
Γράφει ο Χρήστος Κεφαλής*
Η εποχή μας, πέρα από εποχή πολέμων, κρίσης και ιστορικών αδιεξόδων, είναι και μια εποχή απατηλών αξιώσεων, που συχνά προσφέρονται στο όνομα του μαρξισμού. Ένα κλασικό δείγμα των ως άνω αξιώσεων μάς προσφέρει η συλλογή Αντέχουν οι ιδέες του Μαρξ;, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Τόπος το 2020, στα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ. Η συλλογή περιλαμβάνει κείμενα των J. Batou, Α. Ζαφείρη, Δ. Καλτσώνη, Α. Λύτρα, Γ. Μανιάτη, J.O.M. Martinez, Π. Παπακωνσταντίνου, Γ. Τόλιου και G. Tsagolov, προλογιζόμενη από τον Γ. Τόλιο. Πρόκειται, όπως αναφέρεται στον Πρόλογο, για τις παρεμβάσεις τους «σε ειδική εκδήλωση του ερευνητικού κέντρου ΜΑΧΩΜΕ “Για την Αριστερά του 21ου αιώνα” με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ» (σελ. 7).
Οι περισσότεροι συνεισφέροντες στη συλλογή αξιώνουν μια μαρξιστική δέσμευση, απονέμοντας μάλιστα στον εαυτό τους έναν πρωτοπόρο ρόλο, να διαγνώσουν αν οι ιδέες του Μαρξ παραμένουν αναφορικές στην εποχή μας. Η απλή ανάγνωση των κειμένων τους –με ένα-δυο εξαιρέσεις– δείχνει όμως ότι υποστηρίζουν αντιμαρξιστικές απόψεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, λένε ο καθένας το κοντό του και το μακρύ του στο όνομα του Μαρξ – δηλαδή, με απλά λόγια, περιαυτολογούν. Η δε μαρξιστική τους δέσμευση είναι ένα καθαρό αποκύημα της φαντασίας τους, σε βαθμό που να τους χαρακτηρίζει εντελώς δίκαια ως φαντάσματα μαρξιστών ή κατά φαντασία μαρξιστές.
Η συγκεκριμένη συλλογή έχει ένα ακόμη διακριτικό γνώρισμα. Αποτελεί τρόπον τινά προπομπό της συλλογής Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης, την οποία έχουμε συζητήσει σε προηγούμενο κείμενό μας στην «Κόκκινη»[1]. Όχι φυσικά με μια άμεση έννοια αφού το θέμα τους διαφέρει. Ούτε επίσης στους κοινούς συμμετέχοντες, αφού μόνο ο Καλτσώνης συμμετείχε και στις δυο. Η συλλογή για τον Μαρξ αποτελεί προπομπό εκείνης για το νεοφασισμό, με την έννοια ότι οι συμμετέχοντες σε αυτή διανύουν δειλά και μεσοβέζικα τον ίδιο δρόμο στην απάρνηση του μαρξισμού, που οι πρώην μαρξιστές συμμέτοχοι στη συλλογή για το νεοφασισμό διένυσαν αποφασιστικά ολόκληρο.
Αυτό υπονοεί ότι οι εκτιμήσεις που κάναμε σε εκείνο το κείμενό μας ισχύουν και για τη συλλογή για τον Μαρξ. Αυτή επίσης παρέχει μαρτυρία της υποχώρησης μιας μερίδας της μαρξιστικής/αριστερής διανόησης και του περάσματός της στην αντίδραση εξαιτίας των δυσχερειών από την αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος και την καταθλιπτική κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας. Ακόμη και αν δεν προχωρούν τόσο μακριά όπως οι Βατικιώτης, Λιόσης και Σία, η ουσία παραμένει η ίδια. Και αληθεύει εξίσου ότι η συλλογή περιλαμβάνει φορείς ανοικτά αστικών, αντιμαρξιστικών και αντιδραστικών απόψεων, σαν τους Batou και Tsagolov, όπως ήταν στη συλλογή για το φασισμό οι Γρίβας, Δρόσος, κ.ά.
Τέλος, αναφορικά με το αντικείμενο των δυο συλλογών πρέπει να επισημανθεί μια διαφορά. Οι πρώην μαρξιστές συνεισφέροντες στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης πετούν στα σκουπίδια το μαρξισμό σε ένα συγκεκριμένο, κομβικό ζήτημα της ταξικής πάλης, εκείνο του φασισμού. Εκείνοι στη συλλογή Αντέχουν οι ιδέες του Μαρξ;, αντίθετα, πετούν στα σκουπίδια το μαρξισμό συνολικά. Υπό αυτή την έννοια, έστω πιο δειλά, εκπληρώνουν το αποφασιστικό προκαταρκτικό βήμα για κάθε αντιμαρξιστική εργασία, στο όνομα ή όχι του μαρξισμού. Με αυτά ως δεδομένα θα περάσουμε στη συζήτηση των άρθρων στη συλλογή, χωρίς άλλα εισαγωγικά σχόλια.
Jean Batou, ένας μετά Χριστόν και Μαρξ «προφήτης»
«Η επικαιρότητα του Καρλ Μαρξ»: έτσι τιτλοφορείται το άρθρο του Batou. Στην πραγματικότητα, είναι ένα άρθρο για την υποτιθέμενη επικαιρότητα του ίδιου του Batou, ενός από τη στρατιά των διανοουμένων που πιστεύουν ειλικρινά ότι αν υπήρξε κάποτε ένας Μαρξ είναι μόνο για να προετοιμάσει τη δική τους έλευση στον κόσμο και αναφέρονται στον Μαρξ μόνο για να προσδίδουν σπουδαιοφάνεια στον εαυτό τους. Και φυσικά, στη βαθύτερη συγκρότησή τους είναι φιλελεύθεροι αστοί και παρερμηνεύουν τον Μαρξ.
«Ο Μαρξ ανήκει ακόμη στο μέλλον», βεβαιώνει ο Batou, επικαλούμενος σχετικά μικροαστούς ερμηνευτές του Μαρξ, όπως ο Enrique Dussel (ένας συντηρητικός εκπρόσωπος της «θεολογίας της απελευθέρωσης», με αναφορές σε αστούς φιλοσόφους όπως οι Λεβινάς, Ρόρτι, κοκ) και Takahisa Oishi, αλλά και φρασεολόγους όπως η Ντουναγιέφσκαγια, κοκ.
Όπως φαίνεται, διάφοροι «παλιωμένοι» ερμηνευτές του Μαρξ, όπως ο Ένγκελς, ο Λένιν, ο Γκράμσι, ο Τρότσκι, ο Μπουχάριν, ο Πλεχάνοφ, η Λούξεμπουργκ, ο Λούκατς, απέτυχαν εντελώς να μας τον κάνουν γνωστό – όπως απέτυχε και ο ίδιος ο Μαρξ να κάνει γνωστό τον εαυτό του. Έτσι κυριάρχησε μια ψευδής εικόνα του, που τον συνέδεε με την ταξική πάλη, τη σοσιαλιστική επανάσταση και κάμποσους ακόμη παρόμοιους «μύθους», λαμπερούς δια της απουσίας τους στο κείμενο του Batou. Οι μόνοι που κατάφεραν να μας τον κάνουν γνωστό, αποκαθιστώντας την αληθινή του εικόνα, είναι ο Batou και οι ομοϊδεάτες του. Και τι λέει αυτή η εικόνα;
«Η μελέτη της γεωλογίας», διαβάζουμε, «κάνει τον Μαρξ να μεταφέρει την έννοια του “γεωλογικού σχηματισμού” στη μελέτη των κοινωνιών, κάνοντας λόγο ήδη από το 1852 για “κοινωνικό” ή “οικονομικό σχηματισμό” χωρίς να εγκαταλείπει την παλιότερη έννοια του “τρόπου παραγωγής” που εμφανίστηκε στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, εμπνευσμένη χωρίς αμφιβολία από τους “Τρόπους επιβίωσης” του Adam Smith… Ο Μαρξ δεν εξήγησε ποτέ ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην έννοια του τρόπου παραγωγής και την έννοια του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού» (σελ. 17).
Εδώ έχουμε ξεκάθαρα μια προσπάθεια απαξίωσης του Μαρξ, εμφανίζοντας ότι δανειζόταν τις έννοιές του από άλλους, πότε από τον Σμιθ, πότε από τη γεωλογία, μη συνεισφέροντας ο ίδιος κάτι πρωτότυπο. Κατ’ αρχήν, οι τρόποι παραγωγής του Μαρξ και οι τρόποι επιβίωσης του Άνταμ Σμιθ διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, ακριβώς κατά το ότι, σε αντίθεση με τη γενική θεώρηση του Σμιθ, ο Μαρξ στρέφει την προσοχή στο θεμέλιο της κοινωνικής ζωής. Αλλά και η θέση του Batou ότι ο Μαρξ ωθήθηκε από τη μελέτη της γεωλογίας να μεταφέρει στα 1852 την έννοια του «γεωλογικού σχηματισμού» στην κοινωνία και έτσι προέκυψε η έννοια του «κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού» αντιμετωπίζει μια μικρή δυσκολία. Ο Μαρξ ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά για τη γεωλογία μόνο προς το τέλος της ζωής του, κρατώντας σχετικές σημειώσεις το 1878· ο ίδιος ο Batou παραπέμπει σχετικά σε ένα άρθρο του Martin Hood με τίτλο «Η σύνδεση του μυαλού και της φύσης: οι σημειώσεις του 1878 του Μαρξ για τη γεωλογία» (σελ. 17). Προκύπτει ότι ο Μαρξ εμπνεύστηκε το 1852 την έννοια του «οικονομικού σχηματισμού» από μια μελέτη που έκανε το 1878!
Θα μπορούσε ποτέ, ας μας επιτραπεί να ρωτήσουμε, να ήταν ο Μαρξ ένας στοχαστής με τέτοια επιρροή, αν δεν καταλάβαινε τη διαφορά ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό; Και αν υποτεθεί ότι δεν την εξήγησε ο Μαρξ, γιατί δεν μπαίνει στον κόπο να μας την εξηγήσει ο ίδιος ο Batou, να δρέψει αυτός τις δάφνες;
Ας του δώσουμε μια πίστωση χρόνου και ας προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε εμείς τη διαφορά μέσα από μια αναλογία. Ο καθένας γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα μπρίκι και το αυγό που βράζουμε μέσα του. Και αν ρωτήσετε κάποιον σχετικά θα σας πει πως παρότι πρόκειται για δυο πολύ διαφορετικά αντικείμενα, το μπρίκι έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να βράζουμε αντικείμενα όπως το αυγό. Φανταστείτε τώρα ο αγοραστής ενός μπρικιού να έκανε μήνυση σε ένα μαγαζί, επειδή όταν το αγόρασε δεν του εξήγησαν τι ακριβώς κάνει, με συνέπεια να μπερδευτεί και αντί να βράσει το αυγό μέσα στο μπρίκι, να προσπαθεί να βράσει το μπρίκι μέσα στο αυγό. Μάλλον απίθανο θα πείτε. Ε, λοιπόν, η διαφορά ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον οικονομικό σχηματισμό είναι πάνω-κάτω της ίδιας τάξης με εκείνη ανάμεσα στο μπρίκι και το αυγό –ή τη διαφορά ανάμεσα στη ρίζα και το φυτό, αν προτιμάτε– ώστε δύσκολα μπορεί να μπερδευτεί.
Ο Μαρξ δεν ασχολούνταν με το να διευκρινίζει τέτοιου είδους διαφορές. Ήταν ένας μεγάλος στοχαστής, που ενδιαφερόταν για την πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας και θεωρούσε ότι οι αναγνώστες του διαθέτουν στοιχειώδη νοημοσύνη για να τις αντιληφθούν μόνοι τους. Για τη διαφορά ανάμεσα στο μπρίκι και το αυγό ενδιαφέρονται οι «κορυφαίοι» ερευνητές α λα Batou, που αξιώνουν μάλιστα ότι διευκρινίζοντάς την (αν υποτεθεί ότι τη διευκρινίζουν) ερμηνεύουν αυθεντικά τον Μαρξ…
Και ποιο είναι το συμπέρασμα από αυτούς και άλλους παρόμοιους διαλογισμούς του Batou; Το συμπέρασμα, διατυπωμένο με πολλή διπλωματία, είναι «η ανάγκη ξεπεράσματος του “μαρξισμού”» (σελ. 21). Πρέπει, λέει ο Batou, να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στον Μαρξ και το μαρξισμό, να αποφύγουμε «το πέρασμα από τον “προφήτη” Μαρξ –οι προβληματισμοί του οποίου δεν έχουν τέλος– στο “μαρξισμό” ως σχολή σκέψης, η οποία προσπαθεί να συστηματοποιήσει ένα δόγμα με στόχο την εκπαίδευση νέων οπαδών» (σελ. 21). Με απλά λόγια, δηλαδή, πρέπει να κάνουμε αυτό που πιο ανοικτά συστήνουν οι διάφοροι Μπαντιού: να αποκόψουμε τον Μαρξ από την ιστορική πράξη, κρατώντας μόνο τους «διαλογισμούς» – τους διαλογισμούς όχι του Μαρξ αλλά του Batou, για τη διαφορά ανάμεσα στο μπρίκι και το αυγό.
Ο Μαρξ θεωρούσε τον εαυτό του επιστήμονα και απέρριπτε αποφασιστικά την ιδέα ότι ήταν κάποιο είδος «προφήτη». Ο Batou, ωστόσο, επικαλούμενος και τη γενειάδα του Μαρξ, επιχειρεί να τον εντάξει στη μακρά σειρά των προφητών από το 3.000 προ Χριστού. «Κατά τι», αναρωτιέται, «οι προφήτες διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους; Από την τρίτη χιλιετία π. Χ. οι προφήτες προσπαθούν να δώσουν απάντηση στα καινούργια κοινωνικά προβλήματα που βάζει η σημαντική ανάπτυξη του εμπορίου και της αστικοποίησης, να απαντήσουν στην κοινωνική αδικία και τη βία που αυτή προκαλεί» (σελ. 22).
