
Γράφει από την Κύπρο η Χριστιάνα Βωνιάτη
Σε μια Ανατολική Μεσόγειο, που μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο διαρκούς κλιμάκωσης, η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να αυτοπαρουσιάζεται ως «ουδέτερη» μόνο και μόνο επειδή δεν στέλνει στρατεύματα στα πεδία της φωτιάς που ανοίγουν δίπλα μας. Στον σύγχρονο πόλεμο, η εμπλοκή δε μετριέται αποκλειστικά με στρατιώτες και άρματα, αλλά και με δίκτυα υποστήριξης: βάσεις, εναέριους διαδρόμους, πληροφορίες, ανεφοδιασμούς, διπλωματικές καλύψεις. Κι εδώ, οι Βρετανικές Βάσεις –σε Ακρωτήρι και Δεκέλεια- αποτελούν τον πιο απτό μηχανισμό, μέσω του οποίου το νησί εντάσσεται λειτουργικά σε ευρύτερους δυτικούς πολεμικούς σχεδιασμούς.
Οι Βάσεις δεν είναι απλώς «ένα κομμάτι ξένο έδαφος». Είναι κυρίαρχες στρατιωτικές περιοχές, που κληροδοτήθηκαν από την αποικιοκρατία και συνεχίζουν να λειτουργούν ως προκεχωρημένο φυλάκιο ισχύος προς τη Μέση Ανατολή. Το Ακρωτήρι ειδικά, με τις δυνατότητες αεροπορικής προβολής και επιτήρησης, δεν είναι μια παθητική εγκατάσταση. Είναι κόμβος επιχειρησιακής ετοιμότητας, που επιτρέπει στη Βρετανία—και, μέσω της στενής διαλειτουργικότητας και συνεργασίας των δυτικών στρατών, στους βασικούς συμμάχους της- να παρεμβαίνει γρήγορα στην περιοχή.
Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από το πώς βαφτίζεται κάθε επιχείρηση (αντιτρομοκρατία, προστασία ναυσιπλοΐας, «εκκενώσεις», «ανθρωπιστικές» αποστολές), το νησί φιλοξενεί υποδομές που κάνουν εφικτή την πολεμική δράση τρίτων. Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του πολιτικού προβλήματος: όταν οι Βάσεις λειτουργούν ως κρίκος σε μια αλυσίδα στρατιωτικής ισχύος που υπηρετεί ευρύτερα αμερικανικά συμφέροντα ασφαλείας και μια περιφερειακή αρχιτεκτονική ισχύος μέσα στην οποία εντάσσεται και το Ισραήλ, η Κύπρος παύει να είναι «παρατηρήτρια».
Ακόμη κι αν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διοικεί τις Βάσεις, το γεγονός της ύπαρξης και της επιχειρησιακής τους αξιοποίησης πάνω στο νησί παράγει συνέπειες για τον λαό της Κύπρου – αυξάνει την έκθεση σε κινδύνους, υπονομεύει την πολιτική αυτονομία και τη δένει πολιτικά με επιλογές, που σπέρνουν θάνατο και ερείπια στην ευρύτερη περιοχή, στο μέτρο που η γεωγραφία της υποστήριξης κάνει δυνατές επιχειρήσεις που ισοπεδώνουν κοινωνίες.
Ο πιο απλός αντίλογος είναι γνωστός: «οι Βάσεις μάς προστατεύουν». Όμως αυτό το επιχείρημα συγχέει την ασφάλεια με την πρόσδεση. Η εμπειρία των μικρών κρατών σε ζώνες έντασης δείχνει ότι η «προστασία» των ισχυρών σπάνια είναι δωρεάν. Αγοράζεται με ανταλλάγματα, με σιωπή, με ανοχή στην κλιμάκωση, με μετατροπή του χώρου σε στρατιωτικό κόμβο. Το αποτέλεσμα δεν είναι περισσότερη ασφάλεια για τους πολλούς, αλλά μεγαλύτερη αβεβαιότητα – όσο περισσότερο το νησί εντάσσεται στις επιχειρησιακές ανάγκες μεγάλων δυνάμεων, τόσο περισσότερο γίνεται μέρος σεναρίων αντιπαράθεσης που δεν ελέγχει.
