
Γράφουν η Έμα Λέιτες και ο Χάρης Παπαδόπουλος
«Όταν το μυαλό δεν έχει άλλη ελπίδα,
τότε η καρδιά δεν έχει πια ντροπή»
(Τζων Λάϊλι, σύγχρονος του Σαίξπηρ)
H Βενεζουέλα δεν προμηθεύει πια με πετρέλαιο την Κούβα. Ούτε εκτελεί τα συμβόλαια του προγράμματος εξαγωγών προς την Κίνα, που ήταν μέχρι πρότινος ο βασικός αγοραστής του βενεζολάνικου πετρελαίου. Πλέον, δυόμιση μήνες μετά την αιματηρή απαγωγή του ζεύγους Μαδούρο, ο βασικός όγκος του μαύρου χρυσού της Βενεζουέλας κατευθύνεται στα διυλιστήρια των ΗΠΑ. Και, δευτερευόντως, κάποιες εξαγωγές γίνονται προς την Ινδία και άλλες ασιατικές χώρες, διαλεγμένες πάντοτε από αυτές που αποτελούν σταθερούς συμμάχους των ΗΠΑ.
Πρόσφατα ανακοινώθηκε πως υπογράφεται συμφωνία μεταξύ Βενεζουέλας και ΗΠΑ για εκμετάλλευση και του υπόλοιπου ορυκτού πλούτου και των σπάνιων γαιών της χώρας από βορειοαμερικανικές πολυεθνικές. Ενώ στη λίστα των επόμενων αγοραστών του βενεζολάνικου πετρελαίου προστέθηκε μια χώρα συνώνυμη της ίδιας της ντροπής: το Ισραήλ.
Στις αρχές Γενάρη 2026, αμέσως μετά την πειρατική επιδρομή στο Καράκας, ο Ντόναλντ Τραμπ κόμπαζε πως –εκτός από πρόεδρος των ΗΠΑ- είναι πλέον και πρόεδρος της Βενεζουέλας. Αυτές οι καυχησιές αποδεικνύονται, δυστυχώς, απόλυτα δικαιολογημένες. Είναι ξεκάθαρο πως η κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες, που διαδέχτηκε τον Μαδούρο, είναι κυβέρνηση-μαριονέτα, απόλυτα ελεγχόμενη από τον Λευκό Οίκο.
«Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος» (Μ. Θεοδωράκης)
Υπάρχει ένα είδος Αριστεράς, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλον τον πλανήτη, που συνήθισε να ενθουσιάζεται με το περιτύλιγμα και να αποφεύγει να εξετάσει το περιεχόμενο. Μια Αριστερά, που έπαψε να συγκινείται από τη ζωντανή κίνηση της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεσμένων και που ψάχνει να ακουμπήσει τις ελπίδες της στον ένα ή στον άλλο γραφειοκράτη αυταρχικό ηγέτη, που βρέθηκε σε κόντρα με τις ΗΠΑ. Μια Αριστερά, που πίστεψε πως το καθεστώς Μαδούρο με τη σοσιαλιστική και αντιιμπεριαλιστική λογοκοπία είναι στ’ αλήθεια απελευθερωτικό και πως «θα σηκώσει το σπαθί του Μπολίβαρ» και θα αντισταθεί στον Τραμπ.
Τώρα, αυτή η Αριστερά που έκαψε άλλη μια φορά τα δάχτυλά της, προσπαθεί να εξηγήσει το φιάσκο στη Βενεζουέλα με θεωρίες συνομωσίας. Και ρίχνει την ευθύνη στη Ροντρίγκες, στον αδελφό της που προεδρεύει στο βενεζολάνικο κοινοβούλιο και σε όσους στρατηγούς άνοιξαν την κερκόπορτα στους εισβολείς των ΗΠΑ στις 3 Γενάρη 2026.
Όμως το μήλο του βενεζολάνικου «σοσιαλισμού» ήταν καταφαγωμένο από το σκουλήκι του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, χρόνια τώρα. Τα εκατομμύρια Βενεζολάνων μεταναστ(ρι)ών στην Κολομβία, τη Χιλή και μια σειρά άλλες λατινοαμερικανικές χώρες, έχουν φύγει από την πατρίδα τους επειδή δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Τι έφταιγε; τα άγρια νεοφιλελεύθερα μέτρα και η ακρίβεια, που εφάρμοζε το καθεστώς Μαδούρο. Δεν είναι τυχαίο που οι οργανώσεις της Αριστεράς και οι συνδικαλιστές που τολμούν να οργανώσουν απεργίες για το μεροκάματο είναι υπό διωγμό στη Βενεζουέλα. Και όχι μόνο τους τελευταίους μήνες αλλά εδώ και χρόνια.