Επιπλέον, σε υποστήριξη της ως άνω «ερμηνείας» του Μαρξ, ο Batou παραπέμπει στο γαλλικό πρωτότυπο σε καθαρά θεολογικές, σκοταδιστικές πηγές και αυθεντίες, οι οποίες έχουν εν μέρει παραλειφθεί στην ελληνική μετάφραση στη συλλογή. Μια τέτοια πηγή είναι το Las metáforas teológicas de Marx, του Dussel, για το οποίο ο Batou εκτιμά επαινετικά στο γαλλικό πρωτότυπο ότι «Ορισμένοι θεολόγοι της απελευθέρωσης, όπως ο Enrique Dussel, έχουν πράγματι σημειώσει τις πολυάριθμες βιβλικές μεταφορές που διαποτίζουν το έργο του Μαρξ». Κυρίως όμως, αμέσως μετά το παραπάνω απόσπασμα για τους «προφήτες», παραπέμπει στο βιβλίο του Νόρμαν Μπράουν The Challenge of Islam: The Prophetic Tradition (ειδικά η παραπομπή στο βιβλίο του Μπράουν έχει διατηρηθεί στη συλλογή, παραλείποντας όμως το όνομα του συγγραφέα και τα συμφραζόμενα)[2].
Αφήνοντας κατά μέρος τον Dussel, ο Μπράουν ήταν ένας αρχι-αντιδραστικός διανοούμενος με ισχυρά μυστικιστικές κλίσεις. Ο Μαρκούζε τον είχε επικρίνει ότι συνέχεε μυστικιστικά τα πολιτικά ζητήματα – πολύ εύστοχα, αν κρίνουμε από διακηρύξεις του Μπράουν όπως η ακόλουθη: «Αντιλαμβάνομαι ένα απαραίτητο χάσμα μεταξύ αυτού που βλέπουμε και του είναι. Δεν θα μπορούσα να πω ορισμένα πράγματα αν είχα την υποχρέωση να ενοποιήσω τον λόγο με την πράξη… Μπορώ να αφήσω τα λόγια μου να φτάσουν και να εντοπίσουν αδύνατα πράγματα». Και ο Μπράουν εμφανίζει παραπέρα μια συνεχή γραμμή «προφητών» που περνά από τον Χριστό στον Μωάμεθ, τον Δάντη και τον Μπλέικ, μιλώντας για «Προφητική Παράδοση, συμπεριλαμβανομένου του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ· και των αιρέσεων στον Ιουδαϊσμό, τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ»[3].
Σε άλλα έργα του, ο Μπράουν προχωρά πολύ πιο πέρα, ασπαζόμενος τη χριστιανική Δευτέρα Παρουσία σε μια βουδιστική-ινδουιστική εκδοχή. Για να πάρουμε μια ιδέα, στο Love’s Body (1966) βεβαιώνει ότι η καθολική εκμηδένιση και η νιρβάνα που θα ενσκήψει στη μέρα της Τελικής Κρίσης είναι το αυθεντικό νόημα της ζωής:
«Ο Θεός», γράφει, «δεν επιδιώκει προσωπικότητες· ούτε η Τελική Κρίση συνίσταται στην απονομή βραβείων σε προσωπικότητες για την επιτέλεση των ρόλων τους. Η αρχή της απόδοσης πρέπει να εξαφανιστεί· η παράσταση δεν πρέπει να συνεχιστεί. Οι ρόλοι δεν είναι πραγματικοί: γιατί όλοι εσείς είστε ένα μέσα στον Ιησού Χριστό· αυτός δεν είναι ο προσωπικός σας Σωτήρας. Στην Τελική Κρίση, η αποκαλυπτική φωτιά θα κάψει τις μάσκες και το θέατρο, χωρίς να αφήσει πίσω της ούτε ένα ίχνος… Το εγώ είναι μια “κατασκευή” (ahamkcara), ένα κομμάτι ψευδαίσθησης (Maya), που αποσυντίθεται τη στιγμή της φώτισης: “ο εαυτός έχει κατανοηθεί πλήρως και έτσι παύει να υπάρχει”. Και με το δόγμα του μη-εαυτού έρχεται το δόγμα της μη δράσης: η δράση είναι κατάλληλη μόνο για ένα αδαές άτομο, και το να μην κάνεις τίποτα είναι, αν κατανοηθεί σωστά, η υπέρτατη δράση»[4].
Όλος ο κόσμος είναι μια ψευδαίσθηση, τα πάντα θα καούν στα καζάνια της κόλασης, δεν χρειάζεται ενότητα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη και η υπέρτατη δράση είναι το να μην κάνουμε τίποτα και να επινοούμε αδύνατα πράγματα! Αν αυτό όλο δεν είναι παραλήρημα, τι άλλο είναι;
Με τη βοήθεια του Μπράουν, λοιπόν, ο Batou προσθέτει πρόθυμα στο πέρας αυτής της «προφητικής» αλυσίδας και της λογοδιάρροιας τον Μαρξ. Σε ένα τέτοιο φως το «να αλλάξουμε τον κόσμο» του Μαρξ πάει φυσικά περίπατο και ο Μαρξ προβάλλει σαν ο τελευταίος στη σειρά των μεγάλων προφητών του τίποτα, ο δε Batou σαν ο «αυθεντικός ερμηνευτής» τους. Και αυτή η χυδαιότητα προσφέρεται σαν μια μαρξιστική θέση και διερεύνηση του ερωτήματος αν «Αντέχουν οι ιδέες του Μαρξ» – το άρθρο του Batou είναι το πρώτο, εισαγωγικό άρθρο στη συλλογή!
Ο Θεός να μας φυλάει από τέτοιους «ερμηνευτές», που θα έκαναν καλά να θυμούνται καμιά φορά το οικείο ρητό, «Πας μετά Χριστόν προφήτης βλαξ»…
Τόλιος, Παπακωνσταντίνου, Καλτσώνης, Μανιάτης (ή πώς μερικά φαντάσματα μαρξιστών άγονται και φέρονται από τους Batou)
Ο Batou είναι ένας ήρωας που προσπαθεί να βράσει το μπρίκι μέσα στο αυγό και αν επρόκειτο μόνο γι’ αυτόν δεν θα άξιζε να ασχοληθεί κανείς με τη συγκεκριμένη συλλογή. Το αληθινά θλιβερό είναι ότι και οι μαρξιστές –σωστότερα, τα φαντάσματα μαρξιστών που παρασύρθηκαν από τους Batou και έγιναν σαν αυτούς– συνεισφέροντες στη συλλογή, Τόλιος, Καλτσώνης, Παπακωνσταντίνου και Μανιάτης, επιδίδονται στο ίδιο σπορ.
Ο Τόλιος καταπιάνεται με τα στρατηγικά ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος. Τιτλοφορεί το άρθρο του, «Η ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τα εναλλακτικά μέλλοντα». Αν όμως φανερώνει κάτι το άρθρο είναι η πεισματική άρνηση μιας γενιάς κομμουνιστών να αναμετρηθεί με το παρελθόν, η συναγωγή των σωστών συμπερασμάτων για το οποίο συνιστά όρο για να ανιχνεύσουμε το μέλλον. Ούτε λέξη για την πορεία της ΕΣΣΔ και το σταλινισμό, ούτε λέξη για τα συγκεκριμένα καθήκοντα και τους όρους ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος· απλά ένα αναμάσημα γενικών θέσεων των κλασικών, με τρόπο που αρνείται το τωρινό ουσιώδες περιεχόμενό τους.
«Στη δημιουργία μιας προωθημένης ταξικής συνείδησης», γράφει ο Τόλιος, «κρίσιμο ρόλο παίζουν οι μαρξιστικές προσεγγίσεις στη χάραξη σύγχρονης στρατηγικής και τακτικής της Αριστεράς, με την επεξεργασία μεταβατικού προγράμματος ριζοσπαστικών αλλαγών σε ρόλο γέφυρας, που θα συνδέει τις άμεσες διεκδικήσεις της εργατικής τάξης και των συμμάχων της με προωθημένες αλλαγές» (σελ. 36).
Οι μαρξιστικές επεξεργασίες για το μεταβατικό πρόγραμμα συνδέονται αρχικά με τους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, και σε συνέχεια με τους Γκράμσι και Τρότσκι. Από την άλλη μεριά, μια ματιά στα έντυπα του ΚΚΕ θα δείξει ότι αποδοκιμάζουν διαρκώς το μεταβατικό πρόγραμμα ως οπορτουνιστικό και αντιμαρξιστικό, μια κατάπτωση στις σοσιαλδημοκρατικές λογικές κοκ. Το να σταθούμε στο μεταβατικό πρόγραμμα σήμερα σημαίνει, λοιπόν, δυο πράγματα: Πρώτο, να αναδείξουμε και να αξιοποιήσουμε αυτή τη μαρξιστική κληρονομιά στο σύνολό της. Και δεύτερο να διεξάγουμε στη βάση της μια συστηματική πολεμική στο νεοσταλινισμό, εξηγώντας γιατί της αντιστρατεύεται – σε αυτό και αναρίθμητα άλλα ζητήματα. Ο Τόλιος αντιτάχτηκε και αντιτάσσεται επίμονα και στα δυο αυτά καθήκοντα, και αυτό καθιστά την αναφορά του στο μεταβατικό πρόγραμμα τελείως απατηλή.
«Υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες», λέει παραπέρα ο Τόλιος, «απόκρουσης της ιδεολογικής πίεσης για “συναίνεση” στο αστικό σύστημα κυριαρχίας, με την υπεράσπιση και αξιοποίηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, τη δημιουργία πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, την ίδρυση πολιτιστικών και κοινωνικών φορέων αμφισβήτησης της αστικής ιδεολογίας» (σελ. 34).
Όλες αυτές οι δυνατότητες συνδέονται με το μαρξιστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το σταλινισμό και τις νεοσταλινικές παραφυάδες του. Ο Τόλιος απέφυγε επίμονα αυτό το καθήκον, ώστε όχι τυχαία κατέληξε ουρά των Batou και των Tsagolov.
«Στο σύστημα αστικής κυριαρχίας» συνεχίζει ο ίδιος, «εκτός από τις σχέσεις οικονομικής βάσης (σχέσεις ιδιοκτησίας) μεγάλο ρόλο στην παρεμπόδιση διαμόρφωσης ταξικής συνείδησης από τους μισθωτούς παίζουν οι σχέσεις εποικοδομήματος (νομικές και πολιτικές σχέσεις, ιδεολογικοί μηχανισμοί, θρησκεία και άλλα). Πυρήνας των σχέσεων εποικοδομήματος είναι το αστικό κράτος» (σελ. 32).
Ο Τόλιος είναι ένα ηγετικό στέλεχος της ΛΑΕ, η οποία στα 2017-19 πρόβαλε από την ιστοσελίδα της, την Ίσκρα, αμέτρητα εγχώρια και ξένα φασιστοειδή, καλώντας ακόμη και σε υπερψήφιση του Τραμπ και της Λε Πεν ως «ειρηνοποιών» και εξαίροντας τη Ρωσία του Πούτιν και την αιμοσταγή δικτατορία του Άσαντ. Ο Τόλιος όχι μόνο δεν άρθρωσε τότε λέξη γι’ αυτές τις θέσεις της ΛΑΕ και του επικεφαλής της Π. Λαφαζάνη, αλλά και μετά το 2019, όταν αποχώρησε ο Λαφαζάνης, δεν έχει πει ούτε μια κουβέντα. Αυτές οι θέσεις της ΛΑΕ, με τις οποίες ταυτίστηκε ο Τόλιος, δεν ενίσχυσαν το «σύστημα αστικής κυριαρχίας»;
Και αφού συνεχίζει με ένα σωρό παρόμοιες αερολογίες, ο Τόλιος καταλήγει αισιόδοξα: «Στα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ, αυτό που προβάλλει ως ζητούμενο σήμερα είναι πώς θα γίνει η αφύπνιση του “κοιμώμενου γίγαντα” και το πέρασμα της “γέφυρας” από την “αντικειμενική αναγκαιότητα” στην “ενεργό συνείδηση”… Πρόκειται για βαθύτερη κατανόηση της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης “της πάλης των αντιθέτων” ως πηγής κίνησης και εξέλιξης. Ωστόσο, δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί η χρονική στιγμή “της στροφής του διαβόλου”, που θα έλεγε ο Έριχ Φρομ… Τα “εναλλακτικά μέλλοντα” που προβάλλουν σήμερα στην ανθρωπότητα είναι μεταξύ “σοσιαλισμού και βαρβαρότητας”. Η ελπιδοφόρα προοπτική είναι προφανής!» (σελ. 37-38).
Το αληθινά προφανές είναι ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέουμε τον «κοιμώμενο γίγαντα», την εργατική τάξη, που δεν είναι και τόσο κοιμώμενη όσο νομίζουν μερικοί, με μερικούς κοιμώμενους νάνους, που ακριβώς από τον πολύ ύπνο έγιναν νάνοι και παριστάνουν τους γίγαντες για να αυτοδικαιώνονται.
