Όταν η μουσολινική διανόηση κερνά «αντιφασισμό»

Γράφει ο Χρήστος Κεφαλής*

Όλοι έχουμε την εμπειρία από την ευγένεια των γκαρσονιών και των αφεντικών σε ταβέρνες και καφέ, όπου πέρα από χαμόγελα και φιλοφρονήσεις συχνά κερνούν τους πελάτες για να προτιμήσουν πάλι το μαγαζί τους. Αυτή την εμπειρία φέρνει στο νου η συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης, που κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Τόπος. Το βιβλίο αξιώνει μια «αντιφασιστική» δέσμευση· κοσμείται μάλιστα στο εξώφυλλο από το γνωστό σύνθημα του ισπανικού αντιφασιστικού αγώνα, «no pasaran», δεν θα περάσουν – οι φασίστες. Μια ματιά στα περιεχόμενά του, ωστόσο, θα δείξει ότι για τους περισσότερους συνεισφέροντες το σύνθημα είναι αληθινό μόνο με μια πολύ ιδιάζουσα έννοια. Γι’ αυτούς ο φασισμός δεν θα περάσει στο μέλλον, μόνο επειδή έχει ήδη περάσει· επειδή, συνειδητά ή ασυνείδητα, υπηρετούν ήδη την ακροδεξιά/φασιστική αντίδραση. Είναι αυτή ακριβώς η υπηρεσία ή, στην καλύτερη περίπτωση, συμπόρευση που σκεπάζει το «αντιφασιστικό» κέρασμά τους.

 Στη συγκεκριμένη συλλογή δεν θα βρούμε ίχνος από τη μαρξιστική ανάλυση του φασισμού. Αυτή η ανάλυση, την οποία επεξεργάστηκαν οι Τρότσκι, Γκράμσι, Λούκατς, Τσέτκιν, Μπουχάριν και άλλοι μαρξιστές, λάμπει δια της απουσίας της. Στα 16 κείμενα της συλλογής αναφέρονται μόνο αστικές αυθεντίες, όπως οι Έκο, Άρεντ, Φουκώ, Αντόρνο, κοκ. Αυτή δε η απουσία παραπέμπει σε μια βαθύτερη ρήξη με τη μαρξιστική θεώρηση: την αντικατάσταση της ανάλυσης των ταξικών σχέσεων με τη γεωπολιτική. Γι’ αυτό και μόνο το λόγο –και παρότι ορισμένοι συνεισφέροντες εμφανίζονται ή εμφανίζονταν παλιά σαν μαρξιστές– η συλλογή αποτελεί ξένο έδαφος για τους μαρξιστές.

Αλλά, όπως δηλώθηκε ήδη, δεν πρόκειται μόνο για την αγνόηση του μαρξισμού. Ανεξάρτητα από τις διαφορές τους, οι συνεισφέροντες διαστρεβλώνουν ριζικά τη φύση του φασισμού και της ακροδεξιάς, με τρόπο που να καταλήγει στον εξωραϊσμό ή και την υπεράσπισή τους. Ο κοινός παρανομαστής τους είναι η υποκριτική κριτική σε υποτιθέμενα φασιστικές ή/και ακροδεξιές δυνάμεις της Δύσης, ώστε να τεθούν στο απυρόβλητο και να εξαγνιστούν από κάθε υποψία για φασιστικές τάσεις το καθεστώς του Πούτιν και οι ιδεολόγοι του. Και αυτό αφορά, όπως θα δούμε, τόσο τους εθνικιστές, δεξιούς διανοούμενους που συνεισφέρουν στη συλλογή, όσο και εκείνους με αριστερές αναφορές.

Το πρωτότυπο του ιδεολογικού ρεύματος που αναγγέλλει η συλλογή θα βρεθεί τελικά στον ίδιο τον Μουσολίνι και μια σειρά στελέχη του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που δημιούργησαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το φασιστικό κίνημα. Έχοντας τεθεί στην πρωτοπορία της τότε αντίδρασης, εκείνοι οι πρώην σοσιαλιστές εκμεταλλεύονταν ταυτόχρονα τις περγαμηνές τους για να προκαλούν σύγχυση στις μάζες για τους πραγματικούς τους σκοπούς. Οι συντελεστές της συλλογής αποτελούν ακριβώς τη μουσολινική διανόηση της χώρας μας, που προχωρά στην ιδεολογική της συγκρότηση. Και η μόνη διαφορά τους με το μουσολινικό πρωτότυπο είναι ότι, καθώς ο φασισμός έχει καθιερωθεί ιστορικά ως βαρβαρότητα, δεν τολμούν να δείξουν το αληθινό τους πρόσωπο, παριστάνοντας ότι διεξάγουν έναν «αντιφασιστικό αγώνα».

 Αναφέραμε ήδη ότι οι αντιδραστικοί εθνικιστές συνυπάρχουν στο πλαίσιο της συλλογής με πρώην αριστερούς διανοούμενους. Αν και τα όρια είναι θολά, στην πρώτη κατηγορία μπορεί να τοποθετηθούν οι Κ. Γρίβας, Δ. Δρόσος, Δ. Κωνσταντακόπουλος, Στ. Ελληνιάδης, Π. Παπαδομανωλάκης, G. Rzkhiladze· στη δεύτερη, των πρώην αριστερών, οι Λ. Βατικιώτης, Δ. Καλτσώνης, Β. Λιόσης, Κ. Ήσυχος – με τους υπόλοιπους να εντάσσονται στην αστική καθηγητική (Γ. Μαργαρίτης, Μ. Ρήγου) ή αναρχίζουσα (Κ. Ηλιόπουλος) διανόηση. Η μόνη παρέμβαση που προσεγγίζει σε μια αριστερή θέση είναι του Μ. Ζέρβα. Όλοι ξέρουν όμως ότι ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.

Φυσικά, οι «αντιφασίστες» μας αυτοί δεν είναι οι μόνοι που στο όνομα του αντιφασισμού ερωτοτροπούν με την ακροδεξιά. Υπάρχουν πλήθος παρόμοιες περιπτώσεις· αρκεί να αναφέρουμε σχετικά τους Λαφαζάνη, Κανέλλη, Μπελαντή, Πατέλη, κοκ, με τους κύκλους τους και έναν ολόκληρο εσμό πουτινικών απατεώνων στα κοινωνικά μέσα. Πρόκειται έτσι για ένα ευρύ παγόβουνο, του οποίου η συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού… αποτελεί τρόπον τινά μια περίοπτη κορυφή, συμπυκνώνοντας τη χυδαιότητα και την απάτη όλων τους.

Αυτά τα περιστατικά καθιστούν αναγκαία μια εκτενή κριτική της συγκεκριμένης συλλογής. Ιδιαίτερα σε εποχές σύγχυσης όπως η τωρινή χρειάζεται να αποκαλύπτουμε με σαφήνεια το πραγματικό ταξικό περιεχόμενο της κάθε άποψης, ξεσκίζοντας τις ιδεολογικές της αμφιέσεις. Με το φασιστικό και ακροδεξιό κίνδυνο να ενισχύεται, πρέπει να δούμε αν οι συνεισφέροντες στη συλλογή βοηθούν στην αντιμετώπισή του ή απλά του στρώνουν το δρόμο με τον κάλπικο «αντιφασισμό» τους.

Βασίλης Λιόσης: ένας πολύ παράξενος «αντιφασίστας»

Από τη στιγμή που ο Λιόσης περιλαμβάνεται στους συνεισφέροντες στη συλλογή, δεν μπορεί να μην ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με μια αναφορά σε αυτόν τον κορυφαίο «αντιφασίστα μαρξιστή». Έχουμε ασχοληθεί μαζί του σε μια εκτενέστερη εργασία μας, όπου τον αποκαλέσαμε, με αφορμή το περί ναζισμού πόνημά του, «υπέρτατο τρολ του μαρξισμού»[1]. Θα πούμε, λοιπόν, δυο λόγια για τις «αντιφασιστικές» τρολιές του.

Το πόνημα του Λιόση, Ναζισμός. Τα Αίτια Γέννησης και Γιγάντωσης του, κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Ένα πρώτο διακριτικό γνώρισμα αυτού του ηροστρατικού έργου είναι τα αναρίθμητα κραυγαλέα λάθη του σε ονόματα, γεγονότα, ημερομηνίες, μεταφράσεις, ασυνταξίες, ανορθογραφίες, νοηματικά, κοκ. Όλοι ξέρουν, π.χ., ότι η ξενική γραφή του Νίτσε είναι Nietzsche. Ο Λιόσης το γράφει Nitse. Όλοι ξέρουν ότι ο γερμανός φιλόσοφος Φίχτε πέθανε το 1814. Ο Λιόσης τον βάζει να πεθαίνει το 1864. Όλοι ξέρουν ότι οι ναζί επιτέθηκαν στην ΕΣΣΔ τον Ιούνη του 1941. Ο Λιόσης βάζει τον Χίτλερ να απευθύνει το διάγγελμα της ναζιστικής επίθεσης τον Ιούνη του 1943. Όλοι ξέρουν ότι το διάστημα 1882-1936 είναι 54 χρόνια, όμως ο Λιόσης τα βγάζει 57. Σχεδόν σε κάθε σελίδα του βιβλίου του θα βρούμε 3-4 τέτοια μαργαριτάρια!

Περνώντας στα ουσιώδη, ο Λιόσης λοιδορεί τους κορυφαίους μαρξιστές αναλυτές του φασισμού, τον Τρότσκι και τον Γκράμσι, ως αδαείς περί του τι είναι φασισμός και ως υπαίτιους για τη θεωρία του σοσιαλφασισμού, για να βάλει τον εαυτό του στο κέντρο. Στη συνέχεια δε δίνει ο ίδιος έναν «ευρύ» ορισμό του ναζισμού από οκτώ σημεία, στα οποία δεν περιλαμβάνει τον φιλοπόλεμο χαρακτήρα του ναζισμού, τον ιμπεριαλιστικό παρασιτισμό και τον πογκρομισμό/αντισημιτισμό – δηλαδή τα πιο ουσιώδη σημεία του.

Σε αυτό το πνεύμα, ο Λιόσης κακοποιεί όλα τα ζητήματα που καταπιάνεται. Και μετά από άπειρα τέτοια μαργαριτάρια φτάνει στο ζενίθ της σοφίας σε ένα σημείο όπου «εξηγεί» γιατί οι ναζί βασάνιζαν τα θύματά τους πριν τα σκοτώσουν. Παραθέτει μια ρήση του Στανγκλ, του ναζί διοικητή της Τρεμπλίνκα, που στο ερώτημα «τι νόημα είχαν οι ταπεινώσεις, οι βαναυσότητες… [αφού] θα τους εκτελούσατε όλους» απαντούσε: «Για να επηρεάσουμε εκείνους οι οποίοι θα εκτελούσαν τις πράξεις. Για να καταστεί δυνατό να πράξουν ό,τι έπρατταν». Και ο Λιόσης την ερμηνεύει με τον εξής τρόπο: «Μ’ άλλα λόγια ο εκτελεστής εκτελούσε για λόγους ανθρωπισμού το θύμα. Ο θάνατος λύτρωνε τον κρατούμενο από τις κακουχίες και τις ταπεινώσεις» (σελ. 321).

Συνάγεται ότι οι ναζί ήταν κατά βάθος «ανθρωπιστές»: ο λόγος που βασάνιζαν τα θύματά τους ήταν για να αισθανθούν «ανθρωπισμό» και να τα σκοτώσουν μετά για να μην υποφέρουν, ενώ στην αρχή δεν αισθάνονταν, φαίνεται, αυτό τον ανθρωπισμό!

Φυσικά ο Στανγκλ και κανένας άλλος ναζί δεν είχε ποτέ τέτοια «ανθρωπιστικά» κίνητρα. Αυτό που λέει παραπάνω είναι ότι έδιναν τις διαταγές για να αποκτηνώνουν τους στρατιώτες· να τους εθίζουν στην κτηνωδία, εξαλείφοντας ηθικούς ενδοιασμούς και πιθανές τάσεις ανυπακοής τους. Αν διευρύνουμε έτσι την έννοια του «ανθρωπισμού», θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε σαν αντιφασίστες τον ίδιο τον Χίτλερ και τον Γκέμπελς. Και πραγματικά, ο ίδιος ο Λιόσης, χωρίς να φτάσει ως τον Χίτλερ, περιέλαβε μετά στους «ανθρωπιστές» τον Πούτιν και τον αιμοσταγή δικτάτορα Άσαντ, εμφανίζοντάς τους ότι κάνουν δίκαιους πολέμους ενάντια στους Αμερικάνους.

Με το περί ναζισμού πόνημά του και με όλη την πορεία του, ωστόσο, ο Λιόσης έκανε άθελά του και κάτι καλό. Επιτρέπει να θέσουμε το ερώτημα για το αν για τη «γιγάντωση» του ναζισμού που αναφέρει στον τίτλο του μπορεί να έχει κάποια ευθύνη ο ίδιος ο Λιόσης και μερικοί άλλοι «αντιφασίστες» σαν αυτόν.

Μερικοί ακόμη παράξενοι «αντιφασίστες»

Οι υπόλοιποι συνεισφέροντες στη συλλογή δεν είναι τέτοιοι ακραίοι γελωτοποιοί. Όποιος όμως εξοικειωθεί λίγο με τις απόψεις τους, θα εκπλαγεί από τη «μικρή» αντίφαση: συγγραφείς που δηλώνουν αντιφασίστες, υποστηρίζουν απόψεις οι οποίες, στον «ξεπερασμένο» και «δογματικό» μαρξιστικό χώρο στον οποίο ανήκει ο γράφων, θεωρούνται παραδοσιακά αντιδραστικές και ακροδεξιές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα παρέχουν, όπως αναφέρθηκε, οι Γρίβας, Δρόσος, Κωνσταντακόπουλος, Παπαδομανωλάκης, κοκ. Θα ρίξουμε μια ματιά στη βιογραφία και τις θέσεις τους.

Ο Γρίβας είναι ένας γνωστός γεωπολιτικός αναλυτής του δεξιού εθνικιστικού χώρου. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Δ. Ψαρράς[2], σπούδασε μάρκετινγκ στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, αργότερα όμως στράφηκε στη γεωπολιτική, όταν συμμετείχε το 2006 σε ένα πρόγραμμα ειδικών, επιλεγμένων από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Από τα πρώτα βήματά του συνδέθηκε με έντυπα του ακροδεξιού/νεοφασιστικού χώρου όπως ο Στόχος, ο Ελεύθερος Κόσμος και το Patria, στα οποία παραχωρούσε συνεντεύξεις, ενώ αρθρογραφούσε και στη Βραδυνή, με το ψευδώνυμο Στρατηλάτης, και σε άλλα δεξιά έντυπα. Διακρίθηκε όμως ταυτόχρονα για την ικανότητά του να προσεγγίζει την εκάστοτε εξουσία, πλέκοντας κατά καιρούς το εγκώμιο των Καραμανλή, Τσοχατζόπουλου και Τσίπρα, ανάλογα με το ποιο κόμμα βρισκόταν στην κυβέρνηση.

Σε κάθε περίπτωση ο πυρήνας των απόψεων του Γρίβα, όπως το πιστοποιούν οι κατά καιρούς δηλώσεις του, ήταν και έμεινε ακροδεξιός. Αναφερόμενος στη Βόρεια Μακεδονία, είχε πει ότι «τα Σκόπια πρέπει να εξαλειφθούν ως κρατίδιο και να απορροφηθούν από τα γειτονικά κράτη». Το 2010 είχε χαρακτηρίσει τις επιθέσεις της Χρυσής Αυγής ενάντια σε μετανάστες «αναμενόμενες», δικαιολογώντας το κάψιμο του Κορανίου από έναν αστυνομικό. Όσο για τους μετανάστες, αποτελούν διαρκή στόχο του. Στην Ελλάδα, δηλώνει, «συντελείται αποεθνοποίηση και οδηγούμαστε σε Ρουαντοποίηση… η πιο επικίνδυνη ομάδα αλλοδαπών είναι οι Αλβανοί», ενώ «η είσοδος στη χώρα μας μεγάλων πληθυσμών και η άρνηση του κράτους να τους ανακόψει, θα οδηγήσουν την Ελλάδα στο να παύσει να είναι ένα απλό χωνευτήρι αυτών των πληθυσμών και θα αρχίσει να τους μοιράζει αφειδώς την υπηκοότητα. Δε θα έχουν όμως Εθνική Συνείδηση»[3]. Στο Διαδίκτυο βρίσκουμε πλήθος ακόμη τέτοια άρθρα και ομιλίες του, όπως: «Κώστας Γρίβας: Η μαζική εισροή μεταναστών, θα αφανίσει την ιδιοπροσωπία του ελληνισμού και θα οδηγήσει σε άτυπη γενοκτονία!»[4], «Σε ποια καυτά ερωτήματα δεν απαντούν οι μεταναστοπατέρες»[5], κοκ. Κείμενά του αναρτώνται τακτικά σε γνωστά εθνικιστικά σάιτ, όπως το slpress και η Ίσκρα, ενώ με αφορμή της απόψεις του για τη Συμφωνία των Πρεσπών ως «Πέμπτη φάλαγγα» κατά του ελληνισμού εκθειάζεται στο σάιτ της Χρυσής Αυγής, σαν μια από τις «φωνές που λένε την αλήθεια»[6]. Στην πορεία ο Γρίβας έγινε και ένθερμος θιασώτης της Ρωσίας, διαφωτιστικό όντας εδώ το άρθρο του στη συλλογή, που θα συζητηθεί παραπέρα.

Ο Δ. Δρόσος είναι επίσης αρθρογράφος στο slpress, από τους πιο δεξιούς και εθνικιστές του χώρου. Ενδεικτική είναι εδώ η μαχητική υποστήριξή του του αυτοδιοίκητου του Αγίου Όρους, απέναντι στις όποιες δειλές προσπάθειες περιορισμού του από την κυβέρνηση Μητσοτάκη:

«Στο όνομα του νεοτερισμού, του εκσυγχρονισμού και του δικαιωματισμού, επιχειρείται η διάβρωση θεσμών που έχουν την δική τους απρόβλεπτη άρα επικίνδυνη δυναμική… Ό,τι δεν υπάγεται στη “λογική” της κερδοφορίας αποτελεί αναχρονισμό και παράδοξο. Κι ό,τι δεν υποτάσσεται ή διαφεύγει του πανοπτικού ελέγχου είναι ακατανόητο, απρόβλεπτο και άρα επικίνδυνο. Το ελληνικό κράτος, ωστόσο, προσπάθησε και πάλι… να αναθεωρήσει το ειδικό αυτοδιοικητικό καθεστώς. Η στάση αυτή κρατάει από την εποχή της Βαυαροκρατίας, την περίοδο της Αντιβασιλείας υπό τον Μπάουερ. Και… κορυφώνεται στις μέρες μας, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, της μεταδημοκρατίας και της αποικιοκρατίας του χρέους, με νέα ορμή και αποφασιστικότητα… Ως συνέπεια, ο έλεγχος για το ποιος εισέρχεται, ποιος εξέρχεται και ποιος εγκαταβιώνει και εν γένει για το τι συμβαίνει στο ΑΟ θα περιέλθει στα χέρια εξωαγιορειτικής εξουσίας και δι’ αυτής –δεδομένης της εξάρτησης– σε εξωελληνική δύναμη»[7].

Όπως φαίνεται, ο αρθρογράφος δεν έχει ποτέ ακούσει για κάτι ιερά σκάνδαλα στο Βατοπέδι και αλλού. Εξ ου και συμπεραίνει ότι η μάχη ενάντια στη «λογική της κερδοφορίας» και την εξάρτηση πρέπει να ανατεθεί στους Εφραίμ, που είναι οι πλέον κατάλληλοι να πολεμήσουν την «τεχνοφεουδαρχία», υπερασπίζοντας παράλληλα τα μεσαιωνικού τύπου προνόμιά τους…

Ο ίδιος μέμφεται την κυβέρνηση της ΝΔ γιατί υπονομεύει «το πειστικό για χρόνια ιδεολογικό τρίπτυχο “Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια”. Σήμερα», εκτιμά, «η Δεξιά του Κυριάκου κατεδαφίζει το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια… ηγείται μιας “εκσυγχρονιστικής” σταυροφορίας διάλυσης και των τριών αυτών αξιών, των οποίων ήθελε να εμφανίζεται ως ο προνομιακός, ακοίμητος φρουρός και φύλακας άγγελος»[8].

