960 έως τη δεκαετία του 1980, Παλαιστίνιοι και Κούρδοι: συναντήθηκαν σε Βηρυτό, Δαμασκό, Βαγδάτη, Λευκωσία, και Τουρκίας και έδρασαν σε κοινούς πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους και βρέθηκαν σε παρόμοια στρατόπεδα προσφύγων και εξορίας και ένοπλης αντίστασης.
Συμμαχίες Κούρδων και Παλαιστινίων
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα στη Συρία και στον Λίβανο, υπήρχε σχέση αλληλεγγύης μεταξύ Κούρδων και Παλαιστινίων. Οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, μετά το 1948, εγκαταστάθηκαν σε στρατόπεδα στο Λίβανο (π.χ. Νταχίγια, Μπαρντίγια) και τη Συρία (Αφρίν, Καμισλί). Οι Κούρδοι που ζούσαν στις περιοχές αυτές αντιμετώπιζαν επίσης καταπίεση και περιορισμούς από τα κράτη όπου ζούσαν (Συρία, Τουρκία, Ιράκ, Ιράν). Αυτό οδήγησε σε κοινή αντίσταση και συμμαχία σε τοπικό επίπεδο: μοιράζονταν στρατιωτική εκπαίδευση, ιδέες για ελευθερία και αλληλεγγύη ενάντια στην καταπίεση των εθνικών κρατών. Υπήρχε επίσης πολιτιστική αλληλεγγύη: η κουρδική και η παλαιστινιακή λογοτεχνία και ποίηση αντάλλαζαν ιδέες αντίστασης και ταυτότητας.
Οι Κούρδοι και οι Παλαιστίνιοι, κάποτε σύμμαχοι, εξαπατήθηκαν από ιμπεριαλιστές, αποικιοκράτες και σιωνιστές. Οι υποσχέσεις περί ανεξαρτησίας και ελευθερίας μετατράπηκαν σε εργαλεία εκμετάλλευσης, αλλά η γλώσσα, η μνήμη και η αντίσταση παραμένουν: ο άνεμος που κατοικεί μέσα τους, η φωτιά που καίει χωρίς να φωτίζει, η καρδιά που ψήνεται σαν θήραμα.
Και εκεί, μέσα σε αυτήν την αλήθεια, οι ποιητές και οι λαοί συνεχίζουν να υπάρχουν. Παρόντες. Όχι σωσμένοι. Όχι δικαιωμένοι. Αλλά ζωντανοί.
Του Σαλίμ Μπαρακάτ
(…)
Λοιπόν, θα αθετήσω την υπόσχεσή μου.
Γιατί τα χείλη που επαναλαμβάνουν την εκκωφαντική τελειότητα
επαναλαμβάνουν τον θάνατο.
Και οι απεσταλμένοι σ’ αυτή τη νύχτα
για να χτίσουν τις ελικοειδείς της σκάλες
σκορπίζουν το μάρμαρο που κουβάλησαν.
Όσο για το σκηνικό που στήθηκε πάνω στα ερείπια της κατάστασής του,
παραμένει όπως είναι.
Και η στολή παραμένει όπως είναι.
Και ο θάνατος μόνος του
είναι ο πιο μόνος ανάμεσα στους αιχμαλώτους.
Όμως τι κάνει εδώ ο θάνατος;
Τι κάνει ο μεθυσμένος θάνατος,
ο πιο έντονα ζαλισμένος,
όταν πετά τα ρούχα του προς τις ψυχές;
Τι κάνει ο θάνατος, χαραγμένος με τις πένες
του πάνω στο κοιμισμένο χιούμορ,
σαν μακρόστενο φύλλο
ανάμεσα σε κοιμισμένα μαλλιά
και σε ξύπνιο στεναγμό;
Τι κάνει ο θάνατος,
ο σύντροφός μου σ’ αυτή τη στιγμή
που ριζώνει με ρίζες σαν της συκιάς,
και με μπουμπούκια από ακτίνα
που το δειλινό σκορπίζει
στα στήθη των αδελφών της;
Τι κάνει ο θάνατος που με φέρνει στη φλυαρία του;
Τι κάνει ο θάνατος που κούρασε
τους μάρτυρες με τη φανφάρα του
και βγήκε μαζί με όσους έβγαιναν
από την ίδια πόρτα που οδηγεί στη ζωή;
Τι κάνει με τον θάνατο ο αιχμάλωτός μου;
Κι εγώ, ο σαστισμένος
στη διαχείριση φωτεινών κελιών
που αρμόζουν στους αιχμαλώτους μου κι εμένα;
Άραγε καθυστερεί η αλήθεια
καθώς πλησιάζει τον δεσμό
με τον οποίο δένω τον καρπό μου
στον καρπό του ανέμου;
Όσο για το σκηνικό,
ας παραμείνει στο κενό του.
Γιατί θα επισπεύσω
τη σύναψη εκείνης της σύμβασης,
που παραδίδει τον αέρα πνιγμένο
στον αφρό μου.
Και θα διδάξω στον εαυτό μου
τις μεγάλες της προφορικότητες
με κομμένη γλώσσα.
Γιατί όλο το ζήτημα είναι μια στιγμή,
μια βεβαιότητα σκυμμένη
πάνω στα μπαλώματα σαν τσαγκάρης.
Θα εξομολογηθώ στον εαυτό μου
στην αϋπνία που εξομολογείται τη μοίρα της στα νερά.
Θα με εξομολογηθεί…
θα με εξομολογηθούν τα νερά
στην ακινησία που κάθεται ξυπόλυτη
μπροστά στους μύστες της.
Και θα μοιράσω τα δώρα
που η πυρκαγιά σήκωσε προς εμένα
ανάμεσα στη βεβαιότητα και στο χιούμορ.
Θα μοιραστώ με το γελαστό κρύο
τον χειμώνα.. εγώ ο φλογερός.
Να ξημερώσετε καλά.
Να ξημερώσετε σε λάμψη.
Να ξημερώσετε σε ένα τίποτα
καταχωρισμένο στον κατάλογο του φαγητού.
Ω ψυχή μου, νικημένη από τη μητρότητά της!
Αυτά λέω καθώς σας εγκαταλείπω
από την πίσω πόρτα που οδηγεί στη ζωή.
Όμως οι αιχμάλωτοί μου
μένουν εδώ, περιμένοντας να απελευθερώσω
το αιώνιο από τον πυρετό.
Και οι αιχμάλωτοί μου
ανήκουν στις έγνοιες τους.
Μου ετοιμάζουν τη γλυκύτητα του να προχωρώ
με την ήττα προς τη λάμψη της.
Καυχιούνται για πλοία που δεν τους ανήκουν,
απλώνουν στη γη πανιά από τη φαντασία του νερού,
κυματιστά, σαν να γεννούν οι σκιές
γόνο από τεντωμένα σκοινιά
προς το ακρότατο της συμφοράς.
Έτσι προς τη λάμψη της.
Έτσι η ήττα προς τη λάμψη της.
Με αιχμαλώτους που πετούν την αυγή σαν μαξιλάρια
και συλλογίζονται τον τρομαγμένο παράδεισο
πιασμένο από την κουρτίνα της σκηνής.
*Το κείμενο του συντρόφου Νασίμ Αλατράς δημοσιεύτηκε σήμερα, 20 Γενάρη 2026, στο χρονολόγιό του στο fb. To αναπαράγουμε στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» με την άδεια του γράφοντα.