Όμως ας εξετάσουμε και την εποχή πριν τον Μαδούρο, όταν ηγέτης της Βενεζουέλας ήταν ο Τσάβες και υλοποιούνταν μια ολόκληρη σειρά φιλολαϊκά προγράμματα από την κυβέρνηση. Ακόμα και τότε, η κατεύθυνση ήταν να αξιοποιηθούν τα έσοδα από το πετρέλαιο, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική πολιτική του καθεστώτος. Και όχι να απαλλοτριωθεί το μεγάλο κεφάλαιο και να αναλάβουν να διευθύνουν την κοινωνία οι εργατικές ενώσεις και ο λαός.
Ο δήθεν «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» ήταν η ουτοπία να δοθούν παροχές στους από κάτω, χωρίς να πειραχτούν ούτε στο ελάχιστο τα κέρδη των καπιταλιστών. Αυτή η ουτοπία μπορούσε να πραγματοποιηθεί, για λίγο, μονάχα στην πλούσια σε πετρέλαιο Βενεζουέλα. Και κράτησε τόσο χρόνο όσο παρέμεναν σταθερά υψηλές οι τιμές πώλησης του πετρελαίου. Όταν η περίοδος των παχιών αγελάδων τέλειωσε, επέστρεψαν και στη Βενεζουέλα οι κλασικές συνταγές των κοινωνικών περικοπών και των ανατιμήσεων των λαϊκών αγαθών.
Στη Βενεζουέλα δεν υπήρξε καμία στιγμή κάποιου είδους «σοσιαλισμός», όσο ελαστικά κι αν δούμε αυτόν τον όρο. Υπήρξαν μόνο μια σειρά νέα τζάκια, «μπολιβαριανά» και «σοσιαλιστικά», που πήραν θέση δίπλα στα παλιά κλασικά δεξιά και αντικομμουνιστικά τζάκια της χώρας. Το κυβερνών «Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα» ήταν φυτώριο ανερχόμενων αυταρχικών γραφειοκρατίσκων και όχι σχολείο επαναστατών. Και αυτό φάνηκε περίτρανα φέτος, όταν όλα τα «μπολιβαριανά στελέχη» μεταμορφώθηκαν σε μια νύχτα σε συνεργάτες του Τραμπ. Και, από ό,τι φαίνεται, χωρίς σχίσματα, αντιπαλότητες και αξιόλογες διαφοροποιήσεις μέσα στο «μπολιβαριανό» κόμμα.
Και τώρα;
Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για την παγκόσμια Επαναστατική Αριστερά σε σχέση με τη δράση των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα είναι πως ο εχθρός μας ξέρει να μαθαίνει από τις αποτυχίες του. Οι βορειοαμερικανοί ιμπεριαλιστές έμαθαν από την ήττα τους στο Ιράκ. Είχαν κάνει λάθος να συντρίψουν όλο τον προηγούμενο κρατικό μηχανισμό του Σαντάμ Χουσεΐν και να επιχειρήσουν να δημιουργήσουν ένα εντελώς καινούργιο δωσιλογικό κράτος από την αρχή. Ούτε ο νέος μηχανισμός μπόρεσε να εδραιωθεί και να λειτουργήσει, αλλά και όλοι οι παλιοί γραφειοκράτες μεταμορφώθηκαν σε στελέχη του ISIS.
Έτσι στη Βενεζουέλα, οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ προτίμησαν να κρατήσουν την κλασική αντικομμουνιστική βενεζολάνικη Δεξιά της Μαρία Ματσάδο σε εφεδρεία. Και χρησιμοποίησαν την κυβερνώσα «μπολιβαριανή Αριστερά», για να κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά. Για να ξεπουληθεί δηλαδή το πετρέλαιο και όλος ο ορυκτός πλούτος της Βενεζουέλας για ένα κομμάτι ψωμί στις πολυεθνικές των γιάνκηδων.
Η μόνη κοινωνική δύναμη στη Βενεζουέλα, που είναι ικανή να πάει κόντρα στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και των συνεργατών τους, είναι η εργατική τάξη και τα κινήματα των από τα κάτω. Αυτοί είναι που δεν κερδίζουν τίποτα και που χάνουν τα πάντα με το άθλιο ξεπούλημα της Βενεζουέλας στα σκλαβοπάζαρα των αγορών.
Και αυτή τη δύναμη μπορεί να την οργανώσει μόνο η Επαναστατική Αριστερά της Βενεζουέλας, οι οργανώσεις που ήταν κυνηγημένες από το καθεστώς Μαδούρο.
Το πετρέλαιο και οι σπάνιες γαίες βγαίνουνε από τη γη με τον ιδρώτα και τη δουλειά των εργατ(ρι)ών. Χωρίς αυτούς κανένα στέλεχος πολυεθνικής και κανείς γραφειοκράτης δεν μπορεί να καταφέρει το παραμικρό.
Καιρός οι δυνάμεις της Αριστεράς ανά τον κόσμο να (ξανά)μάθουν να εμπιστεύονται την ταξική πάλη και τους αγώνες των από τα κάτω. Καιρός να αφήνουμε πίσω τις αυταπάτες και να αρχίσουμε να μαθαίνουμε και εμείς από τα λάθη μας.
*Το παραπάνω άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη«, φύλλο 31ο (Μάρτης 2026) που κυκλοφορεί.