Η σοφία του Δρόσου κορυφώνεται, βέβαια, στις πολεμικές στη μαρξιστική αντίληψη της ιστορίας. Μέμφεται, π.χ., «το ιδεολόγημα της καθοριστικής προτεραιότητας του οικονομικού, το οποίο υποστηρίζεται από μια προβληματική έως εσφαλμένη φιλοσοφική ανθρωπολογία (η αναγωγή όλων των ανθρώπινων κινήτρων στον ιδεότυπο του homo economicus)…· το ιδεολόγημα της “προόδου” (“η ιστορία πάει πάντα μπροστά”· “κάθε νέο είναι καλύτερο από κάθε παλιό”), το οποίο στην υπερβολή του, εκβάλει στην “επαναστατική” άρνηση και κατάργηση κληρονομημένων κοινωνικών και πολιτιστικών αξιών (ο πουριτανισμός της εκκαθάρισης του παρελθόντος)»[9]. Όλα αυτά είναι αντιδραστικές ιδέες, που παραδοσιακά έχουν συνδεθεί με την ακροδεξιά και το σκοταδισμό, ο Δρόσος όμως θέλει να πιστέψουμε πως πρόκειται για κάτι ριζικά νέο, που πάει πέρα τόσο από το Woke και το Alt-Right (ενώ στην ουσία, παριστάνοντας τον «ουδέτερο», νομιμοποιεί το Alt-Right).

Ο Κωνσταντακόπουλος είναι ένας ομοϊδεάτης των Γρίβα και Δρόσου, τακτικός αρθρογράφος στο slpress και στην Ίσκρα. Θερμός θιασώτης και αυτός του Πούτιν, παρουσιάζει όπως και οι άλλοι το καθεστώς του ως γνήσια «αντιφασιστικό», πολέμιο των «ουκρανοναζί» και του «δυτικού φασισμού», κοκ. Εδώ θα σταθούμε όμως πρώτα στις θέσεις του για το ζήτημα των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων. Ο Κωνσταντακόπουλος ξεκινά ενθαρρυντικά, επαινώντας το κίνημά τους για ίσα δικαιώματα:

«Το κίνημα της απελευθέρωσης των γυναικών και της ελευθερίας της σεξουαλικής ζωής, περιλαμβανομένου του δικαιώματος των γονέων να αποφασίζουν αν θέλουν να κάνουν παιδιά και του δικαιώματος των ομοφυλόφιλων να έχουν τη σεξουαλική ζωή που επιθυμούν, τουλάχιστον στη Δύση, ήταν μια τεράστιας, θεμελιώδους σημασίας απελευθερωτική κοινωνική επανάσταση του 20ού αιώνα» (σελ. 156).

Και αμέσως παρακάτω, στην ίδια παράγραφο, ξεχωρίζει το ζήτημα της τεκνοθεσίας των ομοφυλόφιλων, επιχειρηματολογώντας ότι «η διευκόλυνση της υιοθεσίας παιδιών από ομοφυλόφιλους» ήταν μια αντεπανάσταση(!):

«Η γνώμη μας είναι ότι τέτοια φαινόμενα είναι ακραίες εκδηλώσεις αστικού ατομικισμού και απελπισμένης αναζήτησης εξατομικευμένων ηδονών, που προσιδιάζουν στην παρούσα φάση καπιταλιστικής κοινωνικής διάλυσης… Μπορεί φυσικά να έχω λάθος στις παραπάνω απόψεις και εκτιμήσεις, είναι απαράδεκτο όμως να μην μπορούμε να συζητήσουμε όλο αυτό το θέμα ψύχραιμα στις κοινωνίες μας και να στιγματίζεται ως ομοφοβικός όποιος έχει διαφορετική άποψη από την επικρατούσα περί 107 φύλων! Δεν θα μπορούσε άλλωστε παρά να είναι αντεπανάσταση και όχι επανάσταση όλη αυτή η ιστορία, γιατί ζούμε βασικά σε μια περίοδο παγκόσμιας αντεπανάστασης…» (σελ. 156-157). 

Συνάγεται ότι το κίνημα των ομοφυλοφίλων αποτέλεσε μια τεράστια επανάσταση, αλλά είχαμε ταυτόχρονα και μια τεράστια αντεπανάσταση μέσα στην επανάσταση! Είναι πραγματικά να θαυμάζει κανείς τη «λογική» του αρθρογράφου, που μπορεί να βεβαιώνει ταυτόχρονα για το ίδιο αντικείμενο τα πιο αντίθετα πράγματα. Αναρωτιέται μόνο κανείς, αν εκφράζεται τόσο απαξιωτικά για κάτι που συνολικά θεωρεί μια «τεράστια απελευθερωτική επανάσταση», τι θα έλεγε για κάτι που θα το θεωρούσε εξαρχής αντεπανάσταση!

Αλλά και τι να πει κανείς για τη λογική, «αφού ζούμε σε εποχή αντεπανάστασης, άρα και τούτο είναι αντεπανάσταση»; Αν το πάμε έτσι, τότε όλα όσα συμβαίνουν σε μια εποχή αντεπανάστασης θα έπρεπε να είναι αντεπαναστατικά, και αντίστοιχα τα συμβαίνοντα σε εποχή επανάστασης επαναστατικά. Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσε αξεδιάλυτο μυστήριο το πώς ξαφνικά περνάμε από τη μια εποχή στην άλλη.

Κατά τα άλλα, ο Κωνσταντακόπουλος, που παραδίδει με τη σέσουλα μαθήματα αριστεροσύνης και δημοκρατίας στους πάντες, αποτυχαίνει να διακρίνει το ζήτημα αρχής αναφορικά με την τεκνοθεσία των ομοφυλόφιλων. Το ζήτημα αυτό, που χωρίζει το δημοκρατισμό από την αντίδραση, είναι το ανεπίτρεπτο στέρησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων από μια μερίδα πολιτών με την επίκληση ατομικών προτιμήσεων και κλίσεων τους που δεν είναι και δεν θεωρούνται παραβατικές από την κοινωνία. Τα υπόλοιπα, σχετικά με τα φύλα, κοκ, αφορούν την ιδεολογική θεμελίωση της μιας ή της άλλης θέσης και δεν μπορεί να αναιρούν το γενικό ζήτημα αρχής.

Ταυτόσημες θέσεις υποστηρίζει, βέβαια, στο θέμα της τεκνοθεσίας των ομοφυλόφιλων και ο Δρόσος, ο οποίος την απορρίπτει όμως με το επιχείρημα ότι στηρίζεται στην άποψη ότι υπάρχουν 72 αντί για 107 φύλα. «Το πρόβλημα», γράφει, «δεν υφίσταται βέβαια για όσους πιστεύουν πως υπάρχουν όχι δύο, αλλά 72 φύλα – ζητώ συγγνώμη αν αναγνωρίστηκε στο μεταξύ και 73ο!… Με χυδαιότητα διασύρεται και συκοφαντείται σαν “επιστροφή στον Μεσαίωνα” κάθε σκεπτικισμός ως προς το θέμα της τεκνοθεσίας των ομόφυλων ζευγαριών. Κύριος αποδέκτης των επιθέσεων αυτών, η Εκκλησία και ο γ.γ. του ΚΚΕ, θεσμούς που έσπευσαν να ταυτίσουν γελοιογραφικά»[10].

Εξίσου λάβρος ενάντια στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα είναι και ο Rzkhiladze, ένας Γεωργιανός αντιδραστικός, που επικαλείται σχετικά τη σωτήρια δράση του Πατριάρχη Γεωργίας Ηλία του Β΄ για τον περιορισμό της επιρροής της. Σύμφωνα με τον ίδιο, πλάι σε διάφορες άλλες δράσεις, η «κινητοποίηση της κοινωνίας κατά της ΛΟΑΤΚΙ ανομίας, όταν οι πορείες υπερηφάνειας των σεξουαλικών μειονοτήτων ακυρώθηκαν μετά από κάλεσμα της Εκκλησίας, μπορούν να θεωρηθούν ως τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Πατριάρχη Ηλία Β΄ προσωπικά» (σελ. 229). Σαν πραγματικός σκοταδιστής επιχαίρει ακόμη για τη διαρκή αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας (σελ. 228).

Ο Ηλίας Β΄, να προσθέσουμε, υποστηρίζει την αποκατάσταση της συνταγματικής μοναρχίας στη Γεωργία, με την επιστροφή στο θρόνο της δυναστείας των Μπαγκρατιόνι, που βασίλευσε εκεί ως τις αρχές του 19ου αιώνα. Βάφτισε μάλιστα «πρίγκιπα» ένα μακρινό τους απόγονο. Έχει πει ακόμη ότι η ομοφυλοφιλία είναι «ασθένεια» και ως αποτέλεσμα της αναφερόμενης έκκλησής του το 2013 τραμπούκοι καθοδηγούμενοι από ιερείς έδειραν διαδηλωτές της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ. Εναντιώνεται στο δικαίωμα της έκτρωσης αλλά και στις εκπαιδευτικές ανταλλαγές με το εξωτερικό, τις οποίες αποκαλεί «μη πατριωτικές»[11].

Ο Παπαδομανωλάκης είναι υπεύθυνος του guernicaeu.wordpress.com, ενός ακραία φιλορωσικού σάιτ, αντίστοιχου επιπέδου με την Ίσκρα. Σε αυτό βρίσκουμε, μεταξύ άλλων, πλήθος υμνητικά άρθρα για τη ΛΔ της Κορέας και την επίσημη κρατική φιλοσοφία της, το Τζούτσε. Σε ένα άρθρο του «μεγάλου ηγέτη» Κιμ Γιονγκ Ιλ, μπαμπά του τωρινού ακόμα μεγαλύτερου ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν, ο οποίος Κιμ Γιονγκ Ιλ είχε επίσης διαδεχτεί και αυτός τον μπαμπά του Κιμ Ιλ Σουνγκ, διαβάζουμε:

«Μόνο όταν η φιλοσοφία του Τζούτσε μελετάται σε σύγκριση με την Μαρξιστική φιλοσοφία μπορούν οι περιορισμοί της τελευταίας, οι οποίοι βρίσκονται στο γεγονός ότι θεωρεί την ανάπτυξη όλων των πραγμάτων ως μια διαδικασία της ιστορίας της φύσης, μπορεί η ανωτερότητα της φιλοσοφίας του Τζούτσε να αποσαφηνιστεί. Μερικοί άνθρωποι επιχειρούν να εξηγήσουν τις θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας του Τζούτσε, περιλαμβάνοντας τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του ανθρώπου, από την σκοπιά του γενικού νόμου της ανάπτυξης του υλικού κόσμου, αντί να τα εξηγούν διευκρινίζοντας τον νόμο της κοινωνικής κίνησης. Σε τελική ανάλυση, αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ως ισοδύναμο με την προσπάθεια επεξήγησης της φιλοσοφίας του Τζούτσε από την οπτική της ανάπτυξης του Μαρξιστικού Διαλεκτικού Υλισμού και όχι σαν μια εντελώς πρωτότυπη φιλοσοφία. Αυτό καθιστά αδύνατη την αποσαφήνιση της πρωτοτυπίας της φιλοσοφίας του Τζούτσε»[12].

Η σύνταξη μπορεί να μην είναι άψογη, αλλά το νόημα είναι ξεκάθαρο. Ο μαρξιστικός διαλεκτικός υλισμός είδε με λαθεμένο τρόπο τα ζητήματα της διαλεκτικής και τα ξεκαθάρισε η φιλοσοφία του Τζούτσε, η οποία είναι μια εντελώς πρωτότυπη και ανώτερη φιλοσοφία. Όσοι παίρνουν λίγο σοβαρά το μαρξισμό δεν μπορεί να μη συνειδητοποιούν την ανάγκη, ιδιαίτερα σε εποχές όπως η τωρινή, να στεκόμαστε στο έδαφος των κλασικών του μαρξισμού, Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, και των επιφανέστερων μετέπειτα μαθητών τους, αφομοιώνοντας τα επιτεύγματά τους. Εδώ μας λένε ότι όλα αυτά ήταν μια πλάνη και μόνο με το Τζούτσε θα βρούμε την υγειά μας…

Για το για τι κορυφαία φιλοσοφία πρόκειται, αρκεί να παραθέσουμε ένα ακόμη απόσπασμα από το άρθρο του Κιμ Γιονγκ Ιλ:

«Η πολιτική και πολιτιστική ζωή των ανθρώπων εκφράζεται στην ιδεολογική και πνευματική τους ζωή. Επομένως, δεν είναι καθόλου παράλογο να χωρίζουμε την κοινωνική ζωή σε δύο σημεία, ιδεολογική και πνευματική ζωή και υλική ζωή συμπεριλαμβάνοντας πολιτική και πολιτιστική ζωή στην πρώτη κατηγορία. Όταν μιλάμε για τα δύο οχυρά του κομμουνισμού, πρέπει επίσης να τα θέσουμε ως το ιδεολογικό ή το πολιτικό και ιδεολογικό οχυρό και το υλικό οχυρό. Αντίστοιχα, για να κάνουμε την κοινωνική ζωή να συμβαδίζει με την ιδέα των δύο οχυρών του κομμουνισμού πρέπει, για πρακτικά ζητήματα, να την χωρίσουμε σε δύο σημεία».

Συνάγεται ότι η πολιτική και η ιδεολογική ζωή είναι τα δυο οχυρά του κομμουνισμού και επίσης τα δυο σημεία (ούτε καν επίπεδα!) της κοινωνικής ζωής, και μόνο αν τα χωρίσουμε έτσι η κοινωνική ζωή θα συμβαδίζει με την ιδέα των δυο οχυρών και των δυο σημείων. Αυτό το πράγμα προσφέρεται σαν ανώτερο από το μαρξισμό!

Η απόσταση που χωρίζει το μαρξισμό από το Τζούτσε είναι τεράστια. Η απόσταση όμως του Τζούτσε από τους διάφορους Ντούτσε, που το πρωτότυπό τους έδωσε ο Μουσολίνι, είναι εξαιρετικά μικρή. Στο guernicaeu θα βρούμε ένα σωρό τέτοιους λακέδες και χαμαιλέοντες, παρόμοιους με τον πουτινικό εσμό που παρελαύνει στην Ίσκρα. Και όταν λοξοδρομεί η ιστορία, όπως στην εποχή μας, τέτοιοι τύποι μπορεί να βγαίνουν στον αφρό και κάποτε να γίνονται μακελάρηδες τύπου Πολ Ποτ, Γιεζόφ και φυσικά Χίτλερ.

Όλοι αυτοί οι κύκλοι είναι ξεκάθαρα μια από τις συνιστώσες του σύγχρονου φασισμού, αποτελώντας εχθρικό χώρο για τους μαρξιστές.

«Αντιφασίστες» – δηλαδή τσιράκια του Πούτιν…

Ο μαρξιστικός ορισμός του φασισμού από τον Τρότσκι και άλλους μαρξιστές, μπορεί να συνοψιστεί στην εξής πρόταση: Ο φασισμός είναι μια ανοικτά δικτατορική μορφή αστικής εξουσίας, βασισμένη στο μεγάλο κεφάλαιο, στην οποία η αστική τάξη προσφεύγει σε στιγμές μεγάλης κρίσης, κινητοποιώντας τους κατεστραμμένους μικροαστούς για να καταργήσει την αστική δημοκρατία και να πνίξει το εργατικό κίνημα. Αυτός ο ορισμός δίνει έμφαση στα οικονομικά θεμέλια του φασισμού, χωρίς να αγνοεί διόλου τις στηριγμένες σε αυτά ταξικές και ιδεολογικές του όψεις, τις οποίες φώτισε περισσότερο ο Λούκατς.

Όλοι οι συνεισφέροντες στη συλλογή «αντιφασίστες» προσπερνούν πλήρως, όπως είπαμε, τη μαρξιστική θεωρία για το φασισμό. Μόνο ο Δρόσος παραθέτει τον ελλιπή ορισμό του Ντιμιτρόφ – «Ο φασισμός είναι η ανοικτή τρομοκρατική δικτατορία του πιο αντιδραστικού, σοβινιστικού και ιμπεριαλιστικού τμήματος του χρηματιστικού κεφαλαίου» (σελ. 29). Το κάνει όμως για να τον απορρίψει μηδενιστικά ως «βερμπαλιστικό». Αυτό που τον ενοχλεί στον παραπάνω ορισμό είναι η επισήμανση των οικονομικών θεμελίων του φασισμού. Ο ίδιος θεωρεί ότι «Θα πρέπει να αναγνώσουμε το φασιστικό φαινόμενο κυρίως με όρους πολιτικούς και όχι με όρους οικονομικού ντετερμινισμού» (σελ. 31).

Η αιτία της ενόχλησης του Δρόσου είναι προφανής. Αν ξεκινήσουμε από τις ρίζες του φασισμού στη μονοπωλιακή ολιγαρχία, τον ιμπεριαλισμό κοκ, τότε είναι σαφές ότι αφού οι παράγοντες αυτοί υπάρχουν σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ακροδεξιές και νεοφασιστικές δυνάμεις δεν υπάρχουν μόνο στη Δύση αλλά και στη Ρωσία, που είναι επίσης μια ιμπεριαλιστική δύναμη, και να εξεταστεί παραπέρα η επιρροή τους σε κάθε χώρα. Κάθε τέτοια εξέταση θα δείξει όμως ότι το προσφιλές του καθεστώς Πούτιν έχει προωθήσει τον εκφασισμό σαφώς περισσότερο από τις ελίτ της ΕΕ.

Η αποσύνδεση του φασισμού από την οικονομία καθιστά δυνατή σε ένα πρώτο επίπεδο την επινόηση αυθαίρετων, ιδεαλιστικών ορισμών του, που πολλά λένε και τίποτα δεν λένε. Αρκετοί συνεισφέροντες στη συλλογή ερωτοτροπούν με τέτοιους ορισμούς. Ο Πλειός παραθέτει επιδοκιμαστικά την αντίληψη του Μπένγιαμιν για το φασισμό ως την «αισθητικοποίηση της πολιτικής» (σελ. 21), καθώς και την άποψη του Χέιγουντ για το φασισμό «ως μια από τις πολιτικές ιδεολογίες… με καταγωγή από το νεοσυντηρητισμό» (σελ. 21 – αυτό ειδικά θα προϋπέθετε μια αναστροφή της ροής του χρόνου, αφού ο νεοσυντηρητισμός εμφανίστηκε πολύ αργότερα από το φασισμό, γύρω στα 1960). Παρόμοια η Ρήγου ασπάζεται τον «ορισμό» των Καμί και Τόμας Μαν για το φασισμό ως «πολιτικοποίηση της πνευματικής κατάστασης του μνησίκακου μαζανθρώπου» (σελ. 100). Τέλος ο Δρόσος αναφέρεται ως σε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στα «χαρακτηριστικά της αυταρχικής προσωπικότητας» με βάση τη σχετική κλίμακα του Αντόρνο (σελ. 43), κοκ.

Αυτά όλα όμως είναι πρόσοψη, επιδείξεις πολυμάθειας και καρυκεύματα. Ο πραγματικός σκοπός της αποσύνδεσης του φασισμού από την οικονομία είναι να εμφανίσουν το φασισμό ως ιστορικό και σύγχρονο προϊόν αποκλειστικά της Δύσης, με φορέα μάλιστα όχι τους ακροδεξιούς και τους νεοφασίστες αλλά τις παραδοσιακές, κεντρώες αστικές δυνάμεις α λα Μακρόν, παρουσιάζοντας τη Ρωσία του Πούτιν ως το γνήσιο αντίποδα του σύγχρονου φασισμού, συνεχιστή των αντιφασιστικών παραδόσεων της ΕΣΣΔ. Αυτό είναι το κεντρικό επιχείρημα των περισσότερων συνεισφερόντων στη συλλογή.

Διαφωτιστικό εδώ είναι το ίδιο το οπισθόφυλλο της συλλογής, όπου δηλώνεται ότι «ο φασισμός είναι δημιούργημα της Ευρώπης και συγκροτήθηκε στη βάση της κοινωνικής σκέψης εκπροσώπων του δυτικού τμήματός της»· οι σύγχρονες εμπειρίες, λένε, αναγκάζουν «τους σκεπτόμενους ανθρώπους να δουν με διαφορετικό μάτι τη φύση του φασισμού, την προϊστορία του».