Ο Παπακωνσταντίνου, ένα στέλεχος επίσης της ΛΑΕ στα 2015-19, αναλαμβάνει στο άρθρο του «Γεωπολιτικές αντιθέσεις στο σύγχρονο ιμπεριαλισμό» να μας διαφωτίσει όχι μόνο για τις γεωπολιτικές αντιθέσεις αλλά και για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό εν γένει. Διαφωτιστικές όχι για τον ιμπεριαλισμό αλλά για την από μέρους του εγκατάλειψη της μαρξιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού είναι οι εκτιμήσεις του για τον Λένιν:
«Όπως συνέβαινε συνήθως, ο Λένιν, με το πολιτικό του δαιμόνιο και τη διαλεκτική του σκέψη, βρέθηκε πιο κοντά σε μια σύλληψη του ιμπεριαλιστικού φαινομένου που συνδύαζε τη μαρξιστική πολιτική οικονομία –συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, που οδηγούν στην εμφάνιση και κυριαρχία των μονοπωλίων, ανάδυση του χρηματιστικού κεφαλαίου– με την ανισόμετρη ανάπτυξη και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Είναι γνωστό όμως ότι το κλασικό έργο του είχε χαρακτήρα προπαγανδιστικής μπροσούρας και όχι θεωρητικής πραγματείας. Στον περίφημο ορισμό του, τα πέντε ειδοποιά χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού παρατίθενται χωρίς ιεράρχηση και χωρίς εσωτερική δόμηση. Επιπλέον, στο έργο του μεταφέρονται λάθη και απολυτοποιήσεις από τα έργα του Χίλφερντινγκ για το χρηματιστικό κεφάλαιο και του Χόμπσον για τον ιμπεριαλισμό, στα οποία σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκε (αναγωγή του ειδικού ρόλου που είχε το γερμανικό χρηματιστικό κεφάλαιο σε οικουμενικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού, υπερεκτίμηση του ειδικού βάρους των εξαγωγών κεφαλαίου στις περιφέρειες, άστοχες γενικεύσεις περί παρασιτισμού, καπιταλισμού που πεθαίνει, ραντιέρικων εθνών και εργατικής αριστοκρατίας)» (σελ. 42-43).
Και μόνο αυτές οι γραμμές αρκούν για να απορριφθεί το άρθρο του Παπακωνσταντίνου σαν αντιμαρξιστικό. Ο Παπακωνσταντίνου πετά στα σκουπίδια όλη τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, της οποίας την αξία αναγνωρίζει φραστικά στην αρχή. Και κάνοντάς το αυτό δεν φέρνει κάποιο δικό του επιχείρημα· απλά αναμασά κριτικές των Χάρβεϊ, Καλίνικος, κοκ, που απαξιώνουν τη λενινιστική ανάλυση, ανοίγοντας το δρόμο σε κάθε λογής διανοουμενίστικες κατασκευές (ο ίδιος ο Παπακωνσταντίνου εκτιμά παραπέρα ότι οι αναλύσεις του Χάρβεϊ και του Καλίνικος, παρά τον ελλιπή χαρακτήρα τους, αποτελούν «ένα πιο προνομιακό πεδίο θέασης του σύγχρονου κόσμου» [σελ. 45]).
Αναρωτιέται μόνο κανείς: Αν ο Λένιν έγραψε απλά μια προπαγανδιστική μπροσούρα για τον ιμπεριαλισμό, γενικεύοντας άκριτα επουσιώδη γνωρίσματά του, ενώ και όλες οι βασικές θέσεις του, από τον παρασιτισμό ως την εργατική αριστοκρατία, διαψεύστηκαν, τότε σε τι συνίσταται η από μέρους του «σύλληψη του ιμπεριαλιστικού φαινομένου»; Στην πραγματικότητα οι επικρίσεις αυτές, που υιοθετεί ο Παπακωνσταντίνου, έχουν καταρριφθεί πειστικά από τους μαρξιστές, που έχουν δείξει τη μεγάλη αξία των αναλύσεων του Λένιν για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό και την αντιμαρξιστική κατεύθυνση των διανοουμενίστικων κριτικών τους. Δυο υποδειγματικά σχετικά κείμενα είναι των Αν Γκέιμ, «Η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό», και Σάμιουελ Κινγκ, «Ο Λένιν για το μονοπωλιακό χρηματιστικό κεφάλαιο»[5]. Μια ματιά σε αυτά θα δείξει ότι ο Παπακωνσταντίνου με τις παραπάνω θέσεις του τοποθετεί τον εαυτό του στην αντιμαρξιστική όχθη.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο θέμα. Ο Λένιν με τις «προπαγανδιστικές» διατριβές του οδήγησε στη νίκη τη μεγαλύτερη ως τώρα σοσιαλιστική επανάσταση στην ιστορία. Ο «επιστήμονας» Παπακωνσταντίνου από την άλλη, ως στέλεχος της ΛΑΕ δεν είπε και αυτός λέξη, όπως ο Τόλιος, για την αηδιαστική προβολή των ακροδεξιών και των νεοφασιστών στην Ίσκρα. Τότε έλεγε σε ιδιωτικές κουβέντες ότι η ανάρτηση των άρθρων τους γινόταν για «λόγους ενημέρωσης»(!). Και ακόμη και πρόσφατα, στο βιβλίο του για την ακροδεξιά (Το Γκρίζο Κύμα. Η Νέα Ακροδεξιά και οι Συνεργοί της, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2024), απέτυχε να αναφέρει την επιρροή της ακροδεξιάς στον τότε πολιτικό του χώρο και να συζητήσει μήπως ο ίδιος και οι όμοιοί του έγιναν συνεργοί της.
Προπαγανδιστικές και δημοσιογραφικές είναι, λοιπόν, οι επεξεργασίες όχι του Λένιν αλλά του ίδιου του Παπακωνσταντίνου και αν έχουν μια περιορισμένη αξία είναι μόνο σε αυτό το επίπεδο. Οι θεωρητικές τους βάσεις όμως είναι ισχνές, γιατί ο ίδιος ποτέ δεν πήρε στα σοβαρά το μαρξισμό και παρασυρόταν πάντα από τους καθηγητικούς, θετικιστές παραχαράκτες του α λα Αλτουσέρ και Μπιτσάκη.
Το άρθρο του Καλτσώνη στη συλλογή, «Λαϊκή εξουσία και δημοκρατία – Η εμπειρία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα», αποτελεί υπόδειγμα αερολογίας. Και αν οι αερολογίες του καταλήγουν σε κάτι είναι η αξίωση ότι μπορεί να είμαστε μαρξιστές χωρίς να εκπληρώνουμε τις απαιτήσεις του μαρξισμού, ακόμα και αν αγόμαστε και φερόμαστε από κάθε αντιδραστική ανοησία.
«Οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα», ξεκινά ο Καλτσώνης, «ξεκίνησαν την οικοδόμηση μιας νέου τύπου κρατικής εξουσίας, δημοκρατίας και νέων παραγωγικών σχέσεων… Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, πλην της κουβανικής, καταγράφηκε η ίδια τάση. Αυτή της βαθμιαίας αποδυνάμωσης της επαναστατικής δημοκρατίας, της συγκέντρωσης των αποφάσεων στην ηγετική ομάδα του κόμματος και του κράτους» (σελ. 115).
Εδώ έχουμε μια λαθεμένη και αντιμαρξιστική εκτίμηση της επαναστατικής εμπειρίας. Στην περίοδο της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής μετάβασης ο ρόλος της συνειδητής πρωτοπορίας στο να κατευθύνει, να οργανώσει και να συντονίσει τη δράση των μαζών σε όλα τα πεδία είναι καθοριστικός. «Το να μειώνεις γενικά τη σημασία της ηγεσίας…», λέει εύστοχα ο Τρότσκι, «είναι μια νοοτροπία καθαρά μενσεβίκικη που απορρέει από την ανικανότητα να κατανοήσεις διαλεκτικά: το εποικοδόμημα γενικά, το εποικοδόμημα της τάξης που είναι το κόμμα, το εποικοδόμημα του κόμματος που είναι το διευθυντικό κέντρο του»[6].
Όλη η επαναστατική εμπειρία του 20ού αιώνα –μαζί και η κουβανική επανάσταση– βοά πως το κεντρικό ζήτημα κάθε επανάστασης είναι η δημιουργία και διατήρηση μιας φωτισμένης μαρξιστικής ηγεσίας, στενά συνδεμένης με τις μάζες, που να καθοδηγεί σε όλα τα επίπεδα επαρκώς το κίνημα. Τα «φαινόμενα υποκατάστασης» κοκ προκύπτουν όταν δεν υπάρχει ή όταν στην πορεία αποσυντίθεται η επαναστατική ηγεσία. Τότε χάνεται το ιστορικό νήμα και κυριαρχεί ο μηχανισμός του οποίου η διατήρηση μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, όπως έγινε στη σταλινική περίοδο ή συμβαίνει σήμερα με το νεοσταλινισμό του ΚΚΕ. Για να αποφευχθεί αυτή η εκτροπή δεν αρκούν τα λογύδρια υπέρ της δημοκρατίας· ακόμη και στον Στάλιν θα βρούμε άφθονα από αυτά. Μόνο μια πολιτική ηγεσία που στέκει σταθερά στο έδαφος του μαρξισμού και ανυψώνει μεθοδικά την εργατική μάζα σε μια φωτισμένη επαναστατική θεώρηση και δράση μπορεί να το αποτρέψει.
Για να μην πάμε πολύ μακριά, όλη η αξία της κουβανικής επανάστασης, την οποία εξαίρει ο Καλτσώνης, έγκειται στο ότι χάρη στο έργο του Φιντέλ και του Τσε διασφαλίστηκε μακροχρόνια, παρόλες τις αδυναμίες, η συνέχεια της επαναστατικής ηγεσίας. Ο Καλτσώνης παραλείπει πλήρως αυτό το σημείο και μας βεβαιώνει ότι στην «επαναστατική δημοκρατία» του τις αποφάσεις θα τις παίρνει αδιαμεσολάβητα ο ίδιος ο λαός: «Σε ποιο βαθμό και για ποιο ιστορικό διάστημα θα εφαρμοστεί πολιτική τύπου ΝΕΠ, ποια θα είναι η έκταση των εμπορευματικών σχέσεων, είναι ζητήματα όχι μόνο επιστημονικής τεχνοκρατικής ανάλυσης, αλλά και κοινωνικές-πολιτικές αποφάσεις τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν οι λαοί… Ο υπολογισμός δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα, αλλά και κοινωνικοπολιτική απόφαση. Κατά συνέπεια η ίδια η κοινωνία πρέπει να έχει τον τελικό και αποφασιστικό λόγο για τα κριτήρια που υιοθετούνται. Επομένως ο ρόλος της δημοκρατίας είναι κι εδώ καθοριστικός» (σελ. 120).
Ας αφήσουμε κατά μέρος ότι σε αυτό το είδος της αμεσοδημοκρατικής κολακείας των μαζών έχουν επιδοθεί κατά καιρούς ο Μουσολίνι, σήμερα ο Κασσελάκης, κοκ, και ότι δεν έχει τίποτα μαρξιστικό. Αυτό που ξεχνά ο Καλτσώνης είναι ότι τα ζητήματα που αναφέρει δεν είναι μόνο ζητήματα «επιστημονικής τεχνοκρατικής ανάλυσης», ούτε μόνο ζητήματα «λαϊκής απόφασης», αλλά και ζητήματα μαρξιστικής εκτίμησης των ταξικών σχέσεων. Και από τις υψηλές δημοκρατικές αρχές του Καλτσώνη λείπει ακριβώς ο ρόλος του κόμματος και του μαρξισμού στην εκτίμηση αυτών των σχέσεων.
Ας επεξηγήσουμε λίγο το ρόλο της μαρξιστικής πρωτοπορίας μέσα από τις θέσεις του ίδιου του Καλτσώνη. Ο τελευταίος στα πρόσφατα χρόνια υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι ο Άσαντ και ο Μιλόσεβιτς, δυο φαύλες δικτατορικές φυσιογνωμίες με ισχυρούς δεσμούς με την ακροδεξιά αντίδραση, έκαναν αντιιμπεριαλιστικό, απελευθερωτικό λαϊκό αγώνα ενάντια στον αμερικανισμό. Είναι σωστές ή λαθεμένες αυτές οι θέσεις του;
Ο καθένας θα δει ότι αυτό το ερώτημα –και πολλά άλλα παρόμοια που προκύπτουν τώρα, όπως το αν οι συμμετέχοντες στη συλλογή Αντέχουν οι Ιδέες του Μαρξ; είναι μαρξιστές, και θα προκύπτουν στη σοσιαλιστική μετάβαση, δεν μπορεί να το απαντήσει γενικά ο λαός. Στο λαό υπάρχουν πρωτοπόρα στοιχεία, που είναι ικανά να κρίνουν τέτοια ζητήματα και τα οποία εντάσσονται στην πρωτοπορία ή κινούνται γύρω της. Αλλά παρότι τα στοιχεία αυτά θα ενισχύονται στη διάρκεια της μετάβασης η πλειοψηφία του λαού δεν διαθέτει και δεν θα διαθέτει για καιρό την αναγκαία μαρξιστική γνώση για να αναλύσει την παγκόσμια κατάσταση ώστε να τα απαντά από μόνη της σωστά.
Στο Ριζοσπάστη, π.χ., δημοσιεύθηκε τα τελευταία 30 χρόνια μια μόνο συνέντευξη ενός πρωτοπόρου Σέρβου ακτιβιστή που λέει τι πραγματικά ήταν ο Μιλόσεβιτς – ένας αντιδραστικός εθνικιστής δημαγωγός[7]. Κατά τα άλλα, όμως, κυριάρχησαν πλήρως οι απόψεις της Λιάνας Κανέλλη για τον Μιλόσεβιτς ως κορυφαίο αγωνιστή ενάντια στη «Νέα Τάξη», με τις οποίες συντάχτηκε ο Καλτσώνης, παίρνοντας μάλιστα μέρος, μαζί με την Κανέλλη, κάμποσα άλλα στελέχη του ΚΚΕ και ένα σωρό Ρώσους ακροδεξιούς και φασιστοειδή, στη Διεθνή Επιτροπή Υπεράσπισης του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
Ο Καλτσώνης μας παρηγορεί, λοιπόν, ότι στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος ο λαός θα τα αποφασίζει όλα αυτά δημοκρατικά και ωραία. Και με αυτή την παρηγοριά, κρατά για τον εαυτό του το δικαίωμα να τα λέει όλα ψεύτικα και άσχημα, τουλάχιστον ώσπου να πει ο λαός «τον τελικό και αποφασιστικό λόγο». Αν μια τέτοια άποψη γίνει δεκτή, ο λαός δεν θα πει ποτέ αυτό το λόγο.
