
«Πεθαίνω, σύντροφε. Πες στους άλλους έξω να συνεχίσουν τον αγώνα-οργανώστε τους εργάτες»: Στις 24 Ιανουαρίου 1930, η αστυνομία των ΗΠΑ δολοφονεί τον μετανάστη εργάτη συνδικαλιστή Σταύρο Κουτόβα, γνωστό ως «Κόκκινο Στηβ», σε απεργία στα καταστήματα τροφίμων της Νέας Υόρκης.
Ο Σταύρος Κουτόβας γεννήθηκε το 1890 στην Καρίτσα Λάρισας της Θεσσαλίας σε μια φτωχή οικογένεια αγροτών. Το χωριό του βρισκόταν κοντά στις εκβολές του Πηνειού ποταμού, στην κωμόπολη Στόμιο κι από μικρή ηλικία συνέδεσε τη ζωή του με τη
με τη θάλασσα δουλεύοντας μούτσος σε καίκια και αργότερα ναύτης σε εμπορικά πλοία.
Αν και είχε μεγαλώσει σε θρησκόληπτο περιβάλλον (η μητέρα του ήθελε να τον στείλει ιερέα) οι άθλιες συνθήκες στα καράβια του δημιούργησαν ένα άσβεστο μίσος για την εκμετάλλευση και υποκρισία των εργοδοτών και τον έστρεψαν σε σοσιαλιστικές ιδέες.
Το 1913 βρέθηκε στις ΗΠΑ. Αρχικά στη Νέα Υόρκη και έπειτα στις νότιες πολιτείες, στη Τζόρτζια και στη Νέα Ορλεάνη. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με την αδικία και τις διακρίσεις που υπήρχαν απέναντι στους μαύρους.
Το 1915 πήγε δυτικά στο Σαν Φρανσίσκο και δούλεψε σε διάφορα πλοία στην ακτή. Εφημερίδες για τους εργάτες έπεφταν στα χέρια του. Δουλεύοντας σκληρά στα πλοία και διαβάζοντας στον ελεύθερο χρόνο του, μάθαινε μια παγκόσμια γλώσσα, τη γλώσσα του αγώνα της εργατικής τάξης.
Οι «επιδρομές του Πάλμερ» το 1919-20 ενάντια στα εργατικά και ιδιαίτερα ενάντια στους μετανάστες εργάτες σάρωσαν σαν τυφώνας την χώρα. Συλλήψεις, απελάσεις, βασανιστήρια. Οι νεοσύστατες κομμουνιστικές οργανώσεις οδηγήθηκαν στην παρανομία.
Το 1921 οι πυροσβέστες της ακτής κατέβηκαν σε απεργία. Ήταν η πρώτη απεργία του Κουτόβα και έδειξε ότι ήξερε να αγωνίζεται.
Όταν η απεργία τελείωσε, αποφάσισε να αναζητήσει πιο σταθερή δουλειά. Έφυγε από το Σαν Φρανσίσκο και πήγε στο Λος Άντζελες. Εκεί προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν παράνομο, και άρχισε αμέσως να δραστηριοποιείται.
Eργάστηκε για τρία χρόνια ως ταξιτζής. Με δική του πρωτοβουλία δημιουργήθηκε το συνδικάτο των ταξιτζήδων. Τότε ήταν που απέκτησε το ψευδώνυμο «Red Steve» («Κόκκινος Στηβ»).
Έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1927, έπιασε δουλειά ως τεχνίτης και άμεσως εντάχθηκε στο Συνδικάτο Εργατών Κτιριακών Υπηρεσιών, που αργότερα έγινε το Συνδικάτο Εργατών Συντήρησης Κτιρίων, συνδεδεμένο με την Ένωση «Trade Union Unity League)» στην οποία συμμετείχε το ΚΚ ΗΠΑ.
Μαζί με άλλους Ελληνοαμερικανούς μετανάστες εργάτες της Ν. Υόρκης συμμετέχει στην ίδρυση της εργατικής λέσχης «Σπάρτακος». Επίσης, αρθρογραφεί στην ομογενειακή εφημερίδα «Εμπρός» και συμμετέχει ενεργά στην οργάνωση «Διεθνής Εργατική Άμυνα».
Με την δράση του, ο «Κόκκινος Στηβ» γίνεται πασίγνωστος και στη Νέα Υόρκη.