Ότι αυτό είναι ξέπλυμα του τσαρισμού, αλλά και των στενών συνδέσεων του καθεστώτος Πούτιν με τους νεοφασίστες της Ευρώπης, μετά βίας χρειάζεται να εξηγηθεί. Πραγματικά, για σκεφτείτε το! Μόνο η Δυτική Ευρώπη, που έδωσε μεταξύ άλλων το μαρξισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, υπήρξε η κοιτίδα του φασισμού. Η τσαρική Ρωσία, που οι κλασικοί αποκαλούσαν «την τελευταία μεγάλη εφεδρεία της ευρωπαϊκής αντίδρασης» (Μαρξ και Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο) και «φυλακή των λαών» (Λένιν), με τα κάτεργά της, τις δολοφονικές τσαρικές συμμορίες, κοκ, δεν έχει τίποτα που να μπορεί να συνδεθεί με το φασισμό. Και ούτε βέβαια μπορεί να υποψιαστούμε το τωρινό καθεστώς του Πούτιν για τίποτα συνδέσεις με αυτό το αντιδραστικό παρελθόν.

Επιχειρηματολογώντας σε αυτό το πνεύμα, ο Πλειός εκτιμά ότι οι νεοφασίστες παλιάς κοπής σήμερα σχεδόν περιορίζουν τη δράση τους στο Διαδίκτυο. Αυτοί είναι, λέει, φασίστες «στρατιωτικού τύπου», ενώ τώρα έχουμε να κάνουμε κυρίως με νέους φασίστες, «εταιρικού τύπου», που πρότυπό τους είναι οι «ακροκεντρώοι»: «Οι μεταμοντέρνοι φασίστες… πραγματοποιούν πάλι παρελάσεις και λαμπαδηφορίες για να τρομοκρατήσουν, αλλά στους διαδρόμους του διαδικτύου. Όμως το σημαντικότερο ίσως είναι κάτι άλλο. Την ίδια προπαγανδιστική τακτική, την ίδια κοινωνικο-πολιτική συμπεριφορά εκδηλώνουν και πολλοί αποκαλούμενοι φιλελεύθεροι (ή ακροκεντρώοι, όπως επικράτησε στη δημοσιότητα να λέγονται)… Αυτή ίσως η εκδοχή του μεταμοντέρνου φασισμού, αυτού με κουστούμι και όχι στρατιωτική στολή, είναι και η πιο επικίνδυνη, καθώς μπορεί να διαδοθεί με μικρότερες αντιστάσεις» (σελ. 26).

Ο Δρόσος επίσης καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα: «Τα φασιστικά μορφώματα λειτουργούν συνήθως ως εφεδρείες των κατασταλτικών και στρατιωτικών δυνάμεων των κρατών, από τα οποία αξιοποιούνται κατά περίσταση και έχουν ημερομηνία λήξης… Η πιο επικίνδυνη εξέλιξη λοιπόν δεν είναι τα βίαια γκρουπούσκουλα που πλαισιώνουν και επικουρούν κατά καιρούς τις κατασταλτικές δυνάμεις. Οι πλέον ανησυχητικές εξελίξεις αφορούν το κύριο, επίσημο, συστηματικό ρεύμα της σύγχρονής μας κρατικής εξουσίας… Η διάλυση των δυτικών κοινωνιών… είναι έργο του νεοφιλελευθερισμού» (σελ. 33-35).

Ταυτόσημη είναι η θέση του Ελληνιάδη: «Στη Δύση, λοιπόν, σήμερα το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα νεοφασιστικά κόμματα και ρεύματα. Οι πολιτικές των Δημοκρατικών δεν διαφέρουν από τις πολιτικές των Ρεπουμπλικάνων… Οι δε σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι είναι περισσότερο πολεμοχαρείς, ρωσοφοβικοί, φιλοσιωνιστές και ισλαμοφοβικοί από τους ακροδεξιούς στη Γερμανία. Απ’ όλα αυτά αβίαστα προκύπτει ότι ο φασισμός, οι ρίζες του, τα παράγωγα και οι εφαρμογές το, δεν αποτελούν ένα παροδικό, ένα συγκυριακό συμβάν στην ιστορία της Δύσης. Απλά αλλάζουν οι τρόποι και οι ρητορείες όταν οι αγριότητες αντί να ασκούνται από την Άκρα Δεξιά ασκούνται από το Ακραίο Κέντρο» (σελ. 212-213).

Τέλος, ο Κωνσταντακόπουλος εκτιμά πανομοιότυπα ότι η ακροδεξιά α λα Τραμπ είναι πιο φιλειρηνική από τις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις: «Οι όλο και μεγαλύτερες μάζες ανθρώπων που ήθελαν ειρήνη, μη βρίσκοντας δυνάμεις του Κέντρου, της Αριστεράς ή της παραδοσιακής Δεξιάς για να υποστηρίξουν την ειρήνη κατέφυγαν στην άκρα Δεξιά. Είναι πολύ νωρίς για να κρίνουμε την πολιτική του Τραμπ στο σύνολό της. Πρέπει πάντως οπωσδήποτε να χαιρετίσουμε τη διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο γιατί ανοίγει το δρόμο προς μια ειρηνική διευθέτηση του ουκρανικού» (σελ. 159).

Μιλώντας για τον εξωραϊσμό του νεοφασισμού και της ακροδεξιάς από τους «αντιφασίστες» μας, δεν μπορεί να μη σταθούμε σε μερικές περιπτώσεις που εξωραΐζουν άμεσα το ίδιο το πρωτότυπο, το ναζιστικό καθεστώς. Ο Πλειός, π.χ., αποφαίνεται: «Το ραδιόφωνο διέλυσε στη ναζιστική Γερμανία τις υπαρκτές κοινότητες φτιάχνοντας μια νέα, την ενιαία χωρίς εσωτερικές αντιθέσεις κοινότητα του ναζιστικού έθνους που μοιάζει με την παλιά κοινότητα» (σελ. 25).

Ο Πλειός αναγνωρίζει εδώ για γνήσιο νόμισμα την αξίωση των ναζί ότι το «κίνημά» τους θα καταργούσε τις ταξικές αντιθέσεις μέσα στη φυλετικά θεμελιωμένη λαϊκή κοινότητα. Ο τρόπος σκέψης του είναι τελείως μεταφυσικός, γιατί οι παλιές, κλειστές κοινότητες, που εξιδανίκευε και δήθεν αναβίωνε ο ναζισμός, βασίζονταν στην περιχαράκωση των τοπικών, φεουδαλικών οικονομιών, ενώ ο ναζισμός, όπως και όλες οι σύγχρονες αστικές εξουσίες, προϋποθέτει την κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας που έχει επιφέρει ο καπιταλισμός. Αυτή όμως η κοινωνικοποίηση είναι αντιφατική, βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας και γι’ αυτό η παρουσίασή της ως ενιαίας, είτε με τα φυλετικά δόγματα, είτε με πιο παραδοσιακά ιδεολογήματα τύπου «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», κοκ, συνιστά απάτη και δημαγωγία. Το να εκλαμβάνεις τη φασιστική της εκδοχή ως γνήσιο νόμισμα σημαίνει ακριβώς να εξωραΐζεις το φασισμό.

Να σημειωθεί ότι όλοι οι μαρξιστές τόνισαν την απατηλότητα αυτού του ναζιστικού δόγματος. Ενδεικτικά ο Τρότσκι, αναφερόμενος στις κοινοτικές αξιώσεις των ναζί, έγραφε:

«Το πρόγραμμα των μικροαστικών αυταπατών δεν έχει καταργηθεί. Αποσπάται απλώς από την πραγματικότητα και διαλύεται σε τελετουργικές πράξεις. Η ενοποίηση όλων των τάξεων περιορίζεται στο μισοσυμβολισμό της υποχρεωτικής υπηρεσίας εργασίας και τη δήμευση “υπέρ του λαού” της εργατικής γιορτής της Πρωτομαγιάς… Η συναδέλφωση των τάξεων αποκορυφώθηκε στο γεγονός ότι οι κατέχοντες σε μια ειδικά ορισμένη μέρα παραιτούνται υπέρ των μη κατεχόντων από τα ορεκτικά και τα φρούτα τους»[13].

Ξεκάθαρα η γραμμή σκέψης του Τρότσκι, η μαρξιστική γραμμή, και η γραμμή του Πλειού είναι σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις.

Αν ο Πλειός εξωραΐζει έμμεσα και ασυναίσθητα το ναζισμό, ο Δρόσος, ένας πολύ πιο συνεπής εθνικιστής, τον εξωραΐζει φανερά και άμεσα. «Αν και συνήθως παραβλέπεται», γράφει, «το φασιστικό, κυρίως δε το ναζιστικό κράτος, είναι ένα κράτος προνοίας. Η τεράστια λαϊκή στήριξη έχει και ισχυρό οικονομικό, πραγματικό υπόβαθρο, πέραν του συμβολικού-ιδεολογικού». Και για του λόγου το αληθές, ο ίδιος παραπέμπει στο έργο του Γκετζ Άλι: «Προς υποστήριξη αυτής της θέσης, τα πλούσια στοιχεία που παραθέτει ο Götz Aly, Το Λαϊκό Κράτος του Χίτλερ, Κέδρος, Αθήνα 2009».

Ο Γκετζ Άλι είναι ένας ακροδεξιός αναθεωρητής ιστορικός, από αυτούς που προσπαθούν να αποδείξουν ότι ο Χίτλερ οικοδόμησε ένα «αυθεντικά λαϊκό» καθεστώς. Πέραν αυτού δε, έγινε τα πρόσφατα χρόνια και ένθερμος συμπαθών του AfD, του γερμανικού ακροδεξιού, φιλοναζιστικού κόμματος. Όπως παλιά «το πρώτο λαϊκό κόμμα ήταν το NSDAP» του Χίτλερ, λέει ο Άλι, έτσι είναι σήμερα και το AfD. Πρόκειται, εκτιμά, για ένα κόμμα που κινείται στο αριστερό πολιτικό φάσμα. «Το AfD διατυπώνει σίγουρα αριστερά αιτήματα, δηλώνει ο Götz Aly στην Berliner Zeitung: “Το AfD εκστρατεύει για έναν ελάχιστο μισθό 15,40 ευρώ την ώρα, θέλει να επιτύχει σημαντική αύξηση των επιδομάτων στέγασης, να διατηρήσει τα εγγενή έντομα και τα πουλιά”». Έφτασε μάλιστα να ξεπλύνει τον Ερνστ Χέκε, ένα ανοικτά φιλοναζί ηγέτη του AfD, δηλώνοντας ότι, σε αντίθεση με άλλους σχολιαστές, «δεν θα τον αποκαλούσα φασίστα»[14].

Σαν ένα δείγμα του άμεσου ξεπλύματος του ναζισμού από τον Άλι να σημειώσουμε ακόμη τη συστηματική προσπάθειά του να εμφανίσει το ναζιστικό καθεστώς σαν συναινετικό, μειώνοντας στο έπακρο την τρομοκρατική συνιστώσα του. Στο αναφερόμενο από τον Δρόσο βιβλίο του επιστρατεύει επιχειρήματα όπως το ότι η Γκεστάπο διέθετε το 1937 «μόνο» 7.000 υπαλλήλους, για να συμπεράνει ότι ο γερμανικός λαός στήριζε το καθεστώς και επομένως η επιτήρηση ήταν περιττή. Πέραν του γεγονότος ότι το προσωπικό της Γκεστάπο ανερχόταν σε 20.000 άτομα, ο Άλι ξεχνά εδώ βολικά ότι πίσω από την Γκεστάπο στέκονταν τα Ες Ες, τα τάγματα εφόδου, κοκ, με κάποια εκατομμύρια μέλη[15].

Το μόνο δυνατό εξαγόμενο από αναλύσεις του φασισμού α λα Γκετζ Άλι και Δρόσου είναι ότι πρέπει να πάμε με το AfD ή με το ελληνικό ισοδύναμό του, όταν εμφανιστεί στη χώρα μας. Οι νεοφιλελεύθερες ελίτ διέλυσαν το κράτος πρόνοιας, το AfD υπόσχεται να το αποκαταστήσει, προβάλλει ως και αριστερά, φιλολαϊκά αιτήματα όπως έκαναν στον καιρό τους οι ναζί με το δικό τους κράτος προνοίας και την τεράστια λαϊκή στήριξή τους – εμπρός λοιπόν! Πρέπει να είναι κανείς τελείως αφελής για να το περνά όλο αυτό ως «αντιφασισμό». Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά προετοιμασία του φασισμού, πάνω στις ίδιες μάλιστα γραμμές της δημαγωγικής προπαγάνδας των ναζί.

Όπως και να έχει, σίγουρα έχουμε εδώ ένα πολύ παράξενο είδος «αντιφασιστών»! Στο εξώφυλλο της έκδοσης βάζουν για τίτλο το «Η άνοδος του νεοφασισμού και το μέλλον της Ευρώπης». Στην Εισαγωγή του Θ. Ιγνατιάδη, μας λένε ότι «το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να συζητηθεί χωρίς κριτική του νεοφασισμού και των σύγχρονων μορφών του» (σελ. 10). Και το συμπέρασμα από τις βαθιές αναλύσεις τους είναι ότι νεοφασίστες και οι ακροδεξιοί δεν αποτελούν κίνδυνο και ότι οι πραγματικοί φασίστες είναι στις μέρες μας οι κεντρώες, παραδοσιακές αστικές δυνάμεις…

Η καθοσίωση της Ρωσίας του Πούτιν, ως πρωτοπορίας, δήθεν, του σύγχρονου αντιφασισμού είναι ο αληθινός σκοπός της έκδοσης. Άλλωστε, ο Θ. Ιγνατιάδης, που την προλογίζει, είναι πρόεδρος της Ελληνορωσικής λέσχης Διάλογος (σελ. 9). Ο ίδιος αναφέρεται ως εκδότης της εβδομαδιαίας ρωσόφωνης εφημερίδας «МК-Αθηναϊκός Κούριερ» και πρόεδρος του εκδοτικού οίκου Contact. Σε συνεντεύξεις του στο militaire.gr και σε άρθρα του υμνεί το βαθύ δημοκρατισμό του καθεστώτος Πούτιν[16]. Οι εκδοτικές του δραστηριότητες, σύμφωνα με αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, χρηματοδοτούνται από το Pravofond, ένα ίδρυμα της ρωσικής κυβέρνησης[17]. Τέλος, στη σελίδα της Λέσχης στο facebook, Dialogos CLUB, αναρτώνται φωτογραφίες όπου ο Ιγνατιάδης βραβεύεται από τον Ρώσο πρέσβη Αντρέι Μασλόβ, ενώ ο ίδιος αναφέρεται ακόμη στο Διαδίκτυο ως «αντιπρόσωπος της ρωσικής πρεσβείας». Δεδομένου ότι στη σελ. 5 της συλλογής υπάρχει το σήμα όχι μόνο του Τόπου αλλά και του Contact, εκδοτικού οίκου του Ιγνατιάδη, φαίνεται εύλογο ότι η συγκεκριμένη συλλογή εμπίπτει στις ως άνω δραστηριότητές του.

Αφήνοντας κατά μέρος αυτή την πλευρά, ας ρίξουμε μια παραπέρα ματιά στα άρθρα. Ο κοινός παρανομαστής τους είναι να αρνηθούν και να συγκαλύψουν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ρωσίας, εμφανίζοντάς τη ως προοδευτική δύναμη. Για το λόγο αυτό περιορίζουν το φασισμό αποκλειστικά στη Δύση, εμφανίζοντας ως σύγχρονο φορέα του όχι τις ακροδεξιές αλλά τις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις. Αναφορικά δε με τη Ρωσία διατείνονται ότι ήταν ανέκαθεν φορέας πολιτισμού και υψηλών ιδανικών, μια χώρα όπου οι φασιστικές ακροδεξιές δυνάμεις και τα ιδεολογήματά τους δεν έπιασαν ποτέ ρίζες.

Ο Γρίβας, σε ένα άρθρο τιτλοφορούμενο «Τα ναζιστικά στοιχεία στον νέο ψυχρό πόλεμο και η ρατσιστική ανάγνωση της Ρωσίας» –όταν πρόκειται για τη Ρωσία, αλλά όχι βέβαια για τους μετανάστες, είμαστε αντιναζί και αντιρατσιστές, όχι αστεία!– μας λέει τα εξής πάνω στο θέμα:

«Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ναζισμού ήταν ο ρατσισμός. Δηλαδή, η αντίληψη ότι κάποιοι λαοί, και μεταξύ αυτών οι Σλάβοι, είναι κατώτεροι, εγγενώς επικίνδυνοι, εγγενώς απολίτιστοι και θα πρέπει να εξοντωθούν ή έστω να βρίσκονται “υπό έλεγχο”… Στο πλαίσιο αυτών των αντιλήψεων, η Ρωσία και οι Ρώσοι αντιμετωπίζονται ως επιθετικοί εκ φύσεως, σαν άγριοι από τη στέπα, οι οποίοι έχουν μέσα στο αίμα τους τη βία και έτσι πρέπει να “αδρανοποιηθούν” ακόμη και δια της καταστροφής της Ρωσίας… Και αυτό συμβαίνει γιατί αντιμετωπίζουν τη Ρωσία ως εγγενώς κακή και επιθετική, δηλαδή με αμιγώς ρατσιστικά κριτήρια και όχι μέσω μιας ορθολογικής γεωπολιτικής ανάγνωσης… Οι ευρωπαϊκές ηγεσίας φαίνεται πως, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία, είναι πρόθυμες να συγκρουστούν ακόμη και με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αν είναι να διατηρήσουν και να οδηγήσουν στα έσχατα όριά της τη σύγκρουση με τη Ρωσία. Και είναι πολύ ενδιαφέρον ότι αυτή την παρανοϊκή, ξεκάθαρα ναζιστική γεωστρατηγική, εφαρμόζουν με φανατισμό κυρίως κεντροδεξιά και κεντροαριστερά σχήματα και φυσικά οι Πράσινοι, κατηγορώντας όσους θέλουν μια πιο ορθολογική αντιμετώπιση της Ρωσίας ως ακροδεξιούς ή μπολσεβίκους και φυσικά ελεγχόμενους από τη Ρωσία»[18].

Ο Ελληνιάδης, που προσφέρει στο άρθρο του μια «völkisch» εκδοχή των απόψεων του Γρίβα, συμπληρώνει το επιχείρημα:

«Τα τρομακτικά εγκλήματα των φασιστών της Ευρώπης στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα είναι μόνο ένα μέρος των ακόμα πιο φρικτών εγκλημάτων που πραγματοποίησαν όλοι οι Δυτικοί επί αιώνες σε όλο τον κόσμο, και όχι μόνο για τα λίγα χρόνια που κυριάρχησαν και έδρασαν τα φασιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη. Αντιθέτως, οι φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις δεν αποτέλεσαν ποτέ όπλο μαζικής καταστροφής στους άλλους σημαντικούς πολιτισμούς, γι’ αυτό οι μεγάλες σε έκταση ή πληθυσμό χώρες ήταν και παραμένουν πολυεθνικές, πολυφυλετικές, πολυγλωσσικές και πολυθρησκευτικές. Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Ινδονησία, η Αφρική ολόκληρη» (σελ. 211-212).