Οι ως άνω θέσεις του Καλτσώνη δεν ήταν μια εξαίρεση στην πορεία του, ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι κατά τα άλλα ο δημοκρατισμός του είναι ειλικρινής. Ο Καλτσώνης συμμετείχε στη συλλογή Η Άνοδος του Νεοφασισμού και το Μέλλον της Ευρώπης, όπου έπαιξε το ρόλο του μαϊντανού στα ακροδεξιά στοιχεία, επενδύοντας με «αντιφασισμό» την υπηρεσία τους στο ρωσικό ιμπεριαλισμό. Έχει γίνει τακτικός συνεργάτης στο militaire.gr, όπου κάνει παρόμοια τον μαϊντανό στα ακροδεξιά, εθνικιστικά στοιχεία, στρατηγούς, ντουγκινικούς γεωπολιτικούς αναλυτές, στελέχη του κόμματος «Νίκη», κοκ, που καθορίζουν τη γραμμή αυτού του σάιτ. Τέλος, στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου του Καλτσώνη Η Τέχνη του Πολέμου για την Εξουσία. Από τον Σουν Τσου στους Λένιν, Μάο, Κάστρο συμμετείχαν ως ομιλητές οι Δ. Αλευρομάγειρος, ένας στρατηγός, συνεργάτης του militaire, και ο Θ. Αυγερινός, γνωστό φερέφωνο του καθεστώτος Πούτιν.
Μ’ άλλα λόγια είμαστε με τους πάντες: και με τον Λένιν και τον Κάστρο, και με τον Άσαντ, τον Μιλόσεβιτς και τον Πούτιν[8], και με τον Αυγερινό και με την Πούλια – και πάνω απ’ όλα με τον εαυτό μας, που τον κολλάμε σαν μαϊντανό όπου υπάρχει «προβολή». Αυτόν τον καιροσκοπισμό σκεπάζει ο «δημοκρατισμός» του Καλτσώνη.
Αναφορικά με το γραφειοκρατισμό στην ΕΣΣΔ, ο Καλτσώνης επιδίδεται σε παρόμοιες αερολογίες. «Μόνο με την επαναστατική δημοκρατία», γράφει, «μπορεί να αναδειχθεί η υπεροχή του σοσιαλισμού και στο οικονομικό πεδίο. Όποτε και στο βαθμό που υπήρξε οδήγησε σε άλματα. Παράδειγμα, η Σοβιετική Ρωσία, η οποία εκτινάχθηκε από τη μεσαιωνική καθυστέρηση σε δεύτερη οικονομική δύναμη στον πλανήτη τα πρώτα χρόνια. Στη συνέχεια, καθώς ατόνησε η επαναστατική δημοκρατία και κυριάρχησε η γραφειοκρατική στρέβλωση, οδηγήθηκε στη στασιμότητα και στον οικονομικό μαρασμό» (σελ. 121).
Αυτού του είδους οι κριτικές μπορεί να είχαν μια αξία προ 20ετίας, ιδίως απέναντι σε όσους αρνούνταν τελείως την ύπαρξη του γραφειοκρατισμού. Αλλά φυσικά δεν λένε πολλά. Το αποφασιστικό ζήτημα, τόσο για την εκτίμηση του ίδιου του γραφειοκρατισμού, όσο και των τωρινών αναγκαίων κατευθύνσεων του κομμουνιστικού κινήματος, είναι να προσδιοριστεί ο φορέας του γραφειοκρατισμού. Ήταν ο σταλινισμός ο φορέας της γραφειοκρατικής διαστροφής στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ναι ή όχι; Ο Καλτσώνης απέφυγε αυτό το ερώτημα πλήρως σε όλη του την πορεία και γι’ αυτό η κριτική του στο γραφειοκρατισμό στερείται αξίας. Ακόμη περισσότερο, η υπεκφυγή αυτή τον οδήγησε, μαζί με πολλούς άλλους, να άγεται και να φέρεται από την αντίδραση, κάνοντάς τον ουρά των Άσαντ και των Μιλόσεβιτς παλιότερα και σήμερα των εθνικιστών και ακροδεξιών διανοούμενων στο militaire και στη συλλογή Η Άνοδος του νεοφασισμού.
Θεωρητικοί όπως οι Τόλιος, Παπακωνσταντίνου και Καλτσώνης προκαλούν μια κωμική ή στην καλύτερη περίπτωση κωμικοτραγική εντύπωση. Με τον Μανιάτη, αντίθετα, τον τελευταίο από αυτή την ομάδα προερχόμενων από το ΚΚΕ πρώην μαρξιστών, ο οποίος απεβίωσε πρόσφατα, παίρνουμε μια τραγική αίσθηση. Όντας ο πιο στοχαστικός από τους άλλους και με μαρξιστική φιλοσοφική παιδεία, σου φέρνει πραγματικά θλίψη να τον βλέπεις να ακολουθεί τους ίδιους δρόμους, υποκύπτοντας στις αστικές πλάνες.
Στο άρθρο του «Ο Μαρξ στον 21ου αιώνα» ο Μανιάτης καταπιάνεται, μεταξύ άλλων, με τα λάθη του Μαρξ. Το ακόλουθο επιχείρημά του είναι διαφωτιστικό, αν όχι για τα λάθη του Μαρξ, τουλάχιστον για τα δικά του λάθη:
«Πολλές από τις διαπιστώσεις ή τις προβλέψεις του Μαρξ έχουν διαψευστεί… Ας πούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Όταν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο αναφέρεται η πάλη των τάξεων ως η κινητήρια δύναμη, ο άξονας πάνω στον οποίο προχωρεί η ανθρώπινη ιστορία, αναφέρεται τι δίπολο ελεύθερος και δούλος ως μια βασική ταξική αντίθεση της αρχαιότητας. Προφανώς, αλλά η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι η εκμετάλλευση στον αρχαίο κόσμο δεν αφορούσε τους δούλους αποκλειστικά, δεν αφορούσε κυρίως τους δούλους, αφορούσε τους ελεύθερους εργαζόμενους είτε στην αγροτική δουλειά είτε στις βιοτεχνίες, οι οποίοι ήταν το βασικό πεδίο εκμετάλλευσης από την ελίτ, από την άρχουσα τάξη της εποχής εκείνης. Γι’ αυτό εξάλλου δεν έχουμε εξεγέρσεις δούλων, αν εξαιρέσουμε το Σπάρτακο και αν εξαιρέσουμε τις εξεγέρσεις των ειλώτων… που να δικαιολογούν αυτή την ταξική πάλη. Αυτό σημαίνει ότι ο Μαρξ διαψεύδεται;» (σελ. 56).
Ο καλός θεούλης μόνο ξέρει πώς αποδεικνύεται ότι η εκμετάλλευση στον αρχαίο κόσμο δεν αφορούσε κυρίως τους δούλους. Ακόμη και αν παρακάμψουμε το γεγονός ότι οι κυρίαρχες τάξεις εξαφάνιζαν τις μαρτυρίες γύρω από τις εξεγέρσεις των δούλων, την ύπαρξη δυο ακόμη μεγάλων εξεγέρσεων πριν τον Σπάρτακο στη Σικελία, κοκ, η σχετική σπανιότητα των εξεγέρσεων των δούλων δεν αποδεικνύει διόλου ότι δεν ήταν η κύρια εκμεταλλευόμενη τάξη. Ο Μανιάτης προσπερνά απλά το γεγονός ότι οι δούλοι ήταν κατά πολύ πιο πολυάριθμοι από τους τεχνίτες, ελεύθερους αγρότες, κ.ά. που αναφέρει, ώστε ακόμη και αν οι τελευταίοι ήταν πιο παραγωγικοί και συνεπώς πιο εκμεταλλεύσιμοι, το κύριο μέρος του υπερπροϊόντος θα εξακολουθούσε να αποσπάται από τους δούλους.
Δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς σε στατιστικές για να στηρίξει αυτή τη θέση. Το ίδιο το γεγονός ότι όλη η πορεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 2ο αιώνα π. Χ. χρωματίστηκε ισχυρά από τις ιδεολογίες των δούλων –στωικισμός, κυνισμός και πρώιμος χριστιανισμός– τις μορφές της δουλικής συνείδησης, όπως έξοχα το εξέφρασε ο Χέγκελ, αποδεικνύει με τη βουερή μαρτυρία της ιστορίας, ότι η αντίθεση ανάμεσα στους δουλοκτήτες και τους δούλους ήταν η κύρια ταξική αντίθεση της Αρχαιότητας. Το ίδιο το μεσσιανικό πνεύμα στην Ιουδαία, το οποίο ο χριστιανισμός εξάπλωσε στον αρχαίο κόσμο, δεν ήταν κάτι άλλο από μια μορφή ανταρσίας των δούλων και των απόκληρων, που εξαιτίας των συνθηκών ζωής τους έπρεπε να πάρει μια ακραία μεταφυσική χροιά. Η αθεϊστική επικούρεια φιλοσοφία, αντίθετα, άσκησε πολύ μικρότερη επιρροή και –σε αντίθεση με την κομμουνιστική συλλογικότητα του πρώιμου χριστιανισμού– εστίαζε αποκλειστικά στην ατομική ευτυχία, γιατί τα αναφερόμενα από τον Μανιάτη ελεύθερα στρώματα, τα οποία εξέφραζε, ήταν περιφερειακά στον αρχαίο κόσμο, ζώντας όπως οι θεοί του Επίκουρου, στα διάκενά του.
Ο Μαρξ ασφαλώς έκανε λάθη, αλλά κανείς μαρξιστής δεν θα παραδεχτεί ότι μπορεί να έπεσε έξω σε ένα τόσο βασικό θέμα, χωρίς μια πειστική επιχειρηματολογία, που δεν φέρνει ο Μανιάτης. Αλλά το θέμα δεν βρίσκεται μόνο στην εύκολη παραδοχή του μιας άποψης τυπικής για τις μεταμοντέρνες, ανιστορικές απόψεις του συρμού, οι οποίες ανακαλύπτουν παντού, ακόμη και στη δουλοκτησία, τις αστικές σχέσεις. Από ένα σοβαρό μαρξιστή, θα περίμενε κανείς μια συζήτηση του πού βρίσκεται ο μαρξισμός σήμερα, σε σύνδεση με τη μεγάλη κρίση του κομμουνιστικού κινήματος μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, κοκ. Μια τέτοια συζήτηση λάμπει δια της απουσίας της από τον Μανιάτη και από όλες τις παρεμβάσεις στη συλλογή. Και αντί γι’ αυτό παίρνουμε διατριβές για τα λάθη του Μαρξ και τις προπαγανδιστικές προτεραιότητες του Λένιν.
Η τραγική πτυχή στον Μανιάτη γίνεται έκδηλη στα όχι λίγα σωστά πράγματα που βρίσκουμε στο άρθρο του, πλάι σε λαθεμένες επιχειρηματολογίες. Αναφερόμενος στη στάση μιας μερίδας της διανόησης απέναντι στην απαξίωση του μαρξισμού μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, γράφει: «Υπάρχει μια άλλη στάση, η οποία είναι ευεξήγητη και είναι απόρροια της κατάρρευσης. Στην προσπάθεια να αντιταχθεί σ’ όλη αυτή την αξιακή εξαθλίωση που ακολούθησε και στην επίθεση εναντίον του Μαρξ και του μαρξισμού, διαγράφει όλο και περισσότερο στοιχεία από το Μαρξ και αναζητεί όλο και περισσότερο στοιχεία καινούργια, που μπορεί να υποκαταστήσουν το βασικό πυρήνα της μαρξιστικής ιδεολογίας» (σελ. 62).
Εδώ ο Μανιάτης εκθέτει έξοχα την απάτη των Batou, που ακριβώς παραμερίζουν τον πυρήνα του μαρξισμού, βρίσκοντας στον Μαρξ κάθε λογής «ενδιαφέροντα», από τη γεωλογία ως την αντίσταση των προκαπιταλιστικών κοινωνιών στον καπιταλισμό, εκτός από το κύριο, την επαναστατική κριτική του καπιταλισμού. Δυστυχώς, ο Μανιάτης περιορίζει αυτή την κριτική στους περιφερειακούς μόνο στοχαστές α λα Batou, αποφεύγοντας να πάρει θέση για τα κύρια αποσυνθετικά ρεύματα. Υποκύπτει μάλιστα σε αυτά, καταλήγοντας με μια επίκληση στον Κάρελ Κόσικ, «Ας διανοίξουμε τον κόσμο του ψευδοσυγκεκριμένου, για να θυμηθούμε τον Κάρελ Κόσικ, προς τη διακρίβωση του συγκεκριμένου» (σελ. 67).
Ο Κόσικ ήταν ένας από τους αναθεωρητές διανοούμενους στο ανατολικό μπλοκ, που μπορεί να φάνταζαν ήρωες απέναντι στους Μπρέζνιεφ, στην πραγματικότητα όμως αποσύνθεταν το μαρξισμό. Αυτοί οι θεωρητικοί δεν επιχείρησαν μια ανανέωση των διαλεκτικών παραδόσεων, όπως ο Λούκατς, ο Ιλιένκοφ και άλλοι μαρξιστές, αλλά εμφάνιζαν ως «διαλεκτική» το συνδυασμό του Μαρξ με αντιδραστικούς αστούς διανοητές, ο Κόσικ ιδιαίτερα με τον Χάιντεγκερ. Αυτό ήταν το κύριο περιεχόμενο του έργου του Η Διαλεκτική του Συγκεκριμένου ώστε όχι τυχαία κατέληξε αργότερα ένας ανοικτός εχθρός του μαρξισμού και της Οκτωβριανής Επανάστασης. «Ο ναζισμός και ο μπολσεβικισμός ανήκουν στο παρελθόν», γράφει στο Η Κρίση της Νεωτερικότητας, ένα από τα μετά το 1991 έργα του, υιοθετώντας ως κύριες αναφορές αστούς φιλελεύθερους σαν τον Μάζαρικ.
Η στενή σχέση του Κόσικ με τον Χάιντεγκερ, υποστηρικτή των ναζί στις αρχές της δεκαετίας του 1930, είναι ένα πασίγνωστο, αναμφισβήτητο γεγονός. «Στη Διαλεκτική του Συγκεκριμένου (1963) ο Κόσικ», διαβάζουμε στη βιογραφία του στη Wikipedia, «παρουσιάζει μια πρωτότυπη επανερμηνεία των ιδεών του Καρλ Μαρξ υπό το πρίσμα της φαινομενολογίας του Μάρτιν Χάιντεγκερ»[9]. Την αναγνωρίζουν και οι αφελείς δημοσιολόγοι της Εργατικής Πάλης, που εξέδωσαν πρόσφατα τη Διαλεκτική του Συγκεκριμένου, θεωρώντας ότι πρόκειται για «ανανέωση του μαρξισμού»: «Στο βιβλίο αυτό ο Κόσικ ανανεώνει την μαρξιστική φιλοσοφία ενσωματώνοντας, με την διαλεκτική έννοια… τα νέα ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας (Χάιντεγκερ, Χούσερλ, κ.α.) αλλά και την Σχολή της Φρανκφούρτης, τον υπαρξισμό και τον στρουκτουραλισμό»[10]. Από την άλλη μεριά, στις ιδεολογικές αναφορές των Batou θα βρούμε αδιάλειπτα μια αστική αυθεντία α λα Χάιντεγκερ. Ο Batou, π.χ., αναφέρεται στον ισχυρά επηρεασμένο από τον Λεβινάς Dussel, και ο Λεβινάς –ω του θαύματος!– ήταν άμεσος μαθητής του Χάιντεγκερ[11].
Ένας μαρξιστής με φιλοσοφικές γνώσεις, όπως αναμφισβήτητα είχε ο Μανιάτης, θα όφειλε να αντιταχθεί αποφασιστικά σε τέτοιες «συμπληρώσεις» του Μαρξ. Θα όφειλε να προειδοποιήσει ότι δεν πρόκειται για ανανέωση, αλλά για νόθευση του Μαρξ, μια προσαρμογή του στις κατευθύνσεις της ανορθολογικής, αντιδραστικής αστικής φιλοσοφίας. Ο Μανιάτης προειδοποιεί ενάντια σε περιφερειακές τέτοιες νοθεύσεις α λα Batou, αλλά συνθηκολογεί με την κεντρική νόθευση α λα Κόσικ και Χάιντεγκερ. Και σ’ αντάλλαγμα προσφέρει στον εαυτό του την παρηγοριά ότι ανακαλύπτει τα λάθη του Μαρξ.
Οι μόνοι που δεν κάνουν λάθη, όπως φαίνεται, είναι οι συνεισφέροντες στη συλλογή κορυφαίοι «μαρξιστές», Τόλιος, Καλτσώνης και Σία. Και δεν μπορεί να κάνουν λάθη, γιατί από καιρό έχουν γίνει ένα συνολικό λάθος. Ο Μανιάτης διακρίνεται από αυτούς κατά το ότι δεν έγινε ένα συνολικό λάθος. Έμεινε στο μεταίχμιο αυτής της μετατροπής και με αυτή την έννοια αδίκησε τον εαυτό του συμμετέχοντας στη συγκεκριμένη συλλογή.
Georgy Tsagolov (ή η εικόνα των φαντασμάτων στον καθρέφτη)
Αν, όπως έλεγε ο Μαρξ, ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, τότε θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο δρόμος των «μαρξιστικών» φαντασμάτων μας προς τον Tsagolov, τη δική τους κόλαση, είναι στρωμένος με ανακαλύψεις των «λαθών» του Μαρξ και του Λένιν. Γιατί πραγματικά, ο Tsagolov είναι η κόλασή τους, είναι ο αστικός καθρέφτης τους, είναι η καθαρή αστική εκδοχή των ψευδών στα οποία οι ίδιοι δεν είχαν το σθένος να αντιταχθούν και στα οποία κατέληξαν σιγά-σιγά ασυναίσθητα και χωρίς την ειλικρίνεια να το παραδεχτούν.
Ο Tsagolov είναι ένας αστός απατεώνας, ανοικτός συκοφάντης του Μαρξ, ένας οπορτουνιστής που απλά βάζει από πάνω λίγο Μαρξ για να λανσάρει τον εαυτό του στους ισχυρούς, χωρίς να διστάζει να αλλάζει άποψη από τη μια πρόταση στην άλλη. Να ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα:
«Οι ιδέες του Μαρξ», λέει, «υποστηρίζονται από τα αδιάσειστα γεγονότα της σύγχρονης πραγματικότητας» (σελ. 136). Στην αμέσως επόμενη παράγραφο ακολουθεί: «Αλλά αυτό σημαίνει ότι στις θεωρίες του Μαρξ τίποτε δεν είναι ξεπερασμένο και δεν απαιτεί αναθεώρηση; Σίγουρα όχι» (σελ. 136). Και στην επόμενη σελίδα παίρνουμε το εξής διαμάντι: «Η ουτοπία της μαρξιστικής ιδέας του κομμουνισμού εμφανίζεται ως ο απόλυτος αντίποδας του καπιταλισμού. Ο Λένιν, στα Φιλοσοφικά Τετράδια, όπου μεταξύ άλλων, σχολιάζει τη Λογική του Χέγκελ, τον οποίο ο Μαρξ θαύμαζε τόσο πολύ στη νιότη του, λέει: “Δεν είναι η γυμνή άρνηση ούτε η άσκοπη άρνηση ούτε η σκεπτικιστική άρνηση… το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διαλεκτικής –η οποία αναμφίβολα εμπεριέχει το στοιχείο της άρνησης, και μάλιστα σαν το σπουδαιότατο στοιχείο της– όχι, αλλά η άρνηση σαν στοιχείο αλληλουχίας, σαν στοιχείο εξέλιξης, με τη διατήρηση του θετικού, δηλαδή, χωρίς καμία ταλάντευση”. Και αυτό που αναπόφευκτα ακολουθεί είναι ότι κατά την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας δεν υπάρχει ανάγκη να απορριφθεί ό,τι θετικό δημιουργήθηκε νωρίτερα, ακόμη και κατά τον καπιταλισμό. Αλλά αυτή η ιδέα δεν κληρονομήθηκε από το Μαρξ, που διακήρυσσε τον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα του νέου κοινωνικού σχηματισμού και υμνούσε την ταξική πάλη. Και αυτό οδήγησε στο αμφιλεγόμενο σύνθημα για την απόλυτη καταστροφή της προηγούμενης κοινωνίας και την οικοδόμηση μιας νέας από το μηδέν» (σελ. 137-138).
Συνάγεται ότι ο Μαρξ ήταν υπέρ της ταξικής πάλης, ενώ ο Λένιν δεν ήταν! Οι ιδέες του Μαρξ ανταποκρίνονταν αδιάσειστα στην πραγματικότητα, αλλά η ιδέα του για τον κομμουνισμό ήταν ουτοπία! Ο Μαρξ θαύμαζε πολύ τον Χέγκελ στη νιότη του, αλλά όχι και στα γεράματά του, αν και τον αποκαλεί «γιγάντιο στοχαστή» στο Κεφάλαιο!
Αφήνοντας κατά μέρος αυτά τα μαργαριτάρια, μόνο ένας συκοφάντης του Μαρξ μπορεί να λέει ότι ο Μαρξ –σε αντίθεση με τον Λένιν!– υποστήριζε την απόλυτη καταστροφή όσων έδωσε η καπιταλιστική κοινωνία και την οικοδόμηση μιας νέας από το μηδέν. Ο Μαρξ αντικρούει αμέτρητες φορές αυτή την άποψη. Υπογραμμίζει ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί τους υλικούς όρους για το σοσιαλισμό –τις παραγωγικές δυνάμεις, την τεχνική, κλπ– και ότι η ίδια η μετάβαση στη νέα κοινωνία γίνεται δυνατή μόνο χάρη σε αυτή την εργασία του. Και μόνο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αν διαβάσει κανείς, θα δει ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς τονίζουν επίμονα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες του, τον επαναστατικό, προοδευτικό ρόλο της αστικής τάξης στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και το γεγονός ότι δημιουργεί έτσι αθέλητα τους αντικειμενικούς όρους για τη σοσιαλιστική επανάσταση και το φορέα της, το σύγχρονο προλεταριάτο, που θα τη φέρει σε πέρας. Μόνο ένας ανοικτός, συνειδητός συκοφάντης του Μαρξ μπορεί να του αποδώσει, λοιπόν, την άποψη που του αποδίδει ο Tsagolov.
Το υπόλοιπο άρθρο του Tsagolov είναι αξιοπρόσεκτο για την ηλιθιότητα με την οποία διατυπώνει όλες τις δυνατές ψεύτικες, αντιδραστικές απόψεις, που η υποστήριξή τους θα μπορούσε να αποφέρει στον ίδιο, ανάλογα με την περίσταση, κάποιο όφελος και προβολή.
Για την Οκτωβριανή Επανάσταση αποφαίνεται, όπως όλοι οι συκοφάντες του Οκτώβρη, ότι ήταν αντιδημοκρατική. «Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος… οδήγησε στην πτώση της Μοναρχίας στη Ρωσική Αυτοκρατορία και αργότερα στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Υλοποιούμενο το κοινωνικό εγχείρημα [του Λένιν] συνοδεύτηκε από σκληρότητα και παραβίαση των στοιχειωδών ελευθεριών, κάτι που δεν ήταν ταιριαστό με τον ιδεολογικό οπλοστάσιο του Μαρξ» (σελ. 133). Σ’ αντιστάθμισμα, όπως όλοι οι αντιδραστικοί, ο Tsagolov δεν βρίσκει λέξη να πει για τα εκατομμύρια των θυμάτων του ιμπεριαλιστικού μακελειού του 1914-18, την ξενική επέμβαση ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία, κοκ, που τα θεωρεί φαίνεται υποδείγματα σεβασμού των στοιχειωδών ελευθεριών.
«Η ιδεολογία της Σοβιετικής Ένωσης», συνεχίζει, «ισχυροποιούνταν και διευρυνόταν σε κλίμακα. Αντιπροσώπευε το Μαρξισμό κατά την ερμηνεία του Λένιν και έπειτα του Στάλιν» (σελ. 133).
Ο Tsagolov δεν διακρίνει καμιά διαφορά ανάμεσα στον Λένιν και τον Στάλιν, τους εντάσσει σε μια ενιαία και αδιαίρετη «ιδεολογία της ΕΣΣΔ», ταυτόσημη και στους δύο. Αυτή η θέση θα τον έκανε έναν εξαίρετο υμνητή του Στάλιν στη σταλινική εποχή. Πόσα «Ζήτω στον σοφό τιμονιέρη Στάλιν», τον «πιστό μαθητή του Λένιν που μας οδηγεί θριαμβευτικά στον κομμουνισμό», θα αράδιαζε τότε! Και μπορεί επίσης να εκτιμηθεί δεόντως σε σύγχρονα νεοσταλινικά απολιθώματα α λα ΚΚΕ και ΚΚΡΟ.
«Οι κύριες ιδέες του Μαρξ», διαβάζουμε παραπέρα, «δεν μπορούν να ξεπεραστούν ή να πεθάνουν. Είναι αθάνατες, όπως οι ανακαλύψεις του Αρχιμήδη, του Κοπέρνικου ή του Τζιορντάνο Μπρούνο. Υπό τη σημαία του μαρξισμού, συνεχίζουν να κυβερνούν οι ηγέτες της Κίνας, του Βιετνάμ, της Κούβας και της Βόρειας Κορέας. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εκλογών στη Ρωσική Ομοσπονδία υπήρχαν 3 κομμουνιστές ή στενά συνδεδεμένοι μ’ αυτούς μεταξύ των υποψηφίων» (σελ. 135).
Συνάγεται ότι βάσει των «αθάνατων ιδεών» του Μαρξ μπορεί να πάμε με τον Σι Τζινπίνγκ, ακόμη και με τον δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ουν, και φυσικά με τους «κομμουνιστές» του Ζιουγκάνοφ, που είναι σήμερα βασιλικότεροι του Πούτιν σε σοβινισμό και, πέρα από τους κάλπικους όρκους στον Λένιν, έχουν ως ινδάλματα τους πιο αντιδραστικούς ιδεολόγους του τσαρισμού α λα Πομπεντονόστσεφ και Ίλιν! Οι αναφορές των Ζιουγκάνοφ και των Κιμ Γιονγκ Ουν στο μαρξισμό πρέπει να γίνουν δεκτές σαν γνήσιο νόμισμα· αρκεί που τον έχουν σαν σημαία.
Στη βάση αυτής της εξαιρετικά ευρείας ερμηνείας του Μαρξ βρίσκεται η βαθιά πεποίθηση του Tsagolov ότι τα δυο συστήματα, ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, μπορεί να συνδυαστούν, και επομένως μπορεί να είναι κανείς και με τον καπιταλισμό και με τον σοσιαλισμό σε όλες τις ποικίλες εκδοχές τους κατά το δοκούν και το συμφέρον. Όπως ο ίδιος το θέτει:
«Αναμφισβήτητα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας αναδεικνύουν την αναγκαιότητα του συνδυασμού των καπιταλιστικών και σοσιαλιστικών θεμελίων, των αρχών τόσο της σχεδιασμένης οικονομίας όσο και της οικονομίας της αγοράς… Έχοντας έναν αριθμό αναγκαίων δυνατών σημείων, και τα δυο συστήματα εμφανίζονται αρκετά “αντικειμενικά” κι έτσι δεν είναι τυχαίο ότι έχουν επιλεγεί στο παρελθόν από την ανθρωπότητα. Ωστόσο και οι δυο σχηματισμοί είναι ασταθείς, χωρίς συνοχή, και απαιτούν την αλληλεπίδραση και την αλληλοϋποστήριξη. Είναι αυτός ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι χώρες που απολαμβάνουν την πιο γοργή κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη έχουν υιοθετήσει το ενοποιημένο σύστημα ως βάση… Η συνεκτική κοινωνία έρχεται σε αντικατάσταση και του σοσιαλισμού και της καθαρής σοσιαλιστικής πρακτικής» (σελ. 139, 140).