Οι Βάσεις, ως υλικός μηχανισμός προβολής ισχύος, καθιστούν και τις γύρω κοινότητες—αλλά και κρίσιμες υποδομές, που βρίσκονται στη «σκιά» τους- εν δυνάμει πεδίο ρίσκου. Το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό. Είναι βαθύτατα δημοκρατικό. Μια κοινωνία που συνηθίζει να ζει με «εξαιρέσεις» κυριαρχίας στο έδαφός της, με γκρίζες ζώνες ευθύνης και με στρατιωτικές αποφάσεις που λαμβάνονται έξω από κάθε κοινωνικό έλεγχο, εκπαιδεύεται σταδιακά να θεωρεί φυσιολογική την αποπολιτικοποίηση: «αυτά είναι θέματα των ειδικών», «δεν μας πέφτει λόγος». Έτσι όμως η στρατιωτικοποίηση περνάει από τις Βάσεις στην καθημερινή πολιτική κουλτούρα: περιορίζεται η κριτική, στιγματίζονται οι αντιπολεμικές φωνές, αναβαπτίζεται ο πόλεμος ως «αναγκαιότητα» και η κλιμάκωση ως «ρεαλισμός».
Υπάρχει, τέλος, μια διάσταση που φωτίζει με άλλο τρόπο την ίδια προβληματική: η Κύπρος δεν κινδυνεύει μόνο να γίνει κόμβος στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και πεδίο ανάπτυξης και δοκιμής υποδομών επιτήρησης. Η υπόθεση του περιβόητου «κατασκοπευτικού βαν» –και ό,τι αυτή αποκάλυψε για το πώς ιδιωτικά δίκτυα παρακολούθησης μπορούν να εγκαθίστανται, να λειτουργούν και να εξαφανίζονται μέσα σε θολά θεσμικά περιβάλλοντα- υπενθυμίζει κάτι κρίσιμο: όταν η λογική της ασφάλειας λειτουργεί με αδιαφάνεια, η δημοκρατία είναι από τους πρώτους στόχους. Δεν πρόκειται για «παράπλευρο» θέμα. Η
κανονικοποίηση του πολέμου συνοδεύεται σχεδόν πάντα από κανονικοποίηση της επιτήρησης, της μυστικότητας και της ιδιωτικοποιημένης ισχύος, δηλαδή από μια σταδιακή μετατόπιση του ελέγχου μακριά από την κοινωνία.
Απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη κανονικοποίηση, η θέση της μη-εμπλοκής δεν είναι σύνθημα φυγής, αλλά πρόταση πολιτικής ευθύνης. Σημαίνει, πρώτον, να σπάσει η αυταπάτη ότι μπορούμε να «έχουμε και τις Βάσεις και την ασφάλεια» σαν να πρόκειται για ανεξάρτητα μεγέθη.
Δεύτερον, να τεθεί στο επίκεντρο το αποικιακό καθεστώς των Βάσεων: ένα κατάλοιπο, που δεν είναι απλώς ιστορική ντροπή, αλλά σύγχρονος μηχανισμός πολέμου.
Τρίτον, να απαιτηθεί –στον βαθμό που υπάρχουν πολιτικά και διπλωματικά περιθώρια- διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία για κάθε πρακτική, που συνδέει το νησί με τη μηχανική της κλιμάκωσης: εναέριες διελεύσεις, ανεφοδιασμοί, συνεργασίες ασφαλείας, ανταλλαγές πληροφοριών.
Η Κύπρος δεν χρειάζεται να γίνει βάση εξυπηρέτησης πολεμικών σχεδιασμών για κανέναν. Η αξιοπιστία μιας χώρας δεν μετριέται με το πόσο διαθέσιμη είναι ως στρατιωτικός κόμβος. Χρειάζεται να γίνει τόπος που υπερασπίζεται τη ζωή, τη δημοκρατία και την ειρήνη ως υλικό συμφέρον των κοινωνιών – όχι ως ευχή. Και αυτό περνά αναγκαστικά από μια καθαρή σύγκρουση με την ιδέα ότι οι Βρετανικές Βάσεις μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν σαν να είναι «εκτός πολιτικής». Δεν είναι. Είναι ο πιο χειροπιαστός τρόπος με τον οποίο ο πόλεμος αποκτά μόνιμη διεύθυνση στο νησί.
*Το παραπάνω άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη«, φύλλο 31ο (Μάρτης 2026) που κυκλοφορεί.