Ο Γρίβας και ο Ελληνιάδης, όπως και οι άλλοι συνεισφέροντες στη συλλογή, αναφέρονται μόνο στη Ρωσία γενικά, κάνοντας αφαίρεση από τα συγκεκριμένα κατά καιρούς καθεστώτα της. Όπως φαίνεται, δεν έχουν ποτέ ακούσει ότι η Ρωσία κυβερνιόταν για αιώνες από το ακραία καταπιεστικό καθεστώς του τσαρισμού, ούτε ότι εκεί είδαν το φως, ως πρόπλασμα, καίρια στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας όπως ο αντισημιτισμός. Ιδιαίτερα στα χρόνια των δυο τελευταίων τσάρων της Ρωσίας, του Αλέξανδρου Γ΄ και του Νικόλαου Β΄, ο αντισημιτισμός έγινε επίσημη ιδεολογία του τσαρισμού. Υπήρξαν μαζικά αντισημιτικά πογκρόμ και πάνω από 2,5 εκατομμύρια Εβραίοι, σε ένα σύνολο περίπου 5 εκατομμυρίων, αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν. Στα 1903 εμφανίστηκαν στη Ρωσία τα λεγόμενα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, μια αντισημιτική πλαστογραφία για μια υποτιθέμενη παγκόσμια συνωμοσία των Εβραίων, που αποτέλεσαν προσφιλή αναφορά της ναζιστικής προπαγάνδας. Το Νοέμβρη του 1905 ιδρύθηκε η Ένωση του Ρωσικού Λαού, γνωστή και ως Μαύρες Εκατονταρχίες, που από πολλούς θεωρούνται η πρώτη φασιστικού τύπου οργάνωση του 20ού αιώνα. Ακραίοι εθνικιστές και αντισημίτες, με μαζική βάση ασθενέστερη εκείνης των ναζί, επιδόθηκαν σε πογκρόμ ενάντια σε Εβραίους και σε σοσιαλιστές επαναστάτες. Ακόμη και οι Μελανοχίτωνες των ναζί είχαν τους προδρόμους τους στους Κιτρινοχίτωνες των Μαύρων Εκατονταρχιών. Αργότερα, στη διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου, ξεκληρίστηκαν από τους Λευκούς του Ντενίκιν και τους Ουκρανούς εθνικιστές ολόκληρα εβραϊκά χωριά, με τα θύματα των πογκρόμ να υπολογίζονται σε 100 με 250 χιλιάδες. Από την άλλη μεριά, σε όλο τον 19ο αιώνα η τσαρική διοίκηση προήγαγε το μεγαλορωσικό σοβινισμό ενάντια στους περιφερειακούς λαούς της αυτοκρατορίας, καταπιέζοντάς τους ωμά και αποκλείοντάς τους από τα δημόσια αξιώματα. Και αν οι κακοί Δυτικοί εμφανίζουν σήμερα τους Σλάβους σαν κατώτερους, οι Ρώσοι σλαβόφιλοι τους εμφάνιζαν τότε σαν περιούσιο λαό, προορισμένο να ηγηθεί του παγκόσμιου πολιτισμού.

Ένα μέρος αυτών των δογμάτων μεταφέρθηκε από τους Ρώσους εμιγκρέδες στη Δύση μετά το 1920 και παραλήφθηκε από τους ναζί. Η πιο αντιπροσωπευτική φυσιογνωμία ανάμεσά τους ήταν αναμφισβήτητα ο Ιβάν Ίλιν, υμνητής των ναζί ως τα 1933 (διάσημο έμεινε το άρθρο του εκείνης της χρονιάς «Ο εθνικοσοσιαλισμός, ένα νέο πνεύμα») και δημιουργός ενός «ρωσικού χριστιανοφασισμού». Στον Ίλιν έχει αναφερθεί επανειλημμένα εκθειαστικά ο Πούτιν, ο οποίος έδωσε μάλιστα εντολή να μεταφερθούν τα λείψανά του στη Ρωσία και του τέλεσε και ένα «αντιφασιστικό» μνημόσυνο[19].

Όλα αυτά είναι προφανώς ανάξια λόγου για τους «αντιφασίστες» αναλυτές μας!

Ο τσαρλατανισμός των διαβεβαιώσουν του Ελληνιάδη ότι, πέραν της Ρωσίας, η Κίνα και η Αφρική ήταν ανέκαθεν αρμονικές πολυφυλετικές και πολυθρησκευτικές χώρες βγάζει μάτι. Μόνο ο πόλεμος των Ταϊπίνγκ στην Κίνα, ένας πόλεμος με ισχυρά εθνικά και θρησκευτικά κίνητρα στα 1850-71, είχε περί τα 20-30 εκατομμύρια θύματα, από αρρώστιες αλλά και μαζικές σφαγές πληθυσμών όταν ο στρατός της μιας πλευράς καταλάμβανε περιοχές της άλλης.

Η «ορθολογική γεωπολιτική θεώρηση» του Γρίβα, που οι Ελληνιάδης, Κωνσταντακόπουλος κ.ά. επενδύουν με «αντι-ιμπεριαλιστικά» άμφια, δεν είναι έτσι κάτι άλλο από αντιδυτισμός, μια υποκατάσταση του γνήσιου αντιιμπεριαλισμού με την αντιδυτική προπαγάνδα. Και αυτή η παραπλανητική δημαγωγία σκεπάζει μια απολογία για το ρωσικό ιμπεριαλισμό, μια άρνηση του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του καθεστώτος Πούτιν, ένα φτιασίδωμά του μέσα από την παραχάραξη όσων πλευρών της ιστορίας, παλιάς και σύγχρονης, που αποκαλύπτουν το αποκρουστικό ιμπεριαλιστικό του πρόσωπο. Σε αυτό το πλαίσιο οι Γρίβας και Σία παρερμηνεύουν την αντίθεση ανάμεσα στη μετριοπαθή αστική πτέρυγα (κέντρο, σοσιαλδημοκράτες, κοκ) και την ακροδεξιά πτέρυγα (Τραμπ, Πούτιν, Λε Πεν) σαν μια αντίθεση ανάμεσα στους «φασίστες» Δυτικούς και την καλή Ρωσία.

Οι υπόλοιποι συνεισφέροντες, καθένας με τον τρόπο του, προβαίνουν σε ταυτόσημες παραχαράξεις.

Ο Κωνσταντακόπουλος εκτιμά ότι η Δύση στέκει στο πλευρό των αντιδραστικών και φασιστικών εθνικισμών, όπως ο κροατικός που «εμπνέεται από τους Ουστάσι» (τους Κροάτες συνεργάτες των ναζί), και ο ουκρανικός, που έχει «σημείο αναφοράς τον σφαγέα των Ουκρανών και των Εβραίων Στεπάν Μπαντέρα». Στον αντίποδα, ο ρωσικός εθνικισμός μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, στην οποία συνέτεινε, απέκτησε ως εκ θαύματος προοδευτικό χαρακτήρα. «Μετά μετατρέπεται [ο ρωσικός εθνικισμός] σε μια δύναμη αντίστασης στην επέλαση της Δύσης στο εσωτερικό της Ρωσίας και όλης της πρώην ΕΣΣΔ» (σελ. 142).

Ατυχώς στη Ρωσία έχει συντελεστεί ο σχηματισμός της μονοπωλιακής ολιγαρχίας και αυτό την καθιστά μια ιμπεριαλιστική δύναμη που από άποψη ουσίας δεν διαφέρει σε τίποτα από τις άλλες. Υπό αυτές τις συνθήκες ο εθνικισμός λειτουργεί απλά σαν επίχρισμα για τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό και το σοβινισμό. Ιδιαίτερα ο εθνικισμός του καθεστώτος Πούτιν είναι ο άμεσος συνεχιστής του μισητού μεγαλορωσικού σοβινισμού των τσάρων, τον οποίο μιμείται στο ιδεολογικό και θρησκευτικό του περίβλημα, τα σύμβολα, κοκ. Όσοι παρακάμπτουν αυτό το γεγονός είναι τσιράκια του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Ο Λιόσης, στο άρθρο του, «Οι ιστορικές ρίζες του ουκρανικού φασισμού», αναλώνεται σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι ο ουκρανικός εθνικισμός ήταν από καταβολής κόσμου αντιδραστικός και δη φασιστικός. Οι ρίζες αυτού του εθνικισμού, λέει, θα βρεθούν στον Πετλιούρα, τον επικεφαλής της Λευκής Ουκρανίας, και αργότερα τον Μπαντέρα, τον γνωστό Ουκρανό εθνικιστή που έγινε από το 1939 όργανο των ναζί. Απόγονοί τους είναι οι σύγχρονοι Ουκρανοί εθνικιστές, ο Δεξιός Τομέας και το Τάγμα Αζόφ, που ήρθαν στο προσκήνιο μετά το 2014 (σελ. 65-67).

Ο Λιόσης λησμονεί εδώ πλήρως την ύπαρξη στην Ουκρανία και ενός αριστερού πατριωτισμού, εκπροσωπούμενου το 1917 από το Μπορότμπα, το κόμμα των Αριστερών Εσέρων, που σε αντίθεση με τους Ρώσους ομόλογούς τους, υποστήριξαν σταθερά την επανάσταση. Μετά την ήττα των Λευκών, στο πλαίσιο της πολιτικής εθνικής ισοτιμίας που εφαρμόστηκε στη δεκαετία του 1920 στην ΕΣΣΔ (η λεγόμενη ουκρανοποίηση και ιθαγενοποίηση), υπήρξε μια πρωτοφανής άνθιση του ουκρανικού εθνικού πολιτισμού, με πλήρη ελευθερία της ουκρανικής γλώσσας και κουλτούρας. Αυτή η πολιτιστική άνθιση ανακόπηκε βίαια από το σταλινισμό, με δεκάδες ταλαντούχους εκπροσώπους της, ποιητές, συγγραφείς και καλλιτέχνες, κομμουνιστές και αστούς συνοδοιπόρους, να εκτελούνται (η λεγόμενη «γενιά της Εκτελεσμένης Αναγέννησης»). Παριστάνοντας ότι πολεμά το φασισμό, ο Λιόσης πολεμά στην πραγματικότητα τις προοδευτικές αυτές τάσεις, συνταυτιζόμενος ουσιαστικά με τις θέσεις του Πούτιν ότι δεν υπάρχει ουκρανικό έθνος και ότι επρόκειτο για ένα τεχνητό κατασκεύασμα του Λένιν και των Μπολσεβίκων. Τουλάχιστον ο Πούτιν είχε την ειλικρίνεια να διατυπώσει αυτή τη θέση εναντιούμενος ευθέως στον Λένιν και τον μπολσεβικισμό, ενώ ο Λιόσης το κάνει παριστάνοντας ότι τους υπερασπίζει.

Στο ίδιο άρθρο του ο Λιόσης αναφέρεται (σελ. 65) στις επιδόσεις της ουκρανικής ακροδεξιάς στις εκλογές του 2014, στις οποίες το Ριζοσπαστικό Λαϊκό Κόμμα έλαβε 8,3% (στη wikipedia αναφέρεται 7,45%, ενώ το κόμμα αυτό χαρακτηρίζεται σαν λαϊκιστικό παρά ακροδεξιό), ο φασιστικός Δεξιός Τομές 1,8% και το πραγματικά ακροδεξιό Σβόμποντα κάτω από 5%. Αυτές οι επιδόσεις, λέει, πιστοποιούν την ύπαρξη ενός «μπλοκ ακροδεξιών και φιλοναζιστικών δυνάμεων» που παίζει καθοριστικό ρόλο στην ουκρανική πολιτική ζωή.

Παρουσιάζοντας αυτή την εικόνα, ο Λιόσης παραλείπει πάλι μερικές πολύ ουσιαστικές «λεπτομέρειες». Πρώτον, στις επόμενες εκλογές του 2019 η δύναμη της ουκρανικής ακροδεξιάς περιορίστηκε σε κάτω από το μισό (4% το Ριζοσπαστικό Λαϊκό Κόμμα, 2,16% το Σβόμποντα και 0,04% ο Δεξιός Τομέας). Και δεύτερο, στη Ρωσία του Πούτιν η ακροδεξιά έχει μια πολύ μεγαλύτερη εκλογική επιρροή. Ακόμη και αν παραβλέψουμε τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά στοιχεία στο κόμμα του Πούτιν, που αποτελούν μια ισχυρή συνιστώσα του και μέσω των ιδεολόγων τους τύπου Ντούγκιν σφυρηλάτησαν τους στενούς δεσμούς του με την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, το ανοικτά ακροδεξιό, υπερεθνικιστικό κόμμα του Ζιρινόφσκι έπαιρνε την ίδια περίοδο μεγαλύτερα ποσοστά από όλες τις ουκρανικές ακροδεξιές δυνάμεις μαζί –11,7% το 2011 και 13,1% το 2016– ενώ και το ακροδεξιό Ρόντινα έπαιρνε 1,5%.

Η παράλειψη αυτών των «λεπτομερειών» στερεί από το πόνημα του Λιόση κάθε αξία. Είναι δε εξόχως εντυπωσιακό το ότι ενώ ο Λένιν τόνιζε ότι στον εθνικισμό των μικρών εθνών μπορούμε να βρούμε προοδευτικά στοιχεία και στιγμάτιζε το μεγαλορωσικό σοβινισμό, ο Λιόσης, που δηλώνει και «λενινιστής», ανακαλύπτει ότι ο ουκρανικός εθνικισμός ήταν ανέκαθεν στο σύνολό του φασιστικός και ότι η Ρωσία είναι αυτή που κάνει δίκαιο πόλεμο (σε άλλα κείμενά του έχει συγκρίνει μάλιστα τη Ρωσία με τον Δαβίδ και την Ουκρανία με τον Γολιάθ…).

Ο Βατικιώτης επίσης προσπαθεί να μας πείσει για τα μοναδικά χαρακτηριστικά του «ουκρανικού νεοναζισμού». «Ο πόλεμος στην Ουκρανία», γράφει, «διαδραμάτισε καθοριστικό και αναντικατάστατο ρόλο στην κανονικοποίηση του νεοναζισμού τα τελευταία χρόνια. Ο ουκρανικός νεοναζισμός αποτελεί μοναδικό φαινόμενο σε όλη την Ευρώπη και δεν μπορεί να συγκριθεί με ό,τι συνέβη στην Ελλάδα με τη Χρυσή Αυγή, για παράδειγμα, επειδή στη μετά-Μεϊντάν Ουκρανία για πρώτη φορά έσπασε το μονοπώλιο του κράτους στη βία» (σελ. 49).

Το Τάγμα Αζόφ, ένας σχηματισμός με δύναμη από 1000 ως 3000 άνδρες, στο οποίο αναφέρεται εδώ ο Βατικιώτης, έπαιξε πράγματι έναν παρακρατικό ρόλο, ο οποίος πρέπει να παρουσιάζεται στις ακριβείς του διαστάσεις. Αλλά να μας το σερβίρουν αυτό σαν κάτι «μοναδικό» ξεπερνά τα όρια της γελοιότητας. Και όχι μόνο. Ο Βατικιώτης προσπερνά πολύ απλά και βολικά το γεγονός ότι και στη Ρωσία του Πούτιν αναπτύχθηκε μια ανάλογη και πολύ πιο ισχυρή μάλιστα παρακρατική νεοναζιστική οργάνωση: η Βάγκνερ.

Ιδρυμένη το 2014, η Βάγκνερ ήδη το 2016 αριθμούσε 6.000 άνδρες, για να φτάσει στις αρχές του 2022 τους 8.000 και το 2023 στους 85.000. Επιπλέον, ενώ η εμβέλεια του Αζόφ περιορίζεται στην Ουκρανία, η Βάγκνερ άπλωσε τα πλοκάμια της στη Συρία και στην Αφρική, εκμεταλλευόμενη με εταιρείες της τα χρυσωρυχεία του Σουδάν και βάζοντας πόδι σε χώρες όπως η Μαδαγασκάρη, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η Λιβύη, το Μάλι και η Μοζαμβίκη. Η Βάγκνερ είχε δικά της στρατόπεδα εκπαίδευσης στη Ρωσία, παίζοντας σημαντικό ρόλο ήδη στην προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και στις επιχειρήσεις στις λεγόμενες ΛΔ του Ντονμπάς, ιδιαίτερα στη μάχη του Ντεμπαλτσέβε το 2015. Αν και παραστρατιωτική, μισθοφορική οργάνωση, λάμβανε αδρή χρηματοδότηση από το ρωσικό κράτος, η οποία ανήλθε το 2023 σε 86 δις ρούβλια (περίπου 1 δις δολάρια). Στη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία η Βάγκνερ έφερε συχνά το κύριο βάρος των επιχειρήσεων, στρατολογώντας εγκληματίες από τις ρωσικές φυλακές. Οι ηγέτες της, όπως ο ιδρυτής της Ντ. Ούτκιν και ο επικεφαλής της Ε. Πριγκόζιν, ήταν νεοναζί, οπαδοί της λευκής υπεροχής και ακροδεξιοί. Μετά το πραξικόπημα του Πριγκόζιν τα μέλη της Βάγκνερ προσλήφθηκαν στη Ροζγκβάρντια, τις υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας της Ρωσίας, ενώ την ηγεσία της ανέλαβε ο γιος του Πριγκόζιν, Π. Πριγκόζιν.

Η Βάγκνερ είναι η κορυφή ενός παγόβουνου παραστρατιωτικών και μισθοφορικών ρωσικών οργανώσεων, που συμμετέχουν στον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτές οι δυνάμεις περιλαμβάνουν ακόμη τους Τσετσένους του Καντίροφ, καμιά ντουζίνα ακροδεξιές οργανώσεις στις «πολιτοφυλακές» του Ντονμπάς, κ.ά.

Αυτά όλα δεν τα λέμε εμείς. Ο Γ. Μαργαρίτης, ένας από τους συμμετέχοντες στη συλλογή, επισημαίνει σχετικά σε άρθρο του ότι «τα στρατιωτικά σώματα που πολεμούν με την ρωσική πλευρά στην Ουκρανία θα μπορούσαν να αποτελέσουν διδακτικά παραδείγματα για τα είδη στρατών που εμφανίστηκαν στην ιστορία του πολέμου. Το δειγματολόγιο περιλαμβάνει επαγγελματικά στρατεύματα, μισθοφορικά στρατεύματα, μονάδες τυπικού εθνικού στρατού με στρατεύσιμους, εθελοντικά σώματα –ειδικά από τους ρωσόφωνους– και ιδιωτικούς στρατούς… Η ύπαρξη διαφορετικών –ενίοτε ημικρατικών ή παρακρατικών– πηγών εφοδιασμού για το καθένα από τα διαφορετικά αυτά σώματα είναι προφανής: δεν είναι οπωσδήποτε ο ρωσικός στρατός που εφοδιάζει με αυτοσχέδια τεθωρακισμένα τύπου MAD MAX τις μονάδες της Wagner»[20].

Ο Μαργαρίτης σημειώνει ακόμη ότι η «ιδιωτικοποίηση» του ρωσικού στρατού ήταν επιλογή του ίδιου του Πούτιν και της γραφειοκρατίας του: «Το πρόβλημα του ρωσικού στρατού δεν είναι στρατιωτικό. Είναι κυρίως πολιτικό και κοινωνικό. Οι κοινωνικές ομάδες που κυβερνούν την Ρωσία σήμερα, δεν επιθυμούν να επενδύσουν σε εθνικό στρατό. Διατηρούν το στρατιωτικό δυναμικό της Ρωσίας σε κατάσταση πολυτεμαχισμού και “ιδιωτικοποίησης”. Πρωτοβουλία του Πούτιν, μόλις ανέλαβε την εξουσία ήταν η ενίσχυση και η μετονομασία του Στρατού Εσωτερικής Ασφάλειας σε Εθνοφρουρά, κάτω από τον άμεσο έλεγχο και τις διαταγές της Προεδρίας».

Αναζητώντας, τέλος, κάποιο ιστορικό ανάλογο αυτής της κατάστασης, ο Μαργαρίτης το βρίσκει στις ειδικές μονάδες Sturmtruppen, που δημιούργησε η διοίκηση του γερμανικού στρατού στα 1918, από τις οποίες ξεπήδησαν αργότερα τα αντεπαναστατικά Freikorps και τα τάγματα εφόδου των ναζί: «Τα Sturmtruppen εύκολα μεταβλήθηκαν σε Freikorps και αυτά με τη σειρά τους –ενίοτε πολεμώντας ενάντια στους απλούς στρατιώτες στην γερμανική επανάσταση– τροφοδότησαν τα Τάγματα Εφόδου των ναζί, τα SA (Sturm Abteilung) και τα SS… Ο στρατός της Ρωσίας του Πούτιν, όπως σήμερα παρουσιάζεται στα πεδία μαχών της Ουκρανίας, έχει άμεση σχέση με τα… παραπάνω παραδείγματα». Αυτών δεδομένων, είναι άραγε υπερβολή να πούμε ότι ο ίδιος ακριβώς εκφασισμός που έλαβε χώρα από το 1918 στη Γερμανία συμβαίνει τώρα στη Ρωσία;

Ο Βατικιώτης προφανώς ή δεν έχει ιδέα για όλα αυτά ή τα θεωρεί ανάξια λόγου. Το μονοπώλιο του κράτους στη βία το έσπασε αποκλειστικά και μόνο το τάγμα Αζόφ. Όλα τα άλλα –περί παρακρατικής βίας της Βάγκνερ, ομοιότητας της Βάγκνερ με τα τάγματα εφόδου των ναζί, κοκ– είναι εκ του πονηρού. Τελεία και παύλα.

