
Γράφει η Κική Σταματόγιαννη
Όταν ακούς ότι κάποιος πλούτισε, η ερώτηση που οφείλεις πάντα να κάνεις είναι «σε βάρος τίνος;». Αυτή τη φορά ο φόρος, που καταβλήθηκε προκειμένου να τετραπλασιαστούν τα καθαρά κέρδη μιας επιχείρησης, ήταν οι ζωές πέντε γυναικών εργατριών. Δούλευαν στη νυχτερινή βάρδια του εργοστασίου μπισκότων «Βιολάντα» στα Τρίκαλα. Κι όσο αν τα συστημικά ΜΜΕ καταβάλουν από χθες προσπάθεια να παρουσιάσουν τη δολοφονία ως «ατύχημα», εμείς θα συνεχίζουμε να λέμε τα πράγματα ως έχουν: Τίποτα λιγότερο από εργοδοτικό έγκλημα. Ακόμα ένα στη μακρά, ματωμένη αλυσίδα των αιώνων εργασιακής εκμετάλλευσης.
Στις 4 τα χαράματα της 26 Γενάρη του 2026 στη μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, πέντε εργάτριες ξεκίνησαν τη νυχτερινή εργασία τους και δεν επέστρεψαν ποτέ στο σπίτι τους. Από την τρομερή έκρηξη, που ακούστηκε μέχρι την πόλη των Τρικάλων, κατέρρευσε μέρος της οροφής της παλιάς πτέρυγας του εργοστασίου και το ωστικό κύμα διέλυσε τα πάντα. Οι περιγραφές των συνθηκών, κάτω από τις οποίες οι εργάτριες σκοτώθηκαν και αρκετοί ακόμα εργάτες τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, είναι τρομακτικές.
Πληθαίνουν ώρα με την ώρα οι καταγγελίες για τις ελλείψεις στα μέτρα προστασίας, για τις παρατυπίες, για τη συστηματική άρνηση της εργοδοσίας να επιτρέψει τον ουσιαστικό έλεγχο στις εγκαταστάσεις, προκειμένου να καταστεί ασφαλές το εργασιακό περιβάλλον για δεκάδες εργάτες. Όλα αυτά, όλες αυτές οι ενέργειες πρόληψης και αποσόβησης ενός κακού, «σταματούσαν στην πόρτα του εργοστασίου», όπως δήλωσε ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων. Αν σε όλα αυτά προστεθεί η τρομακτική εντατικοποίηση της εργασίας προκειμένου οι μηχανές του εργοστασίου να μη σταματούν ούτε λεπτό όλο το 24ωρο, η πίεση να «βγει η παραγωγή», δηλαδή να αποφέρει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος στον επιχειρηματία, η νομιμοποίηση με τη νέα εργατική νομοθεσία να εργάζεσαι –ακόμα και νύχτα- για 12 και 13 ώρες συνεχόμενα, τότε καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για «ατύχημα» ή για «κακιά στιγμή». Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί, όπως λένε κατηγορηματικά οι άνθρωποι των εργατικών σωματείων.
Δεν είναι διόλου τυχαίο επίσης ότι και τα πέντε θύματα της εργοδοτικής εκμετάλλευσης ήταν γυναίκες. Είναι σχεδόν «κανονικοποιημένο» στις θέσεις σε όλη τη γραμμή παραγωγής στα εργοστάσια τροφίμων να εργάζονται γυναίκες. Είναι οι χαμηλότερα αμειβόμενες εργασίες, προσιδιάζουν στην απαρχαιωμένη στερεοτυπική αντίληψη κάποιων για την εργασία που είναι ικανές να προσφέρουν οι γυναίκες (στην «κουζίνα», όπως πρόσφατα ακούστηκε και μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο στην τρίτη δεκαετία του 21ο αιώνα).
Μια επιπλέον πικρή υποσημείωση: Οι γυναίκες συνηθίζουν να επιλέγουν τέτοιες νυχτερινές βάρδιες εργασίας, για να μπορούν την ημέρα να φροντίζουν παιδιά, άρρωστα μέλη της οικογένειας και ηλικιωμένους. Ακριβώς επειδή το κοινωνικό κράτος έχει καταρρεύσει. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει η παραμικρή μέριμνα για κοινωνική φροντίδα των ευάλωτων ανθρώπων.
Σε ένα εργοδοτικό έγκλημα, όπως αυτό στα Τρίκαλα, συναντάμε την τομή μιας σειράς ελλείψεων, αστοχιών και συνειδητών εγκληματικών ενεργειών από την πλευρά όλων των αστικών κυβερνήσεων. Από τα εξοντωτικά ωράρια και τους μισθούς-ψίχουλα μέχρι τα ανύπαρκτα μέσα προστασίας των εργαζομένων. Από την ανυπαρξία κρατικών δομών φροντίδας για την ελάφρυνση του βάρους που πέφτει στους ώμους των εργατριών μέχρι την απαξίωση ή τον περιορισμό της δράσης των εργατικών σωματείων.
Ζητούμε δικαιοσύνη για τις πέντε δολοφονημένες γυναίκες της τάξης μας.
Για την Αγάπη Μπούνοβα.
Για τη Σταυρούλα Μπουκουβάλα.
Για τη Βασιλική Σκαμπαρδώνη.
Για την Αναστασία Νάσιου.
Για την Έλενα Κατσαρού.
Ζητούμε απόδοση ευθυνών σε όσους οδήγησαν στον χαμό των εργατριών.
Ζητούμε ασφαλείς συνθήκες εργασίας για όλους τους εργαζόμενους, ιδίως σε δουλειές αυξημένης επικινδυνότητας.
Να παλέψουμε για έναν κόσμο που δεν θα χρειάζεται να πεθαίνουμε, προκειμένου να βγει η παραγωγή και να θησαυρίσουν κάποιοι λίγοι που έχουν χτίσει τις περιουσίες τους κυριολεκτικά πάνω στο δικό μας αίμα.
Να συντρίψουμε ένα σύστημα που μας συντρίβει καθημερινά.