Παραπέρα, το κατ’ εξοχήν μοντέλο αυτής της συνεκτικής κοινωνίας είναι κατά τον ίδιο τον Tsagolov η τωρινή Κίνα:
«Η σημερινή κοινωνική κατάσταση της χώρας χαρακτηρίζεται από τους ηγέτες και τους κορυφαίους θεωρητικούς ως “σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά”… Στην Κίνα σήμερα υπάρχει μια γόνιμη συμβίωση σοσιαλισμού και καπιταλισμού, που εδώ και καιρό αποκαλείται στις κοινωνικές επιστήμες “σύγκλιση”… Ακριβώς μια τόσο επιδέξια διατήρηση ισορροπιών οδηγεί σε βέλτιστα αποτελέσματα στην Κίνα» (σελ. 138-139).
Η Κίνα, στην οποία ο πλούτος έχει συγκεντρωθεί σήμερα σε μερικές εκατοντάδες δισεκατομμυριούχους, θεωρείται ως υπόδειγμα της «επιδέξιας διατήρησης ισορροπιών» και της «σύγκλισης» καπιταλισμού-σοσιαλισμού! Και η Ρωσία όμως μπορεί να ακολουθήσει, αφού, όπως μαθαίνουμε, οι μυστικοσύμβουλοι του Πούτιν συστήνουν τη βαριά φορολόγηση των ολιγαρχών: «Τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους, ο οικονομικός σύμβουλος του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Α. Belousov έστειλε στον προϊστάμενό του προτάσεις για την κατάσχεση μέρους των έκτακτων εσόδων του 2017 από 14 μεταλλουργικές, μεταλλευτικές και χημικές εταιρείες που ανήλθαν στον (sic!) ποσό των 513 δις ρουβλίων (περίπου 7,5 δις δολάρια). Ωστόσο, οι Ρώσοι ολιγάρχες, που έχουν συσσωρεύσει στα χέρια τους το 1/3 του εθνικού πλούτου, ευθέως απέρριψαν αυτή την πρόταση» (σελ. 136).
Αυτή τη φορά οι Ρώσοι ολιγάρχες δεν ενέδωσαν, αλλά ποιος ξέρει; Την επόμενη μπορεί να δεχτούν να μοιραστούν τα κέρδη τους, ή να τους το επιβάλει ο Μπελούσοφ (ο τελευταίος, εκτός από υπουργός Άμυνας σήμερα του Πούτιν, είναι και ένας πιστός ορθόδοξος χριστιανός, που παρακολουθεί τακτικά την εκκλησία!)[12].
Ας χαιρόμαστε και ας αγαλλιούμε, λοιπόν, υπάρχει ελπίδα! Και η ελπίδα φυσικά είναι η Ρωσία του Πούτιν, τόσο που και ο «θριαμβεύων» Μαρξ θα έπαιρνε σήμερα, ως φαίνεται, το μέρος της Ρωσίας, απέναντι στους κακούς Δυτικούς.
«Οι κύριες ιδέες της θεωρίας του Μαρξ», διαβάζουμε παραπέρα, «επιβεβαιώνονται και σήμερα. Το παγκόσμιο κεφάλαιο εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται τον κόσμο. Οι πορτοκαλί επαναστάσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, τα γεγονότα στην Ουκρανία και τη Συρία αποδεικνύουν τις επιθετικές νεοαποικιακές φιλοδοξίες της Δύσης, ειδικά του αγγλοσαξονικού συνδέσμου, που φέρνει την ανθρωπότητα μπροστά σε μια “Αποκάλυψη”. Επιπλέον η Ρωσία υπόκειται σε ιδιαίτερη πίεση. Στην Ουάσινγκτον και το Λονδίνο δεν αρέσει η σημερινή φιλοδοξία για αυτοανάπτυξη και η εγκατάλειψη της προηγούμενης πορείας σχετικά με τις πρώτες ύλες και τις αγορές» (σελ. 135).
Η τελευταία πρόταση αναφέρεται στις κατευθύνσεις της ακροδεξιάς, τραμπικής πτέρυγας του κεφαλαίου υπέρ του προστατευτισμού, που θεωρητικοποιεί με το δόγμα της «αυτάρκειας» ο Ντούγκιν και ακολουθεί ο Πούτιν. Όπως φαίνεται, πρόκειται και εδώ για κατευθύνσεις του Μαρξ, που πρώτος τις είχε εισηγηθεί. Και φυσικά, ο Μαρξ θα ήταν και υπέρ και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και του Άσαντ που βίασε όλο το συριακό λαό για να μείνει στην εξουσία, ποτέ όμως με τις αραβικές επαναστάσεις, που τις υποκίνησαν οι ιμπεριαλιστές. Αυτή η υπεράσπιση των συμφερόντων του ρωσικού ιμπεριαλισμού απέναντι στους Δυτικούς είναι η τελευταία λέξη του «μαρξισμού» του Tsagolov.
Η υποστήριξη της Ρωσίας δεν αποτελεί προνόμιο του Tsagolov. Πέρα από μια πλειάδα πρώην αριστερών δημοσιολόγων (Βατικιώτης, Λιόσης, Ήσυχος, Λαφαζάνης, κοκ) τη συμμερίζονται κάμποσοι από τους συνεισφέροντες στη συλλογή. Ο Τόλιος έχει πάρει μέρος σε συμπόσιο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών το οποίο χαιρέτισε ο Πούτιν, θεωρώντας τον τελευταίο φορέα της εναλλακτικής, προοδευτικής παγκοσμιοποίησης· ο Α. Ζαφείρης, που συνεισφέρει στη συλλογή ένα άρθρο για τα συνδικάτα, είναι πιστός θιασώτης των λεγόμενων ΛΔ του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, και πέρα από την πλούσια σχετική αρθρογραφία του στην Ίσκρα του Λαφαζάνη, έχει πάρει μέρος σε εκδηλώσεις με τον Αυγερινό και άλλα ρωσικά φερέφωνα, κοκ. Όλοι αυτοί επιμένουν να εμφανίζουν τη συστράτευσή τους με τη Ρωσία ως μια «αριστερή», ακόμη και «μαρξιστική» στάση.
Ο Tsagolov ξεσκίζει άθελά του αυτή την απάτη. Σε αυτόν η φιλορωσική θέση συνδυάζεται με την ουσιαστικά πλήρη απόρριψη του Μαρξ και μια ανοικτή απολογία για το ρωσικό ιμπεριαλισμό. Όπως αναφέρεται, άλλωστε, στη βιογραφία του στη ρωσική Wikipedia έχει συνταχτεί ενεργά με τον Πούτιν, συγκρίνοντάς τον ευμενώς με τον Στολίπιν, τον διαβόητο τσαρικό πρωθυπουργό, που έπαιξε μεγάλο ρόλο στη συντριβή της ρωσικής επανάστασης του 1905 και ήρθε στο τιμόνι της τσαρικής πολιτικής στην επαύριό της. Ενδεικτικές είναι οι ακόλουθες διακηρύξεις του:
«Όπως ο Στολίπιν ανεβάστηκε στο κρατικό βάθρο σε δύσκολες στιγμές για τη Ρωσία από τον αδύναμο Τσάρο Νικόλαο Β΄, έτσι και ο Πούτιν διορίστηκε για πρώτη φορά σε αυτή τη θέση σε μια περίοδο αναταραχής από τον εξασθενημένο Τσάρο Μπόρις… Ο Πούτιν πήγε κόντρα στο ρεύμα, αλλάζοντας τον φορέα ανάπτυξης της Ρωσίας, η οποία βρέθηκε στο χείλος της καταστροφής,.. Οι ενέργειές του… ήταν κατά καιρούς απότομες, σκληρές και επικίνδυνες. Αλλά έλαβαν την κατανόηση και την έγκριση του λαού μας, ο οποίος είδε μια ισχυρή και ανεξάρτητη προσωπικότητα»[13].
Προφανώς, για το ΜΑΧΩΜΕ και για τους συνεισφέροντες στη συλλογή Αντέχουν οι Ιδέες του Μαρξ;, αυτός ο χυδαίος απολογητής του ρωσικού ιμπεριαλισμού, ο θαυμαστής του Πούτιν και του Στολίπιν, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να μας διαφωτίσει για τις ιδέες του Μαρξ…
Και μη μας πουν ότι δεν τα ήξεραν και ότι η συμπερίληψη του Tsagolov στη συλλογή ήταν τυχαία. Ατυχώς δεν θέλουν να τα ξέρουν. Ο Tsagolov είναι απλά το είδωλο των μαρξιστικών φαντασμάτων μας στον καθρέφτη, είναι η πραγματική εικόνα τους, την οποία προσπαθούν να ξορκίσουν με αερολογίες και κομπασμούς.
J.O.M. Martinez και Α. Λύτρας: δυο εξαιρέσεις
Στη συλλογή για το φασισμό υπήρχε ένα όχι αντιμαρξιστικό άρθρο, του Μ. Ζέρβα. Στη συλλογή Αντέχουν οι Ιδέες του Μαρξ; βρίσκουμε επίσης δυο τέτοιες εξαιρέσεις, τα άρθρα των J.O.M. Martinez και Α. Λύτρα, στα οποία θα ρίξουμε μια ματιά.
Ο J.O.M. Martinez είναι ένας Κουβανός ακτιβιστής, χωρίς σοβαρές θεωρητικές βάσεις. Το άρθρο του επικεντρώνεται στην εμπειρία της κουβανικής επανάστασης, της οποίας δίνει μια εξιδανικευμένη εικόνα. Διαβάζοντάς το κανείς μένει με την εντύπωση ότι η Κούβα βαδίζει από επιτυχία σε επιτυχία, ενώ βέβαια η σημερινή κατάσταση στην Κούβα είναι εξαιρετικά δυσχερής και αντιφατική.
«Αναρίθμητα προβλήματα», γράφει, «λυμένα από την κουβανική επανάσταση συνεχίζουν να υποβόσκουν στο σημερινό κόσμο» (σελ. 108). Ακόμη: «Στην Κούβα το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ορίζει υποψήφιους. Το Σύνταγμα της Δημοκρατίας προβλέπει ότι αυτές οι οργανώσεις [τα συνδικάτα, η ομοσπονδία γυναικών, η ένωση νέων κομμουνιστών και άλλες μαζικές οργανώσεις, Χ.Κ.] είναι που ορίζουν ένα μέρος των υποψηφίων στο Κουβανικό Κοινοβούλιο, οι οποίοι προωθούνται για τις αρετές τους, τις αξίες τους και την αφοσίωσή τους στην κοινωνία. Στην Κούβα δεν αποτελούν πρακτική οι δημαγωγικές εκλογικές εκστρατείες» (σελ. 94). Τέλος: «Στην Κούβα ο σοσιαλισμός… δημιούργησε μια νέα ανθρώπινη δύναμη, μια ανώτερη ποιότητα ανθρώπου βασισμένη στην αλληλεγγύη, το διεθνισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη» (σελ. 113) κοκ.
Το πρόβλημα με αυτές και άλλες παρόμοιες διατυπώσεις στο άρθρο του Martinez δεν βρίσκεται στο ότι επισημαίνει το δυναμικό της κουβανικής επανάστασης –και κάθε μεγάλης λαϊκής επανάστασης γενικά– για αλλαγές προς όφελος του λαού στην κατεύθυνση της κοινωνικής ισότητας και της ενεργού συμμετοχής των μαζών σε όλους τους τομείς. Το πρόβλημα είναι ότι θεωρεί αυτές τις δυνατότητες ως βασικά εκπληρωμένες, παρακάμπτοντας έτσι όλες τις δυσχέρειες, τις στρεβλώσεις και τα εμπόδια, που ξεστρατίζουν από αυτό το δρόμο την κουβανική επανάσταση, όπως και πολλές άλλες στο παρελθόν. Ως αποτέλεσμα, τα ζητήματα του μαρξισμού και της νόθευσής του από τη μικροαστική διανόηση που συζητήσαμε στο παρόν κείμενο μένουν εντελώς έξω από το οπτικό πεδίο του Martinez.
Θα φωτίσουμε αυτή την πλευρά μέσα από μια συνοπτική αναφορά στην ιδεολογική κατάσταση στην Κούβα, όπως καθρεφτίζεται στην EcuRed. Η EcuRed –Κουβανική Εγκυκλοπαίδεια στο Διαδίκτυο, μια διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια παρόμοιου στιλ με τη Wikipedia– η οποία έχει τη διακηρυγμένη πρόθεση να υπερασπίζει τις αξίες της κουβανικής επανάστασης, εγκαινιάστηκε από την κουβανική κυβέρνηση το 2010. Μια μόνο ματιά θα δείξει ότι ο μαρξισμός κακοποιείται βάναυσα σε αυτή τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια, που προβάλλει αντίθετα θετικά στον Στάλιν και τους πιο αντιδραστικούς αστούς στοχαστές.
Για να αρκεστούμε σε λίγα παραδείγματα, ο κορυφαίος μαρξιστής με καταγωγή από την Κούβα ήταν ο Πολ Λαφάργκ, ένας από τους πιο αξιόλογους μαρξιστές στην ιστορία. Για τον Λαφάργκ στην EcuRed βρίσκουμε δυο άθλια, μικρής έκτασης λήμματα, ένα για τον «Pablo Lafargue» και ένα για τον «Paul Lafargue». Το πρώτο εξαντλείται σε μερικά ανούσια βιογραφικά περιστατικά, δίνοντας λάθος ακόμη και το χρόνο ίδρυσης της Α΄ Διεθνούς (1865 αντί 1864). Στο δεύτερο, ακόμη μικρότερο και χειρότερο, αναφέρεται ως «Γάλλος σοσιαλιστής και επαναστάτης», χωρίς να μνημονεύεται καν η καταγωγή του από την Κούβα, εκτός από την τυπική αναφορά στον τόπο γέννησής του στην αρχή. Σε κανένα από τα δυο άρθρα δεν βρίσκουμε ούτε μια γραμμή για τη συνεισφορά του Λαφάργκ στο μαρξισμό.
Στον Γκέοργκ Λούκατς, τον κορυφαίο μαρξιστή φιλόσοφο και λογοτεχνικό κριτικό του 20ού αιώνα αφιερώνεται ένα άθλιο λήμμα 20 σειρών. Εκεί ο Λούκατς αναφέρεται ως υπερασπιστής του ρεαλισμού απέναντι στους «μοντερνιστές ομόθρησκούς του» (correligionarios) Μπένγιαμιν και Μπρεχτ. Όχι μόνο συγχέεται έτσι η ιδεολογική διαφορά τους αλλά υιοθετείται η αστική συκοφαντία ότι οι μαρξιστές είναι κάποιο είδος θρησκευτικής σέκτας. Η γελοιότητα του πράγματος γίνεται έκδηλη και από το γεγονός ότι αντί για τον Λούκατς, έχουν βάλει στο λήμμα μια φωτογραφία του Χάμπερμας (!).
Παρόμοια είναι η εικόνα των λημμάτων για τους Μπουχάριν, Τρότσκι, Γκράμσι, κ.ά.
Στο λήμμα για τον Μπουχάριν αναφέρεται ότι στα 1919-20 υποστήριξε τη γραμμή της άμεσης μετάβασης στον κομμουνισμό, η οποία «συνέβαλε στην κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας». Ασφαλώς ο Μπουχάριν έκανε θεωρητικά λάθη εκείνη την περίοδο, η κατάρρευση όμως της ρωσικής οικονομίας προκλήθηκε κυρίως από τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, καθώς και από το ρωσικό εμφύλιο και την ξενική επέμβαση που ακολούθησε. Αυτό που λένε στην EcuRed είναι περίπου σαν να έλεγε κανείς ότι για τα δεινά της Κούβας ευθύνεται κυρίως ο Φιντέλ Κάστρο, με την άστοχη καμπάνια του για τα «10 εκατομμύρια τόνους ζαχαροκάλαμο» το 1970, και όχι το 60χρονο αμερικάνικο εμπάργκο. Κανένας μαρξιστής δεν θα προβεί ποτέ σε τέτοιες άθλιες εκτιμήσεις. Διόλου παράδοξα οι συντάκτες του λήμματος αποτυχαίνουν να πουν οτιδήποτε ουσιαστικό και για τη μετέπειτα διαμάχη ανάμεσα στον Στάλιν και τον Μπουχάριν, στην οποία αφιερώνουν ένα-δυο σειρές.
Στο λήμμα για τον Γκράμσι δεν υπάρχει ούτε μια αναφορά στα Τετράδια της Φυλακής, τη θεματολογία τους, τη σημασία τους για τη μαρξιστική θεωρία, κοκ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το λήμμα αυτό βασίζεται σε δογματικές πηγές όπως το αλήστου μνήμης, θλιβερό λεξικό των Ρόζενταλ και Γιούντιν. Δεν είναι καλύτερη και η εικόνα του λήμματος για τον Τρότσκι.
Στο γενικό λήμμα για το μαρξισμό, μαζί με μια παπαγαλίστικη παράθεση των βάσεων της μαρξιστικής θεωρίας, παρουσιάζεται ως μοντέλο «δημιουργικού μαρξιστή» ο Στάλιν, για τον οποίο αναφέρεται ότι «έδωσε έναν βαθύ και πλήρη χαρακτηρισμό του δημιουργικού μαρξισμού και του δογματικού μαρξισμού», με ένα παράθεμα 25 σειρών από το έργο του Στάλιν Λένιν. Ο οργανωτής και ο ηγέτης του ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος να ακολουθεί, για του λόγου το αληθές. Μετά τον Στάλιν, στη σύγχρονη περίοδο ακολουθούν μερικοί άσημοι Κουβανοί μαρξιστές, που θα μπορούσε να μην αναφερθούν καν, ενώ στις πηγές βρίσκουμε πάλι το ίδιο λεξικό των Ρόζενταλ και Γιούντιν, υμνητών μεταξύ άλλων του τσαρλατάνου Λισένκο, και τον Στάλιν. Κοντολογίς μια γελοία εικόνα, όχι μόνο με τα μαρξιστικά αλλά και με τα γενικά πρότυπα – ακόμη και στην αγγλική ή τη γερμανική Wikipedia βρίσκει κανείς πολύ καλύτερα άρθρα για τα ίδια θέματα.
Ο Στάλιν, από την άλλη, στο αφιερωμένο σε αυτόν εκτενές λήμμα, εξαίρεται ότι μετά το θάνατο του Λένιν «ηγήθηκε της οικοδόμησης του σοσιαλισμού» στην ΕΣΣΔ και «συνέχισε την κληρονομιά του Λένιν», αλλά και ότι «ηγήθηκε του ΚΚΣΕ και διηύθυνε τις επιστημονικές θέσεις του Μαρξισμού-Λενινισμού». Ακόμη δικαιώνονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις, με το επιχείρημα ότι αφορούσαν μόνο το 0,31% (!) του ρωσικού λαού και με εκτιμήσεις όπως: «το ΚΚΣΕ ήταν γεμάτο με επικριτές της σοσιαλιστικής επανάστασης, κρατικούς εγκληματίες, πρώην αντεπαναστάτες που είχαν ακολουθήσει τον Τσάρο και τους Μενσεβίκους. Στο σύνταγμα του 1936, αναφέρονταν ως “Εχθροί του Λαού”». Η μεσοβέζικη κριτική των σταλινικών εγκλημάτων από τον Χρουστσόφ το 1956 απορρίπτεται ως πηγή όλων των δεινών της ΕΣΣΔ.
Στον αντίποδα, ενώ κακοποιούν έτσι το μαρξισμό, για τον οποίο δεν έχουν ιδέα, οι συντάκτες της EcuRed παρουσιάζουν πολύ «καλύτερα» και μακροσκελή, αλλά όχι λιγότερο απωθητικά λήμματα για αντιδραστικούς αστούς ιδεολόγους της μόδας, όπως ο Νίτσε και ο Σοπενχάουερ. Στον Νίτσε αφιερώνεται ένα υπερδεκαπλάσιου μεγέθους άρθρο από εκείνα για τον Λούκατς και τον Λαφάργκ, στο οποίο δεν γίνεται η παραμικρή νύξη για τις συνδέσεις του με την αντίδραση και το φασισμό. Απεναντίας παρουσιάζεται μια εξιδανικευμένη εκδοχή των θεμάτων της φιλοσοφίας του, σαν να πρόκειται για γενικούς διαλογισμούς περί του ανθρώπου και της τελείωσής του.
Αναφορικά με το νιτσεϊκό υπεράνθρωπο βρίσκουμε το εξής κατεβατό:
«Ο Νίτσε υποστήριζε ότι κάθε ανθρώπινη πράξη ή έργο υποκινείται από τη “θέληση για δύναμη”. Η θέληση για δύναμη δεν είναι μόνο δύναμη πάνω στους άλλους, αλλά δύναμη πάνω στον εαυτό του, κάτι απαραίτητο για τη δημιουργικότητα. Αυτή η ικανότητα εκδηλώνεται στην αυτονομία του Υπεράνθρωπου, στη δημιουργικότητα και το θάρρος του. Για να φτάσει στον Υπεράνθρωπο, ο Ευρωπαίος άνθρωπος πρέπει να καταπιέσει τον εαυτό του, και αυτή η διαδικασία πρέπει να περάσει από τρεις φάσεις:
Η καμήλα είναι το σύμβολο του σύγχρονου Ευρωπαίου ανθρώπου, ο οποίος εξακολουθεί να είναι βυθισμένος στην ηθική των δούλων και φέρει υπομονετικά το βάρος του φορτίου.
Το λιοντάρι, από την άλλη πλευρά, είναι το σύμβολο του επαναστατικού ανθρώπου, αυτού που εξεγείρεται ενάντια στην ηθική των σκλάβων. Με τη σειρά του, το λιοντάρι, αφού σπάσει τις αλυσίδες της δουλείας, πρέπει να μεταμορφωθεί σε παιδί.
Το παιδί συμβολίζει την αγνότητα και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, από την οποία αναδημιουργείται ο νέος πίνακας αξιών».
Το ότι ο Νίτσε με «ηθική των δούλων» εννοεί τις αξίες των κατώτερων τάξεων και πρώτα απ’ όλα το σοσιαλισμό, παρουσιάζοντας σαν «επαναστατική υπέρβασή» τους την κτηνώδη ασυδοσία των κυρίαρχων τάξεων, την οποία εξιδανικεύουν τα «λιοντάρια» και οι «υπεράνθρωποί» του ούτε που περνά από το μυαλό των συντακτών της EcuRed.
Ανάλογα ισχύουν για την παρουσίαση του Σοπενχάουερ, του Πόπερ κοκ.
Αυτά και μόνο καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του Martinez ότι «Στην Κούβα ο σοσιαλισμός… δημιούργησε… μια ανώτερη ποιότητα ανθρώπου βασισμένη στην αλληλεγγύη, το διεθνισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη». Αν αυτό είχε επιτευχθεί ήδη, θα βρίσκαμε στην EcuRed πολύ καλύτερα πράγματα για τους μεγάλους μαρξιστές, που εξέφρασαν αυτές τις αξίες, όχι αθλιότητες που διασύρουν όχι μόνο το μαρξισμό αλλά και τη στοιχειώδη σοβαρότητα. Εκείνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η κουβανική επανάσταση άνοιξε ένα δρόμο για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, δρομολόγησε τάσεις και δυνατότητες, των οποίων όμως η έμπρακτη εκπλήρωση βρίσκεται ακόμη μακριά.
Βέβαια, εδώ καθίσταται επίσης πρόδηλο πόσο ανυπόστατοι είναι οι ισχυρισμοί του Καλτσώνη ότι μόνο στην Κούβα η επαναστατική δημοκρατία δεν έχει ατονήσει και ότι ο λαός έχει εκεί τον αποφασιστικό, τελικό λόγο, κοκ. Αν ο λαός τα καταλάβαινε όλα αυτά και είχε τον αποφασιστικό λόγο, θα είχε ξεμπερδέψει προ πολλού με όσους λένε στο όνομά του και στο όνομα της επανάστασης τέτοιες ασυναρτησίες. Απλά ο Καλτσώνης, για να τα έχει καλά με όλους, παραιτείται καιροσκοπικά από το καθήκον του ως μαρξιστής.
Σημαίνουν άραγε αυτά ότι η κουβανική επανάσταση ήταν μια οικτρή αποτυχία, το έργο μερικών αθεράπευτων ρομαντικών, ότι δεν είχε καθόλου ιδεολογικές βάσεις, ότι αυτό που υπάρχει σήμερα στην Κούβα είναι ένα καταπιεστικό καθεστώς, κοκ;
Όχι, η κουβανική επανάσταση είχε ιδεολογικές βάσεις στον αντιιμπεριαλισμό του Χοσέ Μαρτί και τη σοσιαλιστική προέκτασή του από τον Φιντέλ και τον Τσε, και εξέφραζε τα πραγματικά συμφέροντα των λαών της περιοχής. Αλλά ο μαρξισμός του Φιντέλ και του Τσε είναι μόνο ένα κλαδί του μεγάλου δέντρου του μαρξισμού, ο κορμός του οποίου θα βρεθεί στο έργο των κλασικών, των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, και των μετέπειτα συνεχιστών τους, Γκράμσι, Λούκατς, Τρότσκι, Μπουχάριν. Το ζητούμενο μετά τη νίκη της κουβανικής επανάστασης, το οποίο αναγνώρισε ρητά ο Τσε προς το τέλος της ζωής του[14], ήταν να ενισχυθεί η σύνδεση του κλαδιού με τον κορμό. Αυτό δεν έγινε και σήμερα, δεδομένων και των αρνητικών παγκόσμιων εξελίξεων, το κλαδί κοντεύει να ξεραθεί και να κοπεί από τον κορμό. Οι διανοούμενοι που εξευτελίζουν το μαρξισμό και υμνολογούν τον Νίτσε στην EcuRed, όπως και οι περισσότεροι συμμέτοχοι στη συλλογή Αντέχουν οι Ιδέες του Μαρξ;, όχι μόνο κλείνουν τα μάτια στον κίνδυνο, αλλά ενεργούν σαν φορείς του. Σαν καλοί συμφεροντολόγοι πάνε πάντα με τον ισχυρό της στιγμής – με την επανάσταση, όταν αυτός είναι η επανάσταση, με την αστική τάξη, όταν αυτή έρθει στα πράγματα, και πάντα και παντού με τον εαυτό τους. Σε αυτό συνίσταται όλος ο μαρξισμός τους.
Ο Martinez, ένας πρακτικός, έντιμος ακτιβιστής, δεν έχει τα φόντα να συζητήσει θεωρητικά αυτά τα ζητήματα. Κάνει ένα-δυο βήματα στο να παραδεχτεί τα προβλήματα στην Κούβα, αλλά με ελλιπή τρόπο, που δεν βοηθά την αποσαφήνισή τους. Αναγνωρίζει ότι «η Κούβα έχει πολλά εκκρεμή ζητήματα», όπως «η ατελής και ανολοκλήρωτη εμπειρία της μεταξύ 1959 και 2018». Αναφέρεται στον «κίνδυνο που πάντα ελοχεύει» και στην ανάγκη «να οργώσουμε ξανά τη θάλασσα» (μια ρήση του Μπολιβάρ, σελ. 113). Αναφορικά δε με τη θεωρία εκτιμά ότι «ακόμα κι αν υπάρχουν προβλήματα για επίλυση στη θεωρία, το πρωταρχικό πρόβλημα συνεχίζει να έγκειται στην πράξη» (σελ. 95).
Εδώ εντοπίζεται η κύρια αστοχία του Martinez, που αντικειμενικά σκεπάζει τα μεγάλα προβλήματα και τις λοξοδρομήσεις της κουβανικής επανάστασης. Γιατί μπορεί μεν η πράξη να αποφασίζει τελικά, αυτό όμως δεν ακυρώνει διόλου το θεμελιώδη ρόλο της θεωρίας στο να φωτίζει τους δρόμους της πράξης. Και σήμερα η θεωρία στην Κούβα δεν φωτίζει δρόμους. Σήμερα στην Κούβα –ακόμη και μια ματιά στην EcuRed το πιστοποιεί– ο θεωρητικός κρίκος είναι σπασμένος ή ραγισμένος τόσο που αν δεν έχει σπάσει ήδη θα σπάσει αύριο. Ο θλιβερός ρόλος πρώην μαρξιστών όπως οι Τόλιος, Καλτσώνης, κοκ, συνίσταται στην εθελοτυφλία τους απέναντι σε αυτή την κατάσταση, που οι πρακτικοί ακτιβιστές α λα Martinez, ακόμη και αν τη διαισθάνονται, αδυνατούν να τη συλλάβουν καθαρά.
Το άρθρο του Λύτρα, με τον περιορισμό του στη μερικότητα, αποκαλύπτει την ίδια αδυναμία. Συζητά το ρόλο της εργατικής τάξης στο σύγχρονο καπιταλισμό και τα προγραμματικά ζητήματα του αντικαπιταλιστικού αγώνα, σε σύνδεση με τις νέες εξελίξεις (τεχνολογικές επαναστάσεις, ρομποτική, ψηφιοποίηση). Ο συγγραφέας προβαίνει σε γόνιμες αναφορές στο ριζοσπαστικό μη μαρξιστικό κομμάτι της διανόησης (α λα Χέρμπερτ Σάιμον και της σχολής του, σελ. 146), το οποίο επίσης λάμπει δια της απουσίας του στα υπόλοιπα κείμενα· ακόμη σε μια κριτική των απόψεων των Κάουτσκι, Γκορζ, Χαρντ και Νέγκρι κ.ά. (σελ. 158, 165-168). Η αδυναμία του είναι ότι εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στο «τι», τους στόχους του κινήματος, παρακάμπτοντας το «πώς». Και οι συνεισφέροντες στη συλλογή ακριβώς αναφορικά με το «πώς» είτε λένε τα εντελώς λάθος πράγματα, είτε αερολογούν.
Για να το δει αυτό ο Λύτρας θα έπρεπε να ασχοληθεί κάπως σοβαρά με εκείνες τις αναλύσεις των κλασικών που άπτονται ερωτημάτων για το «πώς», π.χ. το μεταβατικό πρόγραμμα. Θα αντιλαμβανόταν τότε ότι ο Τόλιος και οι άλλοι συνεισφέροντες διασύρουν αυτά τα ζητήματα και ότι οι μαρξιστές δεν πρέπει να συμμετέχουν σε τέτοιες συλλογές[15].
Το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι για να καταστεί αποτελεσματικό το σωστό μέρος των αναλύσεων του Λύτρα αναφορικά με το «τι», απαιτείται μια αποφασιστική ρήξη με όσους κακοποιούν συστηματικά το «πώς», δηλαδή πρακτικά με όλους σχεδόν συνεισφέροντες στη συλλογή. Αυτή η ρήξη είναι το ιδεολογικό καθήκον της στιγμής.
Συμπερασματικά
Στον Πρόλογό του στη συλλογή, ο συντονιστής του ΜΑΧΩΜΕ Γιάννης Τόλιος εξαίρει τη συμβολή των παρουσιαζόμενων κειμένων στη συζήτηση για τον Μαρξ:
«Παρότι μεταξύ τους διατηρούν σχετική αυτοτέλεια, [τα κείμενα] αποτελούν στο σύνολό τους μια διαλεκτική ενότητα. Εκτός από αναστοχασμούς για τις βασικές ιδέες του Μαρξ, περιέχουν γόνιμους προβληματισμούς σχετικά με τις νεότερες εξελίξεις στη ζωή του καπιταλισμού, καθώς και διεισδυτικές κριτικές αναλύσεις για τις αιτίες των αδιεξόδων των εγχειρημάτων υπέρβασής τους, αναδείχνοντας ταυτόχρονα τις κυριότερες “σταθερές” για μια φερέγγυα και ελπιδοφόρα πορεία στο μέλλον… Είναι προφανές ότι όλα τα κείμενα έχουν ως κοινό τόπο αφετηριακές ιδέες και θεωρητικές αναλύσεις του Μαρξ» (σελ. 7-8, 10).
Αυτή τη στέρεα δέσμευση στις ιδέες του Μαρξ, ο Τόλιος την αναγνωρίζει στους πάντες, ακόμη και στον Tsagolov. «Στο κείμενο του Ρώσου καθηγητή Georgy Tsagolov», διαβάζουμε, «επισημαίνεται ο σημαντικός ρόλος των ιδεών του Μαρξ στην προεπαναστατική Ρωσία και η συμβολή τους, με την αποφασιστική παρουσία του Λένιν στην επιτυχία της Οκτωβριανής επανάστασης. Σημειώνονται οι διαφορετικές πρακτικές που εφάρμοσαν ο Λένιν και ο Στάλιν στην αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ΕΣΣΔ, η οποία παρά την κατάληξή της, παραμένει πολύτιμη παρακαταθήκη (με τις θετικές και αρνητικές πλευρές της) για γόνιμη αξιοποίηση των εμπειριών στο έδαφος των αφετηριακών ιδεών των Μαρξ και Λένιν» (σελ. 9).
Αναρωτιέται κανείς πού, σε ποια σημεία του κειμένου του Tsagolov, υπάρχουν αυτές οι «επισημάνσεις» και η δέσμευση στις «αφετηριακές ιδέες του Μαρξ και του Λένιν» που του αποδίδει ο Τόλιος. Ο Tsagolov συκοφαντεί τον Μαρξ αποδίδοντάς του την άποψη ότι δεν έβλεπε τίποτα προοδευτικό στον καπιταλισμό. Συκοφαντεί την Οκτωβριανή Επανάσταση εμφανίζοντας ότι ήταν καταπιεστική και σε διάσταση με τις ιδέες του Μαρξ (τον οποίο Μαρξ έχει προηγούμενα εμφανίσει ως «αυταρχικό δικτάτορα» επικαλούμενος μια μαρτυρία του Ανένκοβ, σελ. 130). Συκοφαντεί και τον Λένιν εμφανίζοντας σαν φυσικό συνεχιστή του τον Στάλιν. Και στη συνέχεια, σαν γνήσιος χαμαιλέοντας, εξαίρει υποκριτικά τις δικές του ιδέες ως ιδέες του Μαρξ για να ποντάρει από ένα ρούβλι σε κάθε αντιδραστικό και ψευδοκομμουνιστή των ημερών μας, από τον Πούτιν και τον Κιμ Γιονγκ Ουν ως το ΚΚΡΟ, ώστε όποιος και αν κερδίσει τελικά να έχει εξασφαλισμένη μια ανταπόδοση. Αν αυτό το πράγμα γίνει δεκτό ως υπεράσπιση «των αφετηριακών ιδεών του Μαρξ» και ως «γόνιμοι προβληματισμοί για τις νεότερες εξελίξεις», τότε γιατί να μη δεχτούμε ότι και ο τσαρικός Στολίπιν, τον οποίο εκθειάζει ο Τσαγκόλοφ, ήταν μαρξιστής;
Για τον Batou ο Τόλιος εκτιμά: «Το κείμενο του Γάλλου φιλοσόφου Jean Batou αναφέρεται στη μεθοδολογία ανάλυσης του Μαρξ και τις μονομέρειες της θεώρησης του έργου του από διάφορες “σχολές” μαρξιστικής σκέψης και πολιτικού προσανατολισμού» (σελ. 8).
Συνάγεται ότι για τον Τόλιο ο Batou, ο οποίος στο άρθρο του παρουσιάζει τον Μαρξ σαν μέρος της προφητικής παράδοσης που ξεκινά από το 3000 π.Χ. βασιζόμενος σε ακραίους μυστικιστές όπως ο Μπράουν, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να μας διαφωτίσει για τη μεθοδολογία του Μαρξ και τις μονομέρειες στις διάφορες σχολές της μαρξιστικής σκέψης! Αυτό είναι περίπου σαν να καλούμε τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη να διαφωτίσει το κοινό για τη μεθοδολογία καταπολέμησης του εγκλήματος και τον εντοπισμό των μικροαπατεώνων, που σουφρώνουν κοσμήματα και πορτοφόλια στο μετρό.
Ας θέσουμε πάλι το ερώτημα: Η σύμπλευση του Τόλιου με τον Batou, η συμπερίληψή του στη συλλογή, κοκ, είναι άραγε προϊόν άγνοιας, του γεγονότος ότι ο Τόλιος δεν ήξερε ή δεν πρόσεξε τις θέσεις του;
Σε καμιά περίπτωση! Το θέμα με τον Τόλιο δεν είναι ότι δεν ξέρει αλλά ότι δεν θέλει να ξέρει. Είναι ότι ο Τόλιος, όπως και οι άλλοι πρώην μαρξιστές στη συλλογή, έπεσαν στην ίδια νιρβάνα με τους Batou, ότι ταυτιζόμενοι με το σταλινισμό και αρνούμενοι πεισματικά να συμβάλουν στη μαρξιστική ρήξη με τη σταλινική παράδοση και με όσους την αναβιώνουν, αποσπάστηκαν από τη ζωή του κινήματος και τελικά νεκρώθηκαν και απώλεσαν το μαρξιστικό τους προσανατολισμό.
Το κύριο καθήκον των μαρξιστών κατά τις τελευταίες δεκαετίες ήταν να εκτιμήσουν τα προβλήματα της πορείας του μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος μετά το θάνατο του Λένιν. Και αυτό σήμαινε μια κριτική ενασχόληση με το έργο των επιφανών μαρξιστών της περιόδου, πρώτα και κύρια των Τρότσκι, Μπουχάριν, Γκράμσι και Λούκατς, μια ενσωμάτωση των συμβολών τους, επισήμανση κενών και αστοχιών, κοκ. Ούτε ένας από τους συνεισφέροντες δεν ενδιαφέρεται στο ελάχιστο για τέτοια ζητήματα – στη συλλογή οι Τρότσκι, Μπουχάριν, Γκράμσι και Λούκατς δεν αναφέρονται πουθενά, εκτός από μια σειρά για τον Γκράμσι στο άρθρο του Ζαφείρη. Αντί γι’ αυτό μας προσφέρουν σαν ιδέες του Μαρξ τις αντιδραστικές ασυναρτησίες των Batou και των Tsagolov.
Από αυτά και μόνο καταλαβαίνει κανείς τι τεράστια απάτη και αυταπάτη περιέχει η διαβεβαίωση του Τόλιου: «Με οδηγό τη διαλεκτική άρνηση κρατάμε τους “πολύτιμους λίθους” και πετάμε το “έρμα” των ιστορικών εμπειριών» (σελ. 35). Αν όντως πορευόταν με οδηγό τη διαλεκτική άρνηση, θα ανακάλυπτε ότι ο ίδιος και οι περισσότεροι συνεισφέροντες στη συλλογή περιλαμβάνονται στο «έρμα», που πρέπει επειγόντως να πεταχτεί.
Βέβαια, στο τέλος του Προλόγου του ο Τόλιος ψελλίζει μια επιφύλαξη: «Ωστόσο, κάθε κείμενο εκφράζει τις ιδιαίτερες προσωπικές απόψεις των συγγραφέων που έχουν, εν τέλει, και την ευθύνη για τυχόν λάθη και παραλείψεις» (σελ. 10).
Το πραγματικό νόημα αυτής της «επιφύλαξης» είναι να απαλλάξει ο Τόλιος προκαταβολικά τον εαυτό του από κάθε ευθύνη. Είναι να νίψει τας χείρας του, να πει ότι για όσα αντιμαρξιστικά περιέχονται στη συλλογή Αντέχουν οι Ιδέες του Μαρξ; –που ως τέτοια αποτελεί ξένο, εχθρικό έδαφος για τους μαρξιστές– ευθύνονται ατομικά οι συνεισφέροντες. Ο μόνος που δεν έχει καμιά ευθύνη για τίποτα είναι ο ίδιος ο Τόλιος.
Η αξίωση ότι δεν έχουν καμιά ευθύνη είναι τελικά ο κοινός παρανομαστής των συνεισφερόντων στη συλλογή, με μερική εξαίρεση τους Martinez και Λύτρα. Σε μια εποχή τεράστιων προκλήσεων για την ανθρωπότητα, όταν η σοβαρή στήριξη στη μαρξιστική θεωρία αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ όρων για κάθε αποτελεσματικό αντικαπιταλιστικό αγώνα, εξευτελίζουν το μαρξισμό για να περιαυτολογούν. Αυτό το γεγονός τους χαρακτηρίζει αποφασιστικά σαν φαντάσματα μαρξιστών, αποστεωμένους μετά Χριστόν προφήτες, που πρέπει να παραμεριστούν από το κίνημα.
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
[1] Βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Όταν η μουσολινική διανόηση κερνά αντιφασισμό», kokkini.org, 