Με το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929 οι εργαζόμενοι κατεβαίνουν σε απεργίες κι άλλες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Στις αρχές του 1930 αρχίζει μεγάλη απεργία των εργαζόμενων στα καταστήματα τροφίμων και στις βιομηχανίες, με αιτήματα εργασιακά, καλυτέρευση συνθηκών εργασίας κλπ. Οι απεργοί περιφρουρούν τους χώρους, ενημερώνουν τον κόσμο και εμποδίζουν τους απεργοσπάστες.
Οι εργοδότες βγάζουν μπροστά το κράτος τους και το πολυκατάστημα «Miller Market» εξασφαλίζει άμεσα δικαστική απόφαση που απαγόρευε στους απεργούς να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες.
Η Trade Union Unity League καλεί σε διαδήλωση αλληλεγγύης προς τους απεργούς στις 16 Ιανουαρίου. Οι εργάτες που κατοικούσαν στο συγκρότημα της ένωσης στο Μπρονξ, όπου ο Κουτόβας εργαζόταν και ζούσε, αποφάσισαν να συμμετάσχουν, να κάνουν συγκέντρωση, να περιφρουρήσουν και να βοηθήσουν τους απεργούς. Όταν ο ομιλητής ανεβάινει στο βήμα, η αστυνομία επιτίθεται.
Ο Κουτόβας μπαίνει μπροστά στους αστυνομικούς και τότε ένας απο αυτούς τον πυροβολεί πισώπλατα, στην σπονδυλική στήλη.
Σωριάζεται αιμόφυρτος στο πεζοδρόμιο. Ενω είναι αναίσθητος, οι αστυνομικοί τον χτυπούν με κλωτσιές στο κεφάλι και τον σπρώχνουν στο περιπολικό.
Οδήγηθηκε σε νοσοκομείο και η αστυνομία τοποθέτησε αστυνομικό επι 24ώρες δίπλα στο κρεβάτι του και απαγόρευσε την επικοινωνία μαζί του γιατί «δεν είναι ασθενής αλλά εγκληματίας».
Έδωσε μεγάλη μάχη αλλά δεν τα κάταφερε. Πέθανε 24 Ιανουαρίου 1930. Τα τελευταία του λόγια σε ένα φίλο του ήταν: «Πεθαίνω, σύντροφε.Πες στους άλλους έξω να συνεχίσουν τον αγώνα-οργανώστε τους εργάτες». Ήταν μόλις 40 χρονών.
Η δολοφονία του συγκλόνισε τους εργάτες της Νέας Υόρκης. Στην κηδεία του 25 Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν πάνω 50.000 εργάτες απο κάθε σημείο της πόλης. Απο την αρχή της πομπής κόσμος έμπαινε στο πλήθος, γυναίκες χαιρετούσαν απο τα μπαλκόνια, καταστήματα έκλειναν γιατί οι υπάλληλοι έβγαιναν στον δρόμο. «Ο Στηβ, εργάτης, αδελφός όλων των εργατών, έχει δολοφονηθεί-πέθανε για εσάς, πέθανε για εσάς, την εργατική τάξη. Ελάτε μαζί μας, σύντροφοι εργάτες».
Οι σφιγμένες γροθιές χιλιάδων εργατών υψώθηκαν στον αέρα. Αμερικανοί, Έλληνες, Εβραίοι, Κινέζοι, Αφροαμερικανοί φώναζαν συνθήματα και ορκίζονταν ότι ο «Κόκκινος Στηβ» δεν είχε πεθάνει μάταια. Η αστυνομία το έβαλε στα πόδια.
Την επόμενη μέρα της κηδείας, όλες οι εφημερίδες είχαν την κηδεία κύριο θέμα, ακόμα και οι «New York Times» και η «Daily News».
Τρεις μέρες μετά την κηδεία, κρατική επιτροπή που που «διερευνούσε»τη δολοφονία με πόρισμά της διακήρυξε ότι «ο πυροβολισμός έγινε από τον αστυνομικό Κίριτζ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» και «ότι εκτέλεσε τα καθήκοντά του με τρόπο που φέρει τιμή στον αστυνομικό και στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Υόρκης».
Το πόρισμα ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός πυροβόλησε στον αέρα και ότι η σφαίρα..εξοστρακίστηκε. Ακολούθησαν νέες μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις,
Η ζωή, το έργο και η θυσία του Έλληνα μετανάστη εργάτη Σταύρου Κουτόβα, του «Κόκκινου Στηβ» και όλων των ηρώων του εργατικού κινήματος, ζεί στους σημερινούς αγώνες ενάντια στην εργοδοσία και το κράτος της.
*Το άρθρο το αλιεύσαμε για την ιστοσελίδα της «Κόκκινης» από τη σελίδα Praxis Review