Κάποτε ο Νόαμ Τσόμσκι είχε πει για τον Γουόλτερ Λακέρ, έναν πράκτορα της αμερικάνικης CIA, ότι μπορούσε να υποψιαστεί τους πάντες για τρομοκράτες, εκτός από τους Αμερικανούς πιλότους όταν αδειάζουν τις βόμβες τους στο Βιετνάμ. Ο Βατικιώτης μπορεί να υποψιαστεί τους πάντες για φασίστες, εκτός από τους παραστρατιωτικούς χασάπηδες της Βάγκνερ και τους μυστικοσύμβουλους του Πούτιν α λα Ντούγκιν και Σεργκέιτσεφ, όταν λένε «εξοντώστε όλους τους Ουκρανούς».

Όλα τα φιλορωσικά άρθρα της συλλογής αποπνέουν το ίδιο είδος υποκρισίας. Ίσως το μόνο ενδιαφέρον σημείο είναι η αίσθηση των «επικίνδυνων» σημείων για τη ρωσική προπαγάνδα, την οποία επιδεικνύει ο Γρίβας. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Σαν συνεπής αντιδραστικός έχει μια καλύτερη αίσθηση των ζητημάτων από σχολιαστές όπως ο Βατικιώτης, που ενώ έχουν περάσει στην αντίδραση εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους «αριστερούς» και «αντισυστημικούς». Φυσικά και ο Γρίβας επί της ουσίας ξορκίζει την αλήθεια, το κάνει όμως πιο επιδέξια.

Για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα, ο Γρίβας αναφέρεται στην υποτιθέμενα «παρανοϊκή ανάγνωση της ακραία επιθετικής και ακραία αδύναμης Ρωσίας» από τη μεριά των Δυτικών. «Αν είσαι αδύναμος δεν μπορεί να είσαι απειλή, ακόμη και να το ήθελες. Όμως αυτή η αντίφαση δεν φαίνεται καθόλου να ενοχλεί τις ευρωπαϊκές ελίτ, ακριβώς γιατί δεν λειτουργούν με ορθολογικά αλλά με ρατσιστικά κριτήρια» (σελ. 112).

Ο Γρίβας, παριστάνοντας ότι πολεμά το «δυτικό ανορθολογισμό», στην πραγματικότητα ξορκίζει εδώ τη μαρξιστική εκτίμηση για τη Ρωσία.

Η Ρωσία ασφαλώς είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη, αλλά δύναμη δεύτερης σειράς, με ακραία διεφθαρμένο και αναχρονιστικό κρατικό μηχανισμό, ενώ οι καταστροφές που συνόδευσαν τη διάλυση της ΕΣΣΔ και οι μετέπειτα κρίσεις άφησαν ισχυρά ίχνη στη ρωσική οικονομία. Η αποτυχία της να κάμψει την αντίσταση της Ουκρανίας αποκαλύπτει αυτή την αδυναμία καλύτερα από όλες τις στατιστικές. Η Ρωσία και ο Πούτιν ρεζιλεύτηκε στην αρχική φάση του πολέμου όταν προσπάθησε να καταλάβει όλη την Ουκρανία, ρεζιλεύτηκε από τις ουκρανικές αντεπιθέσεις στο Χάρκοβο και τη Χερσώνα, ρεζιλεύτηκε από το πραξικόπημα του Πριγκόζιν, ρεζιλεύτηκε από τις ουκρανικές επιθέσεις στην αεροπορία της, κοκ. Πού είναι λοιπόν η αντίφαση; Απλά σαν απολογητής του ρωσικού ιμπεριαλισμού ο Γρίβας δεν θέλει να παραδεχτεί την πραγματικότητα. Υπάρχει όμως ένα ακόμη σημείο εδώ· ότι η αδυναμία ακριβώς καθορίζει την επιθετικότητα της Ρωσίας, την ανάγκη να διευρύνει και να εδραιώσει μέσω της επέκτασης τη βάση της, αναβάλλοντας έτσι το ξέσπασμα των αντιφάσεων του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Να γιατί παρά τις αφορμές του από το δυτικό επεκτατισμό, ο πόλεμος ήταν και είναι, όπως το έδειξε και η ρωσική κατάληψη της Κριμαίας το 2014, κυρίως μια εσωτερική αναγκαιότητα για το καθεστώς. Είναι κυρίως αυτό το σημείο που προσπαθεί να συσκοτίσει ο Γρίβας.

Αντιδραστικές μικροαστικές κοινοτοπίες και υπεκφυγές

Σχεδόν όλοι οι συνεισφέροντες στη συλλογή είναι ως το μεδούλι αντιδραστικοί μικροαστοί διανοούμενοι. Ως τέτοιοι, είναι και αντιμαρξιστές, που είτε εκφράζονται ανοικτά υποτιμητικά ή εχθρικά για τον Μαρξ, είτε τον διαστρέφουν, για να ανυψώνει ο καθένας τις ανοησίες του. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και οι λίγοι πρώην αριστεροί ανάμεσά τους. Ας ρίξουμε μια ματιά στις σχετικές πλευρές των άρθρων τους.

«Όταν ο Μαρξ», μας λέει ο Δρόσος, «προέλεγε στα Grundrisse ότι το χρήμα το ίδιο γίνεται η κοινότητα και κάθε άλλη κοινότητα καταργείται, ίσως δεν φανταζόταν ότι αυτή η πρόβλεψή του –σε αντίθεση με πολλές άλλες– θα πραγματοποιούνταν κατά λέξη» (σελ. 38).

Σχεδόν όλες οι προβλέψεις του Μαρξ, λοιπόν, διαψεύστηκαν. Για τον Δρόσο και τους ομοίους του αυτό είναι κάτι αυτονόητο· μόνο οι δικές τους προβλέψεις δεν διαψεύδονται ποτέ.

Ο Κωνσταντακόπουλος, από τη μεριά του, επικαλείται τις αναφορές του Μαρξ στο εθνικό ζήτημα, για να στηρίξει τη θέση του ότι ο ρωσικός εθνικισμός είναι σήμερα «προοδευτικός». «Ξεχνάνε», λέει, «οι περισσότερες δυνάμεις της Αριστεράς τα γραπτά του Μαρξ για το ιρλανδικό ζήτημα» (σελ. 153).

Ο Μαρξ είχε πει πράγματι, αναφορικά με τη βρετανική κατοχή της Ιρλανδίας, ότι οι Βρετανοί εργάτες έπρεπε να υποστηρίζουν την αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας και γενικά των βρετανικών αποικιών ενάντια στην αστική τάξη της χώρας τους. Και ο Λένιν επίσης έλεγε ότι οι Ρώσοι εργάτες έπρεπε να υποστηρίζουν το δικαίωμα αποχωρισμού των εθνών που είχε υποδουλώσει ο τσαρισμός, και ότι όσοι συμβιβάζονταν με το μεγαλορωσικό σοβινισμό έπρεπε να αποκλείονται από το εργατικό κόμμα.

Το μοναδικό συμπέρασμα από τις θέσεις αυτές των κλασικών είναι ότι σήμερα οι κομμουνιστές πρέπει να σταθούν στο πλευρό του ουκρανικού λαού, να υπερασπίσουν την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Ακριβώς όπως η Ιρλανδία ήταν μια μικρή χώρα που είχε κατακτηθεί από τη Βρετανία, τη μεγαλύτερη δύναμη της εποχής, έτσι και η Ουκρανία κινδυνεύει να χάσει την ανεξαρτησία της από μια από τις σύγχρονες μεγάλες δυνάμεις, τη Ρωσία. Πρέπει να είναι κανείς εντελώς ούφο για να βγάλει το αντίθετο συμπέρασμα, να υποστηρίξουμε τη ρωσική εισβολή, όπως κάνει ο Κωνσταντακόπουλος.

Από τους συνεισφέροντες στη συλλογή, μόνο η Μ. Ρήγου είναι ντροπαλά δυτικόφιλη. Αν και κάπως πιο ευπρεπές από εκείνα των Δρόσου, Γρίβα, Ελληνιάδη και Σία, το άρθρο της επίσης βρίθει από μικροαστικές κοινοτοπίες.

Οι νεότερες γενιές, εκτιμά η Ρήγου, «δεν κατανοούν την ανάγκη ύπαρξης θεσμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή άλλοι διεθνείς οργανισμοί που δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά για να διασφαλίσουν την ειρήνη, τη συνεργασία και τη σταθερότητα» (σελ. 103).

Οι υπόλοιποι συνεισφέροντες στη συλλογή υποστηρίζουν την ακριβώς αντίθετη άποψη, ότι η ΕΕ ήταν και είναι ο πρωταγωνιστής του εκφασισμού. Φυσικά αυτή η εκτίμηση είναι λαθεμένη, αλλά και το να λες ότι η ΕΕ δημιουργήθηκε για να διασφαλίσει την ειρήνη και τη συνεργασία δείχνει το λιγότερο αφέλεια.

Η Ρήγου, όπως και οι άλλοι συνεισφέροντες, συμμερίζεται την εξίσωση ΕΣΣΔ = Στάλιν = κομμουνισμός, που αποτελεί γενικά άρθρο πίστης για την αντιδραστική μικροαστική διανόηση. Παραθέτει εγκωμιαστικά τις κρίσεις του Martin Wolf σχετικά με την αυταρχική εκτροπή της αστικής δημοκρατίας: «Η φιλελεύθερη δημοκρατία μεταλλάσσεται σε ανελεύθερη δημοκρατία και στη συνέχεια σε απόλυτη δικτατορία… Ο επίδοξος αυταρχικός κατατρώει τη δημοκρατία εκ των έσω… Το αποτέλεσμα τείνει να είναι μια ήπια απολυταρχία σύμφωνα με τα πρότυπα του ιστορικού φασισμού ή κομμουνισμού» (σελ. 101).

Συνάγεται, ότι υπαίτια για τη διάβρωση της δημοκρατίας είναι η κακή βούληση των αυταρχικής κλίσης πολιτικών και ότι η απόλυτη δικτατορία που τείνει να προκύψει έτσι είναι μια ήπια απολυταρχία στο πρότυπο του φασισμού και του κομμουνισμού. Αναρωτιέται μόνο κανείς αν ο φασισμός ήταν μια «ήπια» δικτατορία, τι παραπάνω θα πρέπει να έχει μια δικτατορία για να θεωρηθεί «άγρια». Φυσικά θα πήγαινε πολύ να αναμένει κανείς από την αρθρογράφο να αναρωτηθεί αν η σταλινική καταπίεση και τα εγκλήματα ήταν αποτελέσματα του κομμουνισμού ή της σταλινικής διαστροφής της σοσιαλιστικής μετάβασης.

Τα φληναφήματα της Ρήγου, από τα οποία θα μπορούσε να παρατεθούν κάμποσα ακόμη, δεν είναι βέβαια τυχαία. Η κοινή σε όλους τους μικροαστούς αδυναμία και ο φόβος ανάλυσης των ταξικών σχέσεων τους καταδικάζει στη διανοητική νωθρότητα και αυτό μεταφράζεται πρακτικά σε κάθε λογής ασυναρτησίες.

Ο Μαργαρίτης μπορεί να λέει μερικά σωστά πράγματα για επιμέρους ιστορικά θέματα, ενίοτε σημαντικά, επιδεικνύει όμως την ίδια νωθρότητα και αδυναμία ανάλυσης όταν εμπλέκονται μεταβολές στις ταξικές βάσεις της εξέλιξης. Συζητά, π.χ., το συμβιβασμό της αστικής τάξης με την απολυταρχία στη διάρκεια του 19ου αιώνα, όταν άρχισε να γίνεται ορατή η απειλή από τη μεριά του προλεταριάτου. Ως αποτέλεσμα της αντιδραστικής στροφής της αστικής τάξης, εκτιμά, «γέμισε η Ευρώπη αυτοκράτορες, τσάρους, βασιλείς, οι οποίοι… είχαν περισσότερη εξουσία από ό,τι οι παλιοί ηγεμόνες. Για παράδειγμα, ο Τσάρος της Ρωσίας, ο Νικόλαος Β΄, είχε μεγαλύτερη εξουσία από αυτή που είχε ο Λουδοβίκος 14ος στην εποχή του… Ήταν μια συμμαχία της αστικής τάξης με τμήματα της παλιάς αριστοκρατίας, που, θα έλεγε κανείς, αναστήθηκαν…» (σελ. 15).

 Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο τσαρισμός υπήρχε στη Ρωσία αιώνες πριν και δεν έπεσε ποτέ, για να επανέλθει ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού της αστικής τάξης με την απολυταρχία. Το να λες ότι ο Νικόλαος Β΄ είχε μεγαλύτερη εξουσία από τον Λουδοβίκο τον 14ο σημαίνει ακριβώς να φλυαρείς για τους τύπους και τα επιφαινόμενα, χάνοντας τις υποκείμενες ταξικές σχέσεις. Ο Λουδοβίκος ο 14ος μπορούσε πραγματικά να έχει μεγάλη εξουσία, γιατί ο καπιταλισμός έκανε στο πέρας του 17ου αιώνα τα πρώτα του βήματα στη Γαλλία και η μοναρχία και οι φεουδαλικές σχέσεις ήταν ακόμη ισχυρές. Αυτά τα περιστατικά του επέτρεπαν να ελέγχει την καπιταλιστική ανάπτυξη, να την αξιοποιεί και να την υποστηρίζει σε ορισμένα όρια για να ενισχύει την κεντρική εξουσία, περιορίζοντας τους ευγενείς, κοκ. Επί Νικόλαου του Β΄ στη Ρωσία, όμως, οι φεουδαλικές σχέσεις είχαν αποσυντεθεί, και γι’ αυτό, πέρα από την παρασιτική επίδρασή του στην παραμόρφωση της αστικής ανάπτυξης, ο τσαρισμός δεν μπορούσε να έχει μεγάλη εξουσία.

Ο ίδιος ο Μαργαρίτης συνεχίζει:

«Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αυτή η συμμαχία, αυτό το σύστημα κατέρρευσε, διότι, όταν ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι σκοτώνεται χωρίς λόγο και αιτία για δύο, τρία και τέσσερα χρόνια μέσα στα χαρακώματα, πολύ απλά η αστική τάξη “σχόλασε” τους μονάρχες» (σελ. 15).

Αυτό ακριβώς το περιστατικό καταρρίπτει την άποψη ότι οι τσάροι και οι μονάρχες του 19ου αιώνα είχαν μεγαλύτερη εξουσία από τους ομολόγους τους του 17ου. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, θα σχόλαγαν αυτοί την αστική τάξη και όχι εκείνη αυτούς. Ή, εν πάση περιπτώσει, οι μεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής, τσαρική, οθωμανική και αυστροουγγρική, θα πρόβαλλαν αντίσταση και δεν θα κατέρρεαν σαν τραπουλόχαρτα, όπως έγινε το 1917-18.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και σε εκείνους τους συνεισφέροντες στη συλλογή που ανήκαν στο παρελθόν στον αριστερό χώρο και ορισμένοι θέλουν ή και θεωρούν ακόμη ότι ανήκουν. Έχοντας συζητήσει τον Λιόση, θα σταθούμε στους Ήσυχο, Καλτσώνη και Ζέρβα.

Ο Ήσυχος, ένα στέλεχος της ΛΑΕ, αναλώνεται σε μια πολεμική στον ιστορικό αναθεωρητισμό των Δυτικών σχετικά με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κακοί Δυτικοί προσπαθούν να σβήσουν από την ιστορική μνήμη τη συμβολή της ΕΣΣΔ, εξισώνοντας τον Χίτλερ με τον Στάλιν και «με την αδελφοποίηση ναζισμού και κομμουνισμού» (σελ. 126, 128, κοκ)· ο αντιναζισμός απαιτεί να καταπολεμάμε αυτές τις προσπάθειες.

Το να καταπολεμάμε όλες τις διαστροφές της ιστορίας (όχι μόνο εκείνες των Δυτικών) είναι αναγκαίο, δεν αρκεί όμως για να είμαστε αντιναζιστές και κομμουνιστές. Έχει σημασία πώς τις πολεμάμε και αν στεκόμαστε στο έδαφος της ιστορικής αλήθειας.

Για να μην πάμε μακριά, ο ίδιος ο Ήσυχος ως στέλεχος της ΛΑΕ στεκόταν στο πλευρό του Λαφαζάνη ως το 2018-19, όταν εκείνος πρόβαλε στην Ίσκρα τους κάθε λογής ακροδεξιούς εθνικιστές τύπου Στυλιανού, Αποστολόπουλου και μέσω αυτών τους τραμπιστές και τους οπαδούς της Λε Πεν. Όχι μόνο τότε, αλλά και αργότερα, όταν αυτό έφτασε ως τη συνεύρεση με ανοικτούς νεοφασίστες α λα Στίγκα, δεν διαχώρισε σε τίποτα τη θέση του.

Το ερώτημα είναι: Έχει κάποια εξήγηση ο Ήσυχος για το πώς συνέβηκε αυτό και διαχωρίζει έστω και εκ των υστέρων τη θέση του; Και αν ναι, δεν θα έπρεπε να διαχωρίζει κάπως τη θέση του και με τους Γρίβα, Δρόσο, Ιγνατιάδη, κοκ; Δεν όλοι αυτοί, με τους οποίους συνυπάρχει αρμονικά, μια παρεμφερής εκδοχή της ίδιας ακροδεξιάς;

Ακόμη: Ο κομμουνισμός είναι μια λέξη, που αρκεί να την εκφέρεις για να είσαι κομμουνιστής, ή έχει και κάποιες θεωρητικές βάσεις; Οι Δυτικοί μπορεί να λένε ό,τι θέλουν, αλλά τα μαζικά εγκλήματα του Στάλιν, οι εκκαθαρίσεις, τα Γκούλαγκ, κοκ, δεν ήταν μια πραγματικότητα; Όλα αυτά ήταν κομμουνισμός, ήταν συνέχεια του Οκτώβρη και του μαρξισμού; Κάτω από τις κατάρες στους Δυτικούς, ο Ήσυχος σκεπάζει την εκκωφαντική σιωπή του γύρω από αυτά τα θέματα. Σε αυτά τα θέματα δεν μπορεί όμως να σωπαίνουμε. Όσοι το κάνουν για καιρό, πληρώνουν το τίμημα, που για τον Ήσυχο και όλη τη ΛΑΕ ήταν η πολιτική εκμηδένιση και η συνταύτιση με τους Γρίβες.

Ο Καλτσώνης τιτλοφορεί το άρθρο του «Η άνοδος της ακροδεξιάς και η διέξοδος», όμως το μόνο που μας προσφέρει είναι αερολογίες. Παραθέματα από τον ορισμό του Λένιν για την επαναστατική κατάσταση· διαπιστώσεις ότι αυτό που λείπει είναι η «αυτοτελής ιστορική δράση» των μαζών (σελ. 84 – προφανώς για τον Καλτσώνη οι εκατοντάδες χιλιάδες λαού που συμμετείχαν στη συγκέντρωση για τα Τέμπη δεν ήταν αυτοτελής ιστορική δράση)· υποσχέσεις ότι «αν εμφανιστεί στο ιστορικό προσκήνιο» αυτή η δράση, τότε θα δείξουμε όλη την αξία μας (σελ. 84)· προβλέψεις ότι αυτή η δράση μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε στον κόσμο, από την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική ως περιοχές της Ασίας και τη Λατινική Αμερική – αλλά ποτέ βέβαια στη Ρωσία και την Κίνα (σελ. 89).

Ο Καλτσώνης δεν μπορεί να πει κάτι ουσιαστικό γι’ αυτά τα θέματα, γιατί χαρακτηρίζει γενικά τη Ρωσία και την Κίνα προοδευτικές χώρες που πολεμούν την αμερικάνικη ηγεμονία και έτσι τις αποκλείει από τον «επαναστατικό» του ορίζοντα, ενώ υποστήριξε στο παρελθόν και πρόσφατα τον Μιλόσεβιτς και τον αιμοσταγή δικτάτορα Άσαντ ως ηγέτες «εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων». Σε αντάλλαγμα, μας προσφέρει κάθε λογής παρηγοριές ότι ο κίνδυνος του φασισμού και της ακροδεξιάς δεν είναι πολύ μεγάλος: «Ένα ακραίο, σκληρό μέσο όπως είναι η κατάργηση της δημοκρατίας και η επιβολή κάποιου τύπου φασιστικού καθεστώτος επιλέγεται επί της αρχής μόνο όταν δεν υπάρχουν άλλα ηπιότερα μέσα για να διασφαλιστεί ο στόχος… Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στην ευρωπαϊκή ήπειρο προς το παρόν επιλέγεται, όπως φαίνεται, η αυταρχικοποίηση του πολιτικού συστήματος, η πριμοδότηση της ακροδεξιάς αλλά όχι η κατάργηση της δημοκρατίας… Μοιραία επομένως θα κλείσει κάποια στιγμή ο κύκλος της ακροδεξιάς και η πολιτική δυσπιστία των λαϊκών στρωμάτων θα αγκαλιάσει και αυτό τον πολιτικό χώρο» (σελ. 85).

Ουδείς λόγος ανησυχίας, λοιπόν, όλα θα πάνε κατ’ ευχήν! Όπως έχουν ήδη φθαρεί οι Μακρόν και οι Μητσοτάκηδες, έτσι θα φθαρούν αύριο οι ακροδεξιοί και οι φασίστες. Η στοιχειώδης σκέψη ότι η ακροδεξιά, όταν φτάσει σε ένα ορισμένο επίπεδο ισχύος σε κάποιες μεγάλες χώρες και στα όργανα της ΕΕ, μπορεί να καταλύσει τη δημοκρατία προτού φθαρεί παραμένει απρόσιτη στον θεωρητικό μας. Γιατί, λοιπόν, αν η δημοκρατία αποδεικνύεται σήμερα ανίκανη να πνίξει τους διαμαρτυρόμενους αγρότες κ.ά., αύριο η αστική τάξη θα διστάσει να επιβάλει μια λεπενική δικτατορία, όπως έκανε στο παρελθόν με τους ναζί[21];

Μια στιγμή όμως, γιατί σε ένα σημείο βρίσκουμε κάτι διαφορετικό. Η αντίδραση, μαθαίνουμε, μερικές φορές αναλαμβάνει «προληπτική δράση… η επιβολή αυταρχικού καθεστώτος μπορεί να είναι άμεση επιλογή της αστικής τάξης ή μέρους της ακόμη και όταν ο κίνδυνος της επαναστατικής ανατροπής δεν είναι μεγάλος ή άμεσος» (σελ. 85). Έξοχα! Και τι θα κάνει το κίνημα για να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο; «Οι κατάλληλες παρεμβάσεις ενός επαναστατικού πολιτικού φορέα», πληροφορούμαστε, «μπορεί να μετατρέψουν τις συνθήκες αυτές [μιας επαναστατικής κατάστασης] σε επαναστατική αλλαγή» (σελ. 88).

Ακόμη πιο έξοχα! Μόνο που για να παρέμβει ο επαναστατικός πολιτικός φορέας, θα πρέπει πρώτα να υπάρχει. Ξεκινώντας από το 1900 ο Λένιν δημιούργησε έναν τέτοιο φορέα, το κόμμα των Μπολσεβίκων, στην τσαρική Ρωσία, και έτσι το 1905 υπήρχε η ικανή για επαναστατική παρέμβαση πρωτοπορία. Σήμερα όμως όχι μόνο δεν υπάρχει πουθενά, αλλά οι φασιστικοί και ακροδεξιοί σχηματισμοί κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Ο Καλτσώνης, στο άρθρο του το ξεχνά αυτό, ενώ και σε όλη τη φιλολογική δραστηριότητά του δεν μας δίνει καμιά ένδειξη για το πώς εξηγεί το γεγονός ότι το κομμουνιστικό κίνημα παραμένει επί δεκαετίες σε αποσύνθεση και πάνω σε ποιες βάσεις θα συγκροτηθούν οι νέες πρωτοπορίες. Οι υποσχέσεις του για διέξοδο κρέμονται έτσι στον αέρα και στην πράξη λειτουργούν σαν αέρας στα πανιά του Γρίβα και των ομοίων του.

Το μόνο άρθρο στη συλλογή που δεν περιέχει αντιδραστικά και ψεύτικα πράγματα είναι το άρθρο του Ζέρβα για τον οικοφασισμό. Είναι όμως ένα περιφερειακό άρθρο και δεν αλλάζει τη γενική εικόνα· απεναντίας, πιστοποιεί με τον τρόπο του ότι οι πραγματικοί αριστεροί, πόσω μάλλον οι μαρξιστές, δεν μπορεί να συμμετέχουν σε εγχειρήματα όπως η συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης.

Ο Ζέρβας εκθέτει σωστά τη σύνδεση του οικοφασισμού με τα ρατσιστικά ιδεολογήματα. «Έχοντας ως αφετηρία τους μετανάστες/πρόσφυγες, [ο οικοφασισμός] εφαρμόζει το φασισμό σε πολλά επίπεδα» (σελ. 73· στον Βατικιώτη βρίσκουμε ένα παρόμοιο απόσπασμα, κατάλοιπο του παρελθόντος, με αναφορές στον αντιμεταναστευτισμό και στην επαναφορά του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» ως αντιδραστικά ιδεολογήματα, σελ. 50-51).

Πολύ ωραία! Και οι επιθέσεις του Γρίβα στους μετανάστες δεν αποπνέουν αυτό το ακροδεξιό, ρατσιστικό πνεύμα; Οι επιθέσεις του Κωνσταντακόπουλου και του Rzkhiladze στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα δεν είναι στο ίδιο μήκος κύματος; Η υπεράσπιση του άβατου του Αγίου Όρους από τον Δρόσο δεν αποπνέει σκοταδισμό; Η προβολή της ΛΔ Κορέας ως κομμουνιστικού προτύπου από τον Παπαδομανωλάκη δεν είναι αντιδραστική χυδαιότητα; Η στήριξη όχι μόνο του Πούτιν αλλά και του Άσαντ, των μουλάδων του Ιράν, κοκ, από όλους σχεδόν τους συνεισφέροντες στη συλλογή φτάνοντας ως τις εκτιμήσεις του Λιόση ότι οι ναζί βασάνιζαν τα θύματά τους από ανθρωπισμό, δεν είναι μαύρη αντίδραση;

Μπορεί ίσως ο Ζέρβας να μην γνώριζε το ποιόν των συνεισφερόντων στη συλλογή; Ακόμη κι έτσι, ένα είναι το συμπέρασμα. Όσοι παίρνουν λίγο σοβαρά τον αντιφασισμό και τον αντιρατσισμό, πρέπει να συγκρούονται αποφασιστικά με όλες αυτές τις ιδεολογικές τάσεις, να ξεσκεπάζουν τους εκπροσώπους τους ως φορείς της μαύρης αντίδρασης.

Φασιστικά/ακροδεξιά μοτίβα

Στα προηγούμενα αναδείξαμε τον αντιδραστικό, ισχυρά αντιμαρξιστικό χαρακτήρα των απόψεων των περισσότερων συνεισφερόντων στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης, καθώς και τη συνταύτισή τους με μια σειρά μοτίβα της σύγχρονης ακροδεξιάς/εθνικιστικής αντίδρασης και του νεοφασισμού: συστράτευση με τη Ρωσία του Πούτιν, επιθέσεις στους μετανάστες και τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, κοκ. Θα μπορούσε όμως να αντιταχθεί –και θα ήταν μια κατ’ αρχήν εύλογη αντίρρηση– ότι οι συνδέσεις αυτές αρκούν μεν για να χαρακτηρίσουν τους συμμετέχοντες στη συλλογή ως αντιδραστικούς όχι όμως και ως «μουσολινική διανόηση», όχι ως νεοφασίστες. Για να καταδείξουμε αυτή την ένσταση με ένα παράδειγμα, όταν ο Δ. Νατσιός, ο επικεφαλής της Νίκης, δήλωσε πρόσφατα ότι θεωρεί τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης μια αντιχριστιανική βλασφημία, αυτό προφανώς αρκεί για να τον χαρακτηρίσει ως αντιδραστικό σκοταδιστή. Δεν αρκεί όμως για να τον χαρακτηρίσει ως φασίστα, γιατί αυτό που είπε είναι ένα πάγιο επιχείρημα των θρησκόληπτων εχθρών της επιστήμης και έχει υποστηριχτεί από τις Εκκλησίες και από θεολόγους επί δεκαετίες πριν εμφανιστεί ο φασισμός. Πρέπει, λοιπόν, να ξεδιαλέξουμε μέσα από το υλικό ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που συνδέουν τους δημοσιολόγους της συλλογής με την καθαυτό φασιστική ιδεολογία και να αναδείξουμε ξεκάθαρα αυτές τις συνδέσεις.

Όταν μιλάμε για φασιστική ιδεολογία και για φασίζουσα διανόηση, πρέπει να έχουμε υπόψη πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό και πιο ευρύ από αυτό που ήταν ο φασισμός και είναι ο νεοφασισμός στο πολιτικό επίπεδο. Φυσικά ανάμεσα σε αυτά τα δυο υπάρχει ενότητα: ο φασισμός συνδέθηκε ιστορικά με τον ακραίο αντικομμουνισμό, το ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τον ανορθολογισμό, και αυτά αποτέλεσαν επίσης τον πυρήνα της φασιστικής ιδεολογίας. Ωστόσο, η φασιστική ιδεολογία δεν περιοριζόταν σε αυτά. Στόχος της ήταν να παρασύρει και να κινητοποιήσει τους κατεστραμμένους μικροαστούς σε μια κατεύθυνση ενάντια στα πραγματικά συμφέροντά τους. Για να το επιτύχει, ενώ τους έκανε έρμαια του μεγάλου κεφαλαίου, έπρεπε ταυτόχρονα να τους δημιουργεί διαρκώς μια ψευδαίσθηση επαναστατικότητας. Και στο βαθμό υποχρεωνόταν να προσφύγει και σε άλλες παραδόσεις, όπως ο ρομαντικός αντικαπιταλισμός, η κοινωνική, ψευδο-σοσιαλιστική δημαγωγία, η πολεμοκαπηλεία, ο θρησκευτικός αθεϊσμός, κοκ, οι οποίες καλλιεργήθηκαν και από άλλα, προφασιστικά διανοητικά ρεύματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όχι μόνο στους «αριστερούς» ναζί αλλά και σε πιο ορθόδοξους φασίστες, αυτό περιλάμβανε και τη διαστρεβλωμένη οικειοποίηση αληθινά προοδευτικών στοχαστών, ακόμη και επαναστατών.

Είναι αυτές κυρίως οι παραδόσεις, τις οποίες ανέλυσε αναφορικά με τον κλασικό φασισμό ο Λούκατς, που ανακαλούν σε μια φρεσκαρισμένη εκδοχή οι συνεισφέροντες στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού… – τουλάχιστον όσοι έχουν ένα σαφές ιδεολογικό στίγμα. Και αυτές ακριβώς οι τάσεις τούς χαρακτηρίζουν ως μουσολινική διανόηση, ως διανόηση που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συνειδητότητας, προπαρασκευάζει ένα νέο φασισμό. Θα τις επισημάνουμε συνοπτικά εδώ.

• Ο ρομαντικός αντικαπιταλισμός στρεφόταν ενάντια στο διαφωτισμό, την αστική δημοκρατία, το φιλελευθερισμό, τα οποία κριτικάριζε από τα δεξιά, από τη σκοπιά της φεουδαλικής αντίδρασης, εξιδανικεύοντας τις φεουδαρχικές σχέσεις.

Είναι αδύνατο να μη δει κανείς ότι η προβολή της Ρωσίας του Πούτιν ως αντίδοτου στη «φασιστική» Δύση –το κεντρικό θέμα της συλλογής– είναι ακριβώς μια επίθεση στην αστική δημοκρατία από τα δεξιά, μια επίθεση στα κατάλοιπα του δημοκρατισμού που εξακολουθούν να διατηρούνται στις χώρες της ΕΕ από ακροδεξιά σκοπιά, από τη σκοπιά ενός πολύ πιο αυταρχικού ιμπεριαλισμού όπως είναι ο ρωσικός. Εδώ ο ρομαντικός καπιταλισμός έχει μετατραπεί σε «ρομαντικό αντιιμπεριαλισμό», με το ρομαντικό στοιχείο να αντιπροσωπεύεται από τα σφυροδρέπανα και τη νοσταλγία της ΕΣΣΔ, βασικά της σταλινικής εποχής, που ανεμίζει πλάι στα τσαρικά σύμβολα το καθεστώς Πούτιν. Πίσω από όλα αυτά δε ξεπροβάλλει η μπότα του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Οι πρώην αριστεροί διανοούμενοι α λα Λιόση, Καλτσώνη, Ήσυχου, κοκ, παίζουν απλά το ρόλο των μαϊντανών σε αυτή την απάτη, επικαλούμενοι τα παρτιζάνικα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να καλέσουν σε συστράτευση με το ρωσικό ιμπεριαλισμό.

Ο Ήσυχος, π.χ., αναφέρεται στην ανάγκη να συνεχίσουμε τις αντιφασιστικές παραδόσεις που εξέφρασαν τα κινήματα αντίστασης, «η πολωνική αντίσταση, ο παρτιζάνικος στρατός της Γιουγκοσλαβίας, οι… Σοβιετικοί αντάρτες…, οι Ιταλοί παρτιζάνοι, η γαλλική αντίσταση…, ο ηρωικός ελληνικός παρτιζάνικος στρατός» κοκ. Και από αυτό και άλλα παρόμοια «αντιφασιστικά» βγάζει το συμπέρασμα ότι «το κύριο ζήτημα της ευρωπαϊκής χειραφέτησης» σήμερα είναι «μια αληθινή φιλική πολύπλευρη φιλία με τη Ρωσική ομοσπονδία» (σελ. 137-138, 134 – προφανώς κατά τον ίδιο υπάρχει και μη φιλική φιλία…).

Αυτό ακριβώς είναι ταύτιση με το ρωσικό ιμπεριαλισμό και αποδεικνύει ότι οι Καλτσώνης, Ήσυχος, Λιόσης, Βατικιώτης, κοκ έχουν απαρνηθεί πλήρως το μαρξισμό, εφόσον κάποτε ήταν ή έστω ήθελαν να είναι μαρξιστές. Ο μαρξισμός στέκει στο έδαφος της ακριβούς εκτίμησης των ταξικών σχέσεων, συγκεκριμένα της ταξικής βάσης της αντίθεσης ΕΕ-Ρωσίας, στην οποία η πτέρυγα του Μακρόν, Μερτς κ.ά. είναι μετριοπαθής, παραδοσιακή αντίδραση, ενώ η πτέρυγα των Πούτιν, Λεπέν, κ.ά., είναι ακροδεξιά, φασίζουσα αντίδραση. Από δω προκύπτει ότι οι μαρξιστές πρέπει να αντιπαλεύουν και τις δυο αυτές αστικές πτέρυγες ως αντιδραστικές, αλλά και ότι αν το κάνουν μια φορά για την πτέρυγα του Μακρόν, πρέπει να το κάνουν δυο και τρεις φορές για την πουτινική-λεπενική πτέρυγα. Το να εκτιμάμε τον Πούτιν σαν καλύτερο από την ΕΕ σημαίνει να επαναλαμβάνουμε το λάθος του σταλινισμού στο Μεσοπόλεμο, όταν εμφάνιζε τον Μπρίνινγκ (τον τότε Μακρόν) και τον Χίτλερ σαν «το ίδιο πράγμα», και να το επαναλαμβάνουμε μάλιστα επαυξημένα, εμφανίζοντας τον Χίτλερ σαν «καλύτερο» από τον Μπρίνινγκ. Στην πράξη όσοι το κάνουν αυτό γίνονται τσιράκια του ρωσικού ιμπεριαλισμού, αλλά και των κάθε λογής νεοφασιστών στην Ευρώπη που έχουν ως ίνδαλμα τον Πούτιν.

• Ο αντιδυτισμός ήταν στο παρελθόν ένα σήμα κατατεθέν της φεουδαλικής αντίδρασης, στενά συνυφασμένος με τον αντιδιαφωτισμό και το ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Αυτές οι τάσεις συγχωνεύτηκαν στην τσαρική ιδεολογία, ιδιαίτερα στους σλαβόφιλους, που καταριόνταν τη Δύση ως πηγή όλων των «ανατρεπτικών», αντιρωσικών διανοητικών παραδόσεων. Αργότερα, πήραν μια παραπέρα ώθηση στην κριτική της «παρακμής της Δύσης» α λα Σπένγκλερ, που υπήρξε ένας προθάλαμος της φασιστικής ιδεολογίας, στη νιτσεϊκή ψευδο-κριτική της παρακμής, κοκ. Στις τελευταίες περιπτώσεις η αιχμή στρεφόταν ενάντια στη δημοκρατία και το σοσιαλισμό ως φορείς της γενικής ισοπέδωσης, ενώ εξαιρόταν ως αντίδοτό της ο πρωσισμός, η πρωσική στρατιωτική παράδοση.

Είναι αδύνατο να μη δει κανείς ότι ο αντιδυτισμός των συνεισφερόντων στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού… υπάγεται σε αυτή την κατηγορία. Όταν π.χ. ο Ελληνιάδης γράφει για την «παρακμή της Ευρώπης» και την «εσωτερική σήψη», όταν βεβαιώνει ότι «η κουλτούρα στην οποία βασίζεται ο φασισμός διαμορφώθηκε και εμπεδώθηκε στην Ευρώπη στη διάρκεια εκατοντάδων χρόνων», για τον «βούρκο του ρατσισμού που ιστορικά είναι συστατικό της δυτικής κουλτούρας» (σελ. 200, 204, κλπ), τότε ουσιαστικά συνεχίζει την κριτική της Δύσης α λα Σπένγκλερ, απλά βάζοντας στη θέση του πρωσισμού τον Πούτιν ως την ανανεωτική δύναμη της εποχής μας. Επιφέρει όμως δυο υποκριτικές τροποποιήσεις. Πρώτον, ενώ ο Σπένγκλερ πολεμούσε ανοικτά το διαφωτισμό και το σοσιαλισμό, ο Ελληνιάδης εξαλείφει όλες τις προοδευτικές παραδόσεις, των οποίων κοιτίδα υπήρξε η Ευρώπη και από τις οποίες προήλθε και ο μαρξισμός, από το οπτικό πεδίο. Και δεύτερον, αφού έχει ξεφορτωθεί την προοδευτική κληρονομιά, την οποία απεχθάνεται και πολεμά χωρίς την ειλικρίνεια να το παραδεχτεί, εμφανίζει σαν «προοδευτικό» το ρωσικό ιμπεριαλισμό.

Ως δείγμα των ξεδιάντροπων πλαστογραφιών του Ελληνιάδη θα αναφέρουμε εδώ ότι ο ίδιος αυτός «αντιφασίστας» προβάλλει τον ακροδεξιό Ρουμάνο Γκεοργκέσκου και ακόμη και τη Λε Πεν ως φιλειρηνιστές («Στη Ρουμανία δικαστήριο απαγόρευσε στον Γκεοργκέσκου που είχε πρωτεύσει στις εκλογές να πάρει μέρος… Ο λόγος είναι ότι ο Γκεοργκέσκου έχει ταχθεί κατά της συνέχισης του πολέμου στην Ουκρανία», σελ. 208).

Στην πραγματικότητα, ο Γκεοργκέσκου είναι ένας ακροδεξιός με ανοικτά φασιστικές συμπάθειες. Μεταξύ άλλων, έχει εκφραστεί θετικά για τους Ρουμάνους ακροδεξιούς και φασίστες του Μεσοπολέμου, τον δικτάτορα Αντονέσκου και τον ιδρυτή της Σιδερένιας Φρουράς Κοντρεάνου, για τους οποίους δήλωσε ότι «μέσα από αυτούς έζησε, μιλάει και μίλησε η εθνική ιστορία και όχι μέσω των λακέδων των παγκοσμιοποιητικών δυνάμεων που ηγούνται προσωρινά της Ρουμανίας σήμερα», ενώ υπεράσπισε και τα εγκλήματα του Νετανιάχου. Έχει ακόμη αμφισβητήσει την προσεδάφιση στη Σελήνη, υποστηρίζει ότι τα αναψυκτικά με ανθρακικό περιέχουν μικροτσίπ που «εισέρχονται εντός σου όπως σε ένα λάπτοπ» και ότι το νερό δεν είναι H2O και διαθέτει μνήμη, καθώς και ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια «παγκόσμια απάτη που δεν έχει τίποτα να κάνει με την πραγματικότητα»[22]. Κοντολογίς, πρόκειται για το ρουμανικό αντίστοιχο του Βελόπουλου, επί το χείρον μάλιστα αφού ο Βελόπουλος έχει τη σύνεση να μην υμνεί ανοικτά τους δωσίλογους.

Παριστάνοντας ότι δήθεν πολεμά τους «φασίστες» της ΕΕ, ο Ελληνιάδης ξεπλένει πραγματικούς ακροδεξιούς και συμπαθούντες του φασισμού α λα Γκεοργκέσκου. Στα μάτια του το γεγονός ότι οι Δυτικοί (= ο Μακρόν και Σία) «επιτίθενται» στον Γκεοργκέσκου, τη Λε Πεν, κοκ, αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι οι πραγματικοί «ακροδεξιοί» είναι ο Μακρόν και Σία, και ότι ο Γκεοργκέσκου και η Λε Πεν είναι σίγουρα καλύτεροι. Μπορεί να είναι και χειρότεροι, όπως και ο ίδιος ο Ελληνιάδης…

Από την άλλη μεριά, στο πλαίσιο του αφηγήματός του για τη Δύση ως διαχρονική κοιτίδα του φασισμού, ο ίδιος φτάνει να εμφανίζει τον Ουάσινγκτον και τον Τζέφερσον ως «ρατσιστές». Μέμφεται τις «δυτικές ελίτ» ότι καθιέρωσαν τη δυνατότητα «να είναι κανείς και δημοκράτης, και οπαδός των φυλετικών διακρίσεων και της δουλείας. Γι’ αυτό δεν θεωρείται ασύμβατο οι 10 από τους 12 πρώτους προέδρους των ΗΠΑ, όπως ο Τζέφερσον και ο Γουάσινγκτον, που είναι θεμελιωτές της αμερικάνικης δημοκρατίας, να είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτες μαύρων δούλων» (σελ. 203). Τόσο ο Ουάσινγκτον όσο και ο Τζέφερσον στις απόψεις τους ήταν πολέμιοι της δουλείας: ο Ουάσινγκτον ελευθέρωσε τους δούλους του στη Διαθήκη του, ενώ ο Τζέφερσον είχε περιλάβει στην αρχική εκδοχή της Αμερικάνικης Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, την οποία έγραψε ο ίδιος, μια παράγραφο που αποκήρυσσε με δριμύτητα τη δουλεία και το δουλεμπόριο, η οποία τελικά δεν υιοθετήθηκε λόγω της αντίδρασης των Νότιων πολιτειών. Όποια κριτική και αν ασκήσει κανείς στους θεμελιωτές της αμερικάνικης δημοκρατίας στο 18ο αιώνα, για προλήψεις, ασυνέπειες, κοκ, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι ήταν δημοκράτες αστοί, αντίπαλοι της δουλείας. Ο ρατσισμός δεν ήταν δική τους επινόηση, έγινε πολιτικό και ιδεολογικό όπλο της αστικής τάξης όταν στράφηκε στην αντίδραση, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο Ελληνιάδης όμως βλέπει στον Τζέφερσον και τον Ουάσιγκτον τους εισηγητές του «ρατσισμού» και από την άλλη ανυψώνει σε φιλειρηνιστές σύγχρονους υμνητές του ρουμανικού φασισμού α λα Γκεοργκέσκου!

Δεν είναι αυτό ο ορισμός της διανοητικής ανεντιμότητας και της υποκρισίας; Αν ο Ελληνιάδης εναντιώνεται μια φορά στον «ρατσισμό» του Ουάσινγκτον και του Τζέφερσον, θα έπρεπε να εναντιώνεται δέκα φορές στον Γκεοργκέσκου και σε κάτι «αντιφασίστες» όπως ο Πλειός, που υμνούν μέσω του Γκετζ Άλι το «μαζικό κράτος πρόνοιας» του Χίτλερ· θα έπρεπε να στιγματίζει δέκα φορές τους τσάρους, που κράτησαν όλη τη ρωσική αγροτιά στη δουλοπαροικία επί αιώνες, διατηρώντας τα κατάλοιπά της ως το 1917. Στην πραγματικότητα όμως παριστάνει ότι πολεμά το ρατσισμό και την ακροδεξιά αντίδραση στο πρόσωπο των πρώτων για να τα καταπιεί μόνο στο πρόσωπο των δεύτερων. Αλλά αυτό ακριβώς το είδος της υποκρισίας, με το υποκείμενό της τυφλό μίσος και το φανατισμό, ήταν το σήμα κατατεθέν όλων των ακροδεξιών του παρελθόντος, που τουλάχιστον είχαν τη στοιχειώδη εντιμότητα να μην παριστάνουν τους αντιφασίστες.

• Η λατρεία του πολέμου, του «πολεμιστή» και του «ήρωα» ήταν επίσης συστατικό στοιχείο της φασιστικής ιδεολογίας που κρατά από τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό (η λατρεία των ηρώων στον Καρλάιλ), δίνοντας στην πράξη άλλοθι και εξωραΐζοντας την ιμπεριαλιστική κτηνωδία. Σε αυτό το πλαίσιο οι φασίστες δεν δίσταζαν να επικαλούνται παραπλανητικά επαναστάτες και επιφανείς προοδευτικούς στοχαστές του παρελθόντος – ο Μουσολίνι τον Γκαριμπάλντι, οι ναζί τον Φίχτε, τον Γκέοργκ Μπίχνερ, ακόμη και τον Γκαίτε.

Στο κομμουνιστικό κίνημα ο Στάλιν ήταν εκείνος που έφερε μεταξύ άλλων αυτές τις λογικές με τη μορφή της προσωπολατρίας, ως φύλλο συκής για τα κτηνώδη μαζικά του εγκλήματα. Δεν είναι έτσι παράδοξο ότι από τους συντελεστές της συλλογής επιδίδονται σε αυτό το σπορ οι πρώην αριστεροί α λα Καλτσώνη, Λιόση, Βατικιώτη, Παπαδομανωλάκη, κοκ. Μη έχοντας ποτέ διαχωριστεί από το σταλινισμό, βρίσκουν σήμερα τους ήρωές τους στις πολιτοφυλακές του Ντονμπάς, τον Άσαντ, ακόμη και στον Κιμ Γιονγκ Ουν, κρατώντας και τις παλιές δοξολογίες τους στον Φιντέλ και τον Τσε για να κάνουν το φαγητό τους πιο εύπεπτο.

Όταν ο Καλτσώνης επικαλείται τον Τσε και εμφανίζει τον Άσαντ ως ηγέτη ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στους Αμερικάνους, επαναλαμβάνει επί της ουσίας την ίδια απάτη του Μουσολίνι όταν εμφάνιζε τον εαυτό του ως διάδοχο του Γκαριμπάλντι. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Μουσολίνι βοηθούσε έτσι τον εαυτό του, ενώ ο Καλτσώνης ντροπιάζει τον εαυτό του και τον Τσε, υπηρετώντας τους αυριανούς Μουσολίνι. Αν έπαιρνε λίγο σοβαρά τον εαυτό του, θα όφειλε να εξηγήσει κάπως το γιατί όλοι οι νεοφασίστες του κόσμου, η Κου Κλουξ Κλαν, οι δικοί μας της Χρυσής Αυγής και αμέτρητοι άλλοι, συντάχτηκαν μαχητικά με τον Άσαντ. Αλλά αυτό είναι το μόνο που δεν τον απασχολεί. Αν τον απασχολούσε θα κινδύνευε να ανακαλύψει ότι ο Άσαντ υπήρξε ο κυματοθραύστης των αραβικών επαναστάσεων, βοηθώντας έτσι τις ακροδεξιές δυνάμεις να ενισχυθούν παγκόσμια και να αποκτήσουν μια πιο ισχυρή αφετηρία απέναντι στα λαϊκά κινήματα, και ότι ο ίδιος, εμφανίζοντάς τον ως «απελευθερωτή», ενεργεί σαν υποχείριό τους.

Ο Κωνσταντακόπουλος στο τέλος του άρθρου του δίνει μια κλασική σύνοψη αυτού του καιροσκοπισμού. Παραθέτοντας το δίλημμα της Λούξεμπουργκ «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» προσθέτει: «Σήμερα το δίλημμα είναι “Σοσιαλισμός (ή ό,τι άλλο θέλετε να βάλετε στη θέση του) ή Εξόντωση”» (σελ. 159).

Ακριβώς έτσι! Σας δίνουμε το δικαίωμα να βάλετε στη θέση του σοσιαλισμού ό,τι άλλο θέλετε. Δώστε μας, λοιπόν, κι εσείς το δικαίωμα να βάλουμε στη θέση του τον Άσαντ, τον Πούτιν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν και τους μουλάδες του Ιράν, και να περνάμε για «αντιφασίστες»…

• Οι επιθέσεις στους μετανάστες και τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα είναι επίσης ένα μοτίβο που συνδέεται στενά με την ακροδεξιά ατζέντα. Πέρα από όσα παραθέσαμε ήδη, ο Κωνσταντακόπουλος μέμφεται τον ΣΥΡΙΖΑ για το ότι «σήμερα, πολλοί νέοι άνθρωποι έχουν φτάσει να ταυτίζουν την Αριστερά με μια οργάνωση υπεράσπισης των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ και ένα είδος ΜΚΟ υπέρ των μεταναστών» (σελ. 155). Αυτό είναι ξεκάθαρα μια ακροδεξιά κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, μια επίθεση σε αυτό που, μαζί με την υποστήριξη των κινημάτων του 2011-12, ήταν η θετική συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια ιστορική φάση.

Είναι αδύνατο να ασκείς μια τέτοια κριτική και να μιλάς στο όνομα της εργατικής τάξης, των ανέργων, κοκ, όπως κάνει τάχα στο ίδιο μέρος ο Κωνσταντακόπουλος. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ότι θέτουν έτσι τα ζητήματα προφασίζονται την εργατική τάξη για να μιλούν πραγματικά στο όνομα του «ό,τι άλλο θέλετε».

• Η γεωπολιτική επίσης είναι ένας καίριος συντελεστής του εκφασισμού στην παρούσα περίοδο. Ιστορικά, βέβαια, η γεωπολιτική συνδέθηκε με την άνοδο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στις αρχές του 20ού αιώνα και η ακραία όξυνσή τους μετά την κρίση του 2007 την ξαναφέρνει στο προσκήνιο. Υπό αυτή την έννοια η γεωπολιτική είναι όχημα γενικά της επιθετικής αντίδρασης, της μερίδας των ατών δημοσιολόγων που ταυτίζονται άμεσα με τις προοπτικές του ενός ή του άλλου ιμπεριαλισμού, και όχι μόνο ή στενά του φασισμού. Η κύρια τάση της γεωπολιτικής, όμως, α λα Μάκιντερ, Ράτσελ, Χαουσχόφερ, με τις ευρασίες, τους ζωτικούς χώρους, κοκ, και με τα παρεμφερή σχήματα και τις αυτάρκειες ενός Ντούγκιν σήμερα, έχει μια πολύ στενή σχέση με το φασισμό, όντας ουσιαστικά ένα προφασιστικό ρεύμα.

Η πλειοψηφία των συνεισφερόντων στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού… ασπάζεται αυτήν ακριβώς την εκδοχή της γεωπολιτικής θεώρησης. Ειδικά ο Κωνσταντακόπουλος είχε πάρει στο παρελθόν συνεντεύξεις από τον Ντούγκιν. Όταν δολοφονήθηκε η κόρη του, Ντάρια Ντούγκινα, ο ίδιος τη χαρακτήριζε σε άρθρο του «αποφασισμένη αγωνίστρια για τις ιδέες της – είτε συμφωνεί κανείς, είτε διαφωνεί μαζί τους – και για την πατρίδα της. Ιδέες και πατρίδα στις οποίες θυσίασε τη ζωή της, τόσο πρόωρα… Μοναχοπαίδι ενός ζευγαριού “αιρετικών” Ρώσων διανοουμένων», πρόσθετε πλέκοντάς της το εγκώμιο, «που τόσο συχνά στην ιστορία αυτής της χώρας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο, εκφράζοντας ιστορικές ανάγκες και διαφορετικές εκδοχές του μέλλοντός της… η Ντάρια ήταν ο καλύτερος οπαδός των ιδεών του πατέρα της και σταδιακά εξελίχθηκε στον καλύτερο πρεσβευτή τους, και στη Ρωσία και διεθνώς»[23].

Φυσικά, κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος θα καταδικάσει τη δολοφονία της Ντούγκινα. Αλλά το να ξεπλένεις με αυτή την αφορμή την ίδια και τον Ντούγκιν ως αιρετικούς πατριώτες αφοσιωμένους στην πατρίδα τους, είναι πάλι υπηρεσία στην ακροδεξιά αντίδραση[24].

Στο militaire.gr, στο οποίο συνεισφέρουν σχεδόν όλοι οι συμμέτοχοι στη συλλογή θα βρει κανείς πολλά κείμενα και συνεντεύξεις του ίδιου του Ντούγκιν και δεκάδες βαριά ντουγκινικά γεωπολιτικά άρθρα.

• Ο αντιδραστικός ακτιβισμός, που αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του φασισμού, είναι ένα συστατικό στοιχείο της συλλογής.

Σήμερα, με αφορμή το κίνημα για τα Τέμπη, βλέπουμε να αναπαράγεται αδρά ο χωρισμός ανάμεσα σε «Πάνω Πλατεία» και «Κάτω Πλατεία» που είχε εμφανιστεί στα κινήματα των Πλατειών το 2011-12. Η αντίδραση, όντας πιο οργανωμένη, προηγείται: οι απόψεις που εκφράζει η κ. Καρυστιανού, η ταινία του Σμαραγδή, κοκ, αντιστοιχούν χοντρικά σε αυτό που ήταν η «Πάνω Πλατεία» και αποκτούν υπολογίσιμη επιρροή. Ωστόσο, θα ήταν ξεκάθαρα λάθος να αποκαλέσει κανείς αυτές τις κινηματικές τάσεις φασιστικές ή ακροδεξιές. Για την ώρα είναι ακόμη άμορφες, δεν έχουν αποσαφηνιστεί πολιτικά και έλκουν, όχι σταθερά, κάθε λογής μικροαστικά στοιχεία που μπορεί να υποκινούνται από πατριωτικές ή αόριστα αντισυστημικές βλέψεις.

Η άρρηκτη σύνδεση της συλλογής Η Άνοδος του Νεοφασισμού… με το νεοφασισμό και την ακροδεξιά αντίδραση, βρίσκεται πρώτα και κύρια στο γεγονός ότι παρέχει το «συνειδητό πυρήνα», την πλατφόρμα, για τη συγκρότηση ενός μελλοντικού ελληνικού AfD·  ότι, προσφέρει, με τα κατάλληλα περιτυλίγματα, την ιδεολογική βάση για την αντιδραστική αποσαφήνιση αυτού που ακόμη είναι νεφελώδες και ακαθόριστο στα παραπάνω ρεύματα. Αυτή τη σύνδεση τη διασφαλίζει η εμπλοκή της Ρωσικής Πρεσβείας, καθώς και η συγκέντρωση των κάθε λογής ακροδεξιών στοιχείων, συμπεριλαμβανόμενων των συντελεστών της συλλογής, στο militaire.gr και άλλα παρεμφερή σάιτ. Υπό αυτή την έννοια, η συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού… είναι το μανιφέστο της μουσολινικής διανόησης στη χώρα μας, η προπαρασκευή της για το πέρασμα από τη θεωρία στην πράξη.

Συμπερασματικά

Ο τίτλος του παρόντος άρθρου μπορεί να ξένισε αρχικά τον αναγνώστη και να τον θεώρησε υπερβολικό. Φτάνοντας στο τέλος, θα έχει αντιληφθεί ότι ο χαρακτηρισμός των συνεισφερόντων στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης ως «μουσολινικής διανόησης» απηχεί την πραγματικότητα. Η συλλογή αποτυπώνει τις απόψεις εκείνης της μερίδας της διανόησης που πίσω από μια προσποιητή πολεμική ενάντια στις νεοφιλελεύθερες ελίτ και φορώντας ένα «αντιφασιστικό» προσωπείο, βοηθά σε κάθε χώρα στην ενίσχυση της ακροδεξιάς και της νεοφασιστικής της συνιστώσας, βρίσκοντας το φυσικό της σύμμαχο στο ρωσικό ιμπεριαλισμό. Ο χαρακτηρισμός «μουσολινική διανόηση» καθρεφτίζει και εκφράζει επιστημονικά τον πραγματικό ιστορικό ρόλο της.

Στο παρελθόν, σε στιγμές μεγάλων ηττών και κρίσεων στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, ευρείες μερίδες της διανόησης περνούσαν από το κίνημα στην αντίδραση. Αυτό συνέβηκε με τον Μπογκντάνοφ και άλλους υπεραριστερούς Μπολσεβίκους μετά την ήττα της επανάστασης του 1905, αργότερα με τους ηγέτες της Β΄ Διεθνούς που πέρασαν στο σοβινισμό το 1914, ακόμη και επιφανών μαρξιστών όπως ο Κάουτσκι και ο Πλεχάνοφ. Από την άποψη αυτή, το πέρασμα στην αντίδραση των πρώην αριστερών διανοούμενων που στρατεύονται σήμερα με τον πουτινισμό δεν είναι κάτι νέο. Ωστόσο, κατά κανόνα, οι μερίδες αυτές σταματούσαν σε κάποιο σημείο την κατρακύλα τους. Το νέο στην περίπτωσή μας, συνδεόμενο με τη μεγάλη, παρατεταμένη αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος μετά το 1991, είναι ότι οι πρώην αριστεροί διανοούμενοι ακολουθούν το δρόμο της κατρακύλας ως το τέλος, ως την ταύτιση με την ακροδεξιά αντίδραση.

Φυσικά, για να εκτιμήσουμε τον πραγματικό ρόλο τους πρέπει να έχουμε μια σαφή μαρξιστική εκτίμηση του παρόντος σταδίου της ταξικής πάλης. Η ουσία του, η ουσία της παρούσας στιγμής, είναι ότι συντελείται διεθνώς στο αστικό στρατόπεδο η μετάβαση από την κυριαρχία της παραδοσιακής, φιλελεύθερης αστικής πτέρυγας στην κυριαρχία της ακροδεξιάς πτέρυγας. Στη βάση αυτής της μετάβασης, που προχωρά άνισα σε κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη και σε κάθε χώρα, βρίσκεται η βαθιά, αδιέξοδη κρίση του καπιταλισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικοί φορείς και οι ιδεολόγοι της ακροδεξιάς διαγκωνίζονται με τους εκπροσώπους της παραδοσιακής αστικής πτέρυγας, που τείνει να παραμεριστεί. Στη μεταξύ τους διαμάχη, οι ακροδεξιοί, δεδομένης της κακής ιστορικής φήμης του φασισμού, δεν εκδηλώνουν ανοικτά τις προθέσεις τους· φροντίζουν να φτιασιδώνονται. Εμφανίζονται σαν αμφισβητίες και «επαναστάτες», κατηγορώντας τους αντιπάλους τους για «φασισμό», ενώ στην πραγματικότητα τους ανταγωνίζονται για την εύνοια του μεγάλου κεφαλαίου και για τη συσπείρωση δυνάμεων. Ακριβώς για να συσπειρώσουν αυτές τις δυνάμεις, ιδιαίτερα από τις πιεζόμενες μικροαστικές μάζες, οι ακροδεξιοί αξιοποιούν τους πρώην αριστερούς, αποστάτες διανοούμενους, που περνούν, εν μέσω της συνεχιζόμενης αποσύνθεσης των κομμουνιστικών πρωτοποριών, στην αντίδραση.

Αν κατηγορούμε για αποστασία τη μερίδα της διανόησης, α λα Βατικιώτη, Λιόση, Καλτσώνη, κοκ, δεν είναι επειδή πήραν μέρος σε μια έκδοση όπου συμμετείχαν και αντιδραστικοί. Αποφασιστική σημασία έχει το γεγονός ότι οι κατευθύνσεις του εγχειρήματος καθορίστηκαν και δεν μπορούσε παρά να καθοριστούν πλήρως από αυτούς τους αντιδραστικούς. Όσο για τους πρώην αριστερούς έπαιξαν το ρόλο μαϊντανών, που απλώνουν ένα προπέτασμα καπνού για να προχωρά η αντίδραση, μεταμφιέζοντας τους σκοπούς της. Πέρα από αυτό, δεν υπήρχε τίποτα άλλο στις παρεμβάσεις τους.

Για να φέρουμε και μια αντίστιξη, στις αρχές του 2024 η Καθημερινή κυκλοφόρησε μια συλλογή για τον Λένιν, με αφορμή τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από το θάνατο του μπολσεβίκου ηγέτη, Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν. 100 Χρόνια από το Θάνατό του. Σε αυτήν υπάρχουν πράγματι χυδαία αντικομμουνιστικά άρθρα όπως των Σ. Μουμτζή, Gr. Garrard, κοκ. Υπάρχουν όμως όχι λίγα κείμενα μαρξιστικής εν γένει κατεύθυνσης (των Μηλιού, Μαυρουδέα, κοκ) και άλλα, κυρίως από την προοδευτική πανεπιστημιακή διανόηση (π.χ. των Θ. Χρήστου, Ρ. Ταρ, Μ. Παπαστρατηγάκη, Μ. Αθανασίου, Μ. Κλάψη, Β. Αγτζίδη) που διακρίνονται γενικά από αντικειμενικότητα και τηρούν τη στοιχειώδη ευπρέπεια.

Αν ο γράφων ή οποιοσδήποτε άλλος πιανόταν από τα αντιδραστικά κείμενα στη συγκεκριμένη συλλογή για να χαρακτηρίσει όλους τους συμμετέχοντες αντιδραστικούς, αυτό θα ήταν ένα πολύ μεγάλο ατόπημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ζωντανή έκδοση, που αντανακλά θετικές ζυμώσεις στο εσωτερικό της διανόησης, υποκινημένες από την αίσθηση των εντεινόμενων κινδύνων για την ειρήνη και τη δημοκρατία. Αν οι ζυμώσεις είναι ακόμη συγκεχυμένες, αν ένα μέρος τους φανερώνει μια νεφελώδη ριζοσπαστικοποίηση και ένα άλλο μόνο μια προσέγγιση στο μαρξισμό, αυτό αντιστοιχεί στην ιδιοτυπία της παρούσας ιστορικής στιγμής. Και προφανώς δεν θα υπήρχε τίποτα επιλήψιμο για κανένα μαρξιστή να παρέμβει εποικοδομητικά σε αυτή τη συζήτηση.

Με τη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης η υπόθεση διαφέρει ριζικά. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σαφή, κρυσταλλωμένη αντιδραστική κατεύθυνση: Κάτω από έναν υποκριτικό «αντιφασισμό», ανοικτοί εθνικιστές και ακροδεξιοί εμφανίζουν σαν φασίστες τον κεντρώο χώρο και προάγουν σαν «αντιφασιστική» την ακροδεξιά πτέρυγα στην οποία ανήκουν οι ίδιοι. Και σε αυτή την αθλιότητα κολλούν σαν μαϊντανοί μερικοί παραστρατημένοι πρώην αριστεροί διανοούμενοι. Ή, για να το πούμε με την αρχική μας εικόνα, τα αφεντικά και οι μάγειρες στο μαγαζί είναι οι Ιγνατιάδης, Γρίβας, και Σία, ενώ οι Βατικιώτης, Καλτσώνης, Λιόσης, κάνουν τα γκαρσόνια…

Ο Λένιν στις αναλύσεις του μετά την ήττα της επανάστασης του 1905 χαρακτήριζε την αντίθεση ανάμεσα στο κέντρο των Καντέτων, των Ρώσων φιλελεύθερων, και την τσαρική ακροδεξιά, σαν μια αντίθεση στο εσωτερικό της αντίδρασης. Ταυτόχρονα, όμως, έκανε μια διάκριση ανάμεσα στις δυο πτέρυγες, επιμένοντας ότι «δεν είναι το ίδιο πράγμα». Τόνιζε ότι οι μαρξιστές πρέπει να κατηγορούν το φιλελευθερισμό για «το μισό αμάρτημα» και την ακροδεξιά πτέρυγα «για όλο το αμάρτημα»[25]. Οι συνεισφέροντες στη συλλογή, εθνικιστές και πρώην αριστεροί εξίσου, κατηγορούν το κέντρο για όλο το αμάρτημα και αθωώνουν πλήρως την άκρα αντίδραση ή, όπως ο Καλτσώνης, εξισώνουν τις δυο πτέρυγες.

Πάνω στο θέμα των αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες πτέρυγες της αστικής τάξης ο Καλτσώνης έχει να μας πει τα εξής:

«Σήμερα… δεν τίθεται ζήτημα (όχι ακόμη τουλάχιστον) συγκρότησης κάποιου είδους αντιφασιστικού μετώπου σε εσωτερικό ή διεθνές επίπεδο, παρόμοιου με εκείνα της δεκαετίας του 1930 και του 1940. Η ακροδεξιά δεν ταυτίζεται με τον φασισμό και η πλήρης κατάλυση της δημοκρατίας και ο φασισμός δεν βρίσκονται ante portas… Αντίστοιχα, σε διεθνές επίπεδο, δεν τίθεται θέμα αντιπαράθεσης της δημοκρατίας με το αντιδημοκρατικό στρατόπεδο. Δεν υπάρχουν σήμερα συνθήκες αντίστοιχες με της δεκαετίας του 1940, όταν η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης παρείχε αντικειμενικά τη δυνατότητα για σύμπηξη αντιφασιστικού μετώπου» (σελ. 85).

Ο Καλτσώνης διακρίνει με μεγάλη ευαισθησία ανάμεσα στην ακροδεξιά και τους φασίστες, αλλά αρνείται να φέρει οποιαδήποτε αντιπαράθεση ανάμεσα στην (αστική) δημοκρατία και το μπλοκ ακροδεξιάς/φασισμού (το «αντιδημοκρατικό στρατόπεδο»). Μια τέτοια διάκριση είχε νόημα μόνο στο Μεσοπόλεμο, όταν υπήρχε η ΕΣΣΔ, και θα έχει επίσης νόημα στο επόμενο στάδιο, όταν ο φασισμός θα βρεθεί ante portas και θα υπάρχει… ο Καλτσώνης. Ως τότε όμως στερείται νοήματος να θέτουμε τέτοια ζητήματα και μπορούμε μια χαρά να συμμετέχουμε στις συλλογές του Ιγνατιάδη μαζί με τους Γρίβα και Σία…

Η άρνηση του Καλτσώνη να φέρει, στο παρόν αμυντικό στάδιο, οποιαδήποτε αντιπαράθεση ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη σταλινική θέση στα χρόνια της ανόδου των ναζί ότι ο Μπρίνινγκ και ο Χίτλερ ήταν το ίδιο πράγμα. Ο Τρότσκι είχε καταρρίψει έξοχα αυτή την ανοησία:

«Οι σοφοί που καυχώνται πως δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά “ανάμεσα στον Μπρίνινγκ και στον Χίτλερ”, λένε στην πραγματικότητα τούτο: αν οι οργανώσεις μας εξακολουθούν να υπάρχουν ή αν έχουν κιόλας καταστραφεί, αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Κάτω από αυτή την ψευτοριζοσπαστική φρασεολογία κρύβεται η πιο άνανδρη παθητικότητα: “Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την ήττα ό,τι κι αν κάνουμε”…»[26]

Σήμερα η ακροδεξιά πτέρυγα κυριαρχεί ήδη στη Ρωσία υπό τον Πούτιν και ανοίγει το δρόμο της για να κυριαρχήσει, με τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, και στις ΗΠΑ. Στην ΕΕ η φιλελεύθερη πτέρυγα παραπαίει. Την ταπεινώνει ως και ο Χαφτάρ και το παραμέρισμά της από τη λεπενική πτέρυγα είναι θέμα χρόνου. Αν σε λίγα χρόνια η ακροδεξιά κυριαρχήσει σε μερικές μεγάλες χώρες της ΕΕ και στα όργανά της, αυτό δεν σημαίνει ότι θα επιβληθεί αμέσως δικτατορία· κατόπιν όλων και ο Μουσολίνι διατήρησε το κοινοβούλιο ως το 1926. Οπωσδήποτε όμως σημαίνει το πέρασμα σε μια στολιπινική κατάσταση, σε μια κατάσταση με έκτακτα μέτρα, περίπου όπως τα ιδιώνυμα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, όπου η δημοκρατία θα αναστέλλεται και θα βιάζεται σε κάθε βήμα, η τυπική διατήρηση της Βουλής θα συνδυάζεται άμεσα με την αστυνομική τρομοκρατία, κοκ.

Από αυτό προκύπτει ότι πρέπει να φέρνουμε μια ισχυρή αντιπαράθεση ανάμεσα στην παρούσα κατάσταση στην ΕΕ, όταν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί και η νομιμότητα παρά την υπονόμευσή τους είναι ακόμη σε ισχύ, και στο μελλοντικό στάδιο της ακροδεξιάς εκτροπής (γιατί για να αποτρέψουμε την ακροδεξιά εκτροπή πρέπει να συσπειρώσουμε τις δυνάμεις που είναι ικανές να της φράξουν το δρόμο και γι’ αυτό πρέπει να αναδεικνύουμε τις διαφορές και όχι να τις θολώνουμε). Όσοι αρνούνται να αντιπαραθέσουν τον κοινοβουλευτισμό στον ακροδεξιό αυταρχισμό παραδέχονται έτσι, όπως οι σταλινικοί δογματιστές του Μεσοπολέμου, την ήττα σαν αναπόφευκτη και στην πράξη εργάζονται γι’ αυτή την ήττα, εργάζονται συγκεκριμένα για να χαθεί ο λίγος χρόνος που απομένει για να προετοιμαστούμε να αποκρούσουμε την ανερχόμενη ακροδεξιά/φασιστική αντίδραση, τους πολέμους, κοκ.

«Εμείς μπορούμε σήμερα να καιροσκοπούμε, να εμποδίζουμε αυτό που πρέπει να γίνει, να συμπορευόμαστε ως και με τη μαύρη αντίδραση, και από αυτό όλο θα προκύψει αύριο η επαναστατική διέξοδος» – να τι αξιώνει παραπάνω επί της ουσίας ο Καλτσώνης. Όχι από όλο αυτό αλλά ενάντια σε όλο αυτό (και σε πολλά άλλα) θα προκύψει, φίλτατοι, η επαναστατική διέξοδος!

Κάπου εδώ, θα αφήσουμε τα αφεντικά με τα γκαρσόνια τους να κεράσουν «αντιφασισμό» την πελατεία τους.

«- Γκαρσόν, ένα σπέσιαλ κέρασμα αντιφασισμό στο τραπέζι της ρωσικής πρεσβείας με πικάντικη σως αποναζιστικοποίησης α λα Πούτιν.

– Γκαρσόν, ένα σπέσιαλ κέρασμα αντιφασισμό στο τραπέζι “Νο Πασαράν”, με σαμπάνια από ναζιστικό κράτος προνοίας.

– Γκαρσόν, ένα σπέσιαλ κέρασμα αντιφασισμό στο τραπέζι της Γκουέρνικα, με υπέροχη βορειοκορεάτικη σάλτσα Τζούτσε και ολίγον Ντούτσε.

– Γκαρσόν, ένα σπέσιαλ κέρασμα αντιφασισμό στο τραπέζι των τρολ, με επιδόρπιο ανθρωπιστικά ναζιστικά βασανιστήρια και εκτελέσεις.

– Γκαρσόν, ένα σπέσιαλ κέρασμα αντιφασισμό στο τραπέζι της επαναστατικής διεξόδου με καλτσούνια και κρεμμύδια βατικιώτικα…»

Εμείς, βέβαια, δεν θα πάρουμε…

Η ρήξη με τη μουσολινική διανόηση των ημερών μας, με τους απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού και με τους πρώην αριστερούς διανοούμενους που προσχωρούν στις γραμμές τους, είναι σήμερα απολύτως αναγκαία. Είναι ένας εκ των ων ουκ άνευ όρος για κάθε πραγματικά αντιφασιστικό αγώνα και για να υπάρχει το κομμουνιστικό κίνημα.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.


[1] Βλέπε σχετικά, Χρ. Κεφαλής, «Βασίλης Λιόσης: το υπέρτατο τρολ του μαρξισμού», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 38, σελ. 426-476.

[2] Δ. Ψαρράς, «Ένας “Στρατηλάτης” στην Αριστερά», 18.2.2014, tvxs.gr, δημοσιεύθηκε αρχικά στην Εφημερίδα των Συντακτών.

[3] Στο ίδιο.

[4] newshub.gr, 19.9.2024.

[5] slpress.gr, 21.8.2022.

[6] «Κώστας Γρίβας: Πέμπτη φάλαγγα εντός της Ελλάδας προωθεί τα συμφέροντα της Τουρκίας», xrisiavgi.com.

[7] Δ. Δρόσος, «Γιατί η Αθήνα υπονομεύει το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους», slpress, 29.7.2024.

[8] Δ. Δρόσος, «Η Δεξιά του Κυριάκου κατεδαφίζει το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια», slpress, 25.1.2024.

[9] Δ. Δρόσος, «Υπάρχει ζωή πέρα από τη Woke ατζέντα και την Alt-Right;», slpress, 7.2.2025.

[10] Δ. Δρόσος, «Η Δεξιά του Κυριάκου κατεδαφίζει το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια», slpress, 25.1.2024. Ο Δρόσος αντιλαμβάνεται, βέβαια, ότι η ηγεσία του ΚΚΕ στηρίζει επί της ουσίας στο συγκεκριμένο ζήτημα τις θέσεις της Εκκλησίας, εξ ου και σπεύδει να επαινέσει τη στάση της «ανεξάρτητη» και «θετική», όπως κάνει και ο Κωνσταντακόπουλος για την αντίστοιχη στάση της ΟΚΔΕ (σελ. 150).

[11] «Ilia II of Georgia», en.wikipedia.org.

[12] «Κιμ Τζονγκ-ιλ: Περί σωστής αντίληψης και κατανόησης της φιλοσοφίας του Τζούτσε», guernicaeu.wordpress.com, 13.3.2020.

[13] Λ. Τρότσκι, «Τι είναι ο εθνικοσοσιαλισμός;», στη συλλογή Γερμανία: Ο Φασισμός και το Εργατικό Κίνημα, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σελ. 95, 96.

[14] Α. Σέφερ, «Historiker Götz Aly Die Volkspartei lebt!», deutschlandfunkkultur.de, 5.6.2019· «Götz Aly 370 Presseschau-Absätze», perlentaucher.de· Γκ. Στάινγκαρτ, «Götz Aly: „Der arabisch-türkische Antisemitismus ist unser Hauptproblem“», thepioneer.de, 16.8.2024, «Björn Höcke», de.wikipedia.org, κοκ.

[15] Βλέπε Ε. Αστερίου, «Η αντίσταση στη ναζιστική Γερμανία», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 10, σελ. 161, 167.

[16] Βλέπε π.χ. Θ. Ιγνατιάδης, «Ο Πούτιν προηγείται με τεράστια διαφορά στις προεδρικές εκλογές με ρεκόρ προσέλευσης ψηφοφόρων» και «ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΙΓΝΑΤΙΑΔΗΣ», militaire.gr, όπου μας κατατοπίζει μεταξύ άλλων για τους «δυο αυτοκράτορες», Τραμπ και Πούτιν, τα «αρχέτυπα» του ρωσικού λαού, τη μεγαλοψυχία του Μεγάλου Πέτρου, που ήταν «η μεγάλη ριζοσπαστική τομή στη ρωσική ιστορία», και του εγγονού του Πέτρου του Γ΄, που έκανε το ολέθριο λάθος να σκεφτεί να κάνει τη Ρωσία λουθηρανική, κοκ (για τα τελευταία βλέπε Θ. Ιγνατιάδης, «Τραμπ-Πούτιν σε παράλληλη διαδρομή προς μια συνάντηση “αυτοκρατόρων”», militaire.gr).

[17] Βλέπε Ι. Λοζόφσκι και Μ. Λέιν, «Russian Foundation, Aimed at Helping ‘Compatriots’ Abroad, Supports Spies, Criminals, and Propagandists», occrp.org, 21.5.2025.

[18] Γρίβας, στο ίδιο, σελ. 109, 110, 112, 115-116.

[19] Για τα θέματα αυτά βλέπε, π.χ., Α. Σακς, «Russian Reactionaries Provided a Template for Modern Counterrevolution», jacobin.com, 15.5.2022 και «Ivan Ilyin», en.wikipedia.org.

[20] Γ. Μαργαρίτης, «Γιατί ο Πούτιν έχει ανάγκη την Wagner», slpress.gr, 16.2.2023.

[21] Η Ρήγου κατανοεί καλύτερα από τον Καλτσώνη αυτό το καίριο σημείο. Παραθέτει εκτιμήσεις του Economist ότι το 2025 η ακροδεξιά ξεπέρασε σε δύναμη τις ομάδες των συντηρητικών και των σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ (σελ. 94-95). Και σημειώνει ότι οι ηγέτες των ακροδεξιών κομμάτων επιλέγουν σε αυτή τη φάση «μια σχετική λείανση του λόγου τους» για να γίνουν πιο αποδεκτοί, καθώς και ότι οι παραδοσιακές αστικές δυνάμεις ενόψει αυτού εγκαταλείπουν την παλιά τους θέση, «Καμιά συνεργασία με τους φασίστες» (σελ. 97-98). Αυτή την τακτική, όπως συζητά ο Τρότσκι, την είχε υιοθετήσει και ο Χίτλερ σε μια φάση υποσχόμενος να σεβαστεί το Σύνταγμα της Βαϊμάρης (βλέπε Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;. εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ. 130-132). Ένας μαρξιστής θα έπρεπε να σταθεί στις αναλύσεις του Τρότσκι για να ξεσκεπάσει αυτές τις τακτικές της άκρας αντίδρασης· θεωρητικοί όμως όπως ο Καλτσώνης ξέρουν μόνο να τις σκεπάζουν συμπορευόμενοι με τους Γρίβες.

[22] Βλέπε σχετικά «Călin Georgescu», en.wikipedia.org.

[23] Δ. Κωνσταντακόπουλος, «Ο φόνος μιας δημοσιογράφου. Ντάρια Ντούγκινα Πλατόνοβα (1992-2022)», konstantakopoulos.gr.

[24] Σε δημοσιεύματα στο Διαδίκτυο αναφέρεται ότι οι δραστηριότητες που ενέπλεξαν τον Κωνσταντακόπουλο και άλλους με τον Ντούγκιν είχαν συντονιστεί το 2009-13 από τον Γκ. Γκάβρις, έναν οπαδό του Ντούγκιν Γραμματέα της ρωσικής πρεσβείας στην Αθήνα με δεσμούς με τον Ρώσο ολιγάρχη Μαλοφέεβ (υποστηρικτή της παλινόρθωσης της ρωσικής μοναρχίας και ιδρυτή μεταξύ άλλων της Σχολής του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, όπου οι νέοι εκπαιδεύονται στο πνεύμα της μελλοντικής μοναρχίας), Ιταλούς νεοφασίστες όπως ο Φιόρε, το χριστιανοευαγγελικό Παγκόσμιο Συνέδριο των Οικογενειών, κοκ. Βλέπε Ζ. Ζαχαράκης, «Caught in the web of the Russian ideologues Seite 2/3: «Pro-Russian friends» among right-wing extremists», http://www.zeit.de, «RUSSIAN LINKS OF WORLD CONGRESS OF FAMILIES», mythdetector.com κ.ά.

[25] Βλέπε Λένιν, «Η φύση και η σημασία των πολεμικών μας ενάντια στους φιλελεύθερους», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 37, σελ. 245, 246.

[26] Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, χ.χ., σελ. 33.

Σχολιάστε