
Γράφει η Δήμητρα Γεμενετζή
Eπί προεδρίας Ομπάμα, το 2012, σε ένα κομψό ξενοδοχείο του Λονδίνου, κατά τη διάρκεια συνεδρίου στρατιωτικών εργολάβων, ο Πίτερ Ίμπερλε, αντιπρόσωπος μεγάλων κατασκευαστών όπλων και της εταιρείας General Dynamics, φέρεται να ρώτησε το ακροατήριο: «Τι θα συμβεί αν ξεσπάσει ειρήνη;». Ένας ταγματάρχης, στρατιωτικός εκπρόσωπος του NATO, απάντησε αυθόρμητα: «Θεός φυλάξοι!».
Στη φράση αυτή, η ειρήνη δεν αποτελεί αυτονόητη επιδίωξη, αλλά ενδεχόμενο που μπορεί να διαταράξει ένα σύστημα θεμελιωμένο στη διαρκή παραγωγή απειλής.
Ο Μπαράκ Ομπάμα, ο πρόεδρος που τιμήθηκε με το Νόμπελ ειρήνης, οκτώ χρόνια αργότερα είχε αποστείλει νέα στρατεύματα σε Ιράκ και Συρία. Μέχρι το τέλος της θητείας του, υποστήριξε ένα πρόγραμμα δαπανών ύψους περίπου ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων για τον εκσυγχρονισμό του πυρηνικού οπλοστασίου σε βάθος τριακονταετίας. Η αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική της ειρήνης και στην ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος δεν πέρασε απαρατήρητη.
Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη η σημερινή ανεξέλεγκτη πολεμική κούρσα επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται, με διαφορετικές μορφές και εντάσεις, σε μια κατάσταση σχεδόν μόνιμης στρατιωτικής εμπλοκής ήδη από την ίδρυσή τους. Πρόκειται για μια «λογική» πολέμου, που διαμορφώθηκε εξαρχής μέσα από ρατσιστικά και πολιτισμικά σχήματα λόγου: Δύση και Ανατολή, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, σταυροφόροι και «άπιστοι», καουμπόηδες και ινδιάνοι, «φωτισμένη» Ευρώπη και «σκοτεινή» Αφρική, λευκοί και μαύροι, καφέ, κίτρινοι και κόκκινοι. Αυτές οι διχοτομίες δεν αποτέλεσαν απλώς ιδεολογικά σχήματα· λειτούργησαν ως μηχανισμοί νομιμοποίησης επεκτατικών και πολεμικών πολιτικών.
Ο Τραμπ ωθεί στα άκρα ορισμένες τάσεις του καπιταλισμού, εκθέτοντας πιο απροκάλυπτα τη βία που αποτελεί δομικό στοιχείο του συστήματος. Μια βία, που συχνά παραμένει συγκαλυμμένη πίσω από ρητορικές περί ασφάλειας και εθνικού συμφέροντος, αλλά που στην περίπτωσή του συνοδεύεται από το απεχθές «επιχειρηματικό δαιμόνιο» της συναλλαγής και του κέρδους.
Επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε εμπόλεμες περιοχές, σχέδια «ανασυγκρότησης» που συνυπάρχουν με στρατιωτικοποιήσεις, στρατεύματα και δυνάμεις ασφαλείας που εγκαθίστανται ως μόνιμη παρουσία: όλα αυτά συγκροτούν μια εικόνα, όπου η οικονομική δραστηριότητα και η πολεμική ισχύς λειτουργούν συμπληρωματικά. Στη Γάζα, για παράδειγμα, η συζήτηση για επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων συνυφαίνεται με σενάρια εγκατάστασης μεγάλων στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων σε ένα οχυρωμένο περιβάλλον. Η ανάπτυξη και η επιτήρηση εμφανίζονται ως δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής.
Αν μπορούμε, σε λίγες γραμμές, να συνοψίσουμε το πρόβλημα, αυτό εντοπίζεται στο τρίγωνο στρατός – βιομηχανία – Κογκρέσο. Το λεγόμενο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα αποτελεί ένα σύστημα που, για να διαιωνιστεί και να επεκταθεί, χρειάζεται σταθερή και αυξανόμενη χρηματοδότηση. Και η χρηματοδότηση αυτή εξασφαλίζεται ευκολότερα, όταν παράγεται και αναπαράγεται η συνθήκη του πολέμου ή της απειλής. Δημιουργείται έτσι ένας κύκλος, που μοιάζει ατέρμονος: εξοπλισμοί, συγκρούσεις, νέες ανάγκες, νέα κονδύλια.
Παρά τα καταθλιπτικά αυτά σημάδια, υπάρχουν λόγοι αισιοδοξίας. Σε όλη την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, άνθρωποι εντός και εκτός των συνόρων τους αντιτάχθηκαν στους πολέμους. Αντιστάθηκαν. Διαμαρτυρήθηκαν. Το 2003, δεκάδες εκατομμύρια πολίτες σε όλο τον κόσμο κινητοποιήθηκαν ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ, σε μια από τις μεγαλύτερες συντονισμένες διαδηλώσεις, που έχουν καταγραφεί διεθνώς. Η κοινωνική αντίδραση έδειξε ότι η πολεμική επιλογή δεν είναι αναπόφευκτη ούτε αδιαμφισβήτητη.
Ελπιδοφόρες υπήρξαν και οι πρόσφατες κινητοποιήσεις χιλιάδων Βορειοαμερικανών στη Μινεσότα και σε άλλες πόλεις, ενάντια στη δολοφονική καταστολή και στις πρακτικές του ICE. Οι αντιδράσεις αυτές αποδεικνύουν ότι ακόμη και μέσα σε ένα σύστημα που παράγει και νομιμοποιεί τη βία, αναπτύσσονται δυνάμεις αμφισβήτησης και κοινωνικού ελέγχου.
Η ιστορία δεν είναι μονοσήμαντη. Αν το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα συγκροτεί έναν μηχανισμό που τείνει να αναπαράγει τον πόλεμο, η κοινωνική αντίσταση συγκροτεί τη δυνατότητα ρήξης με αυτή τη λογική. Και ίσως εκεί, στη διαρκή ένταση ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία, να βρίσκεται η ελπίδα ότι κάποτε το ερώτημα «τι θα συμβεί αν ξεσπάσει ειρήνη;» θα πάψει να προκαλεί φόβο και θα αποτελέσει αυτονόητη επιδίωξη.
*Το παραπάνω άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη«, φύλλο 31ο (Μάρτης 2026) που κυκλοφορεί.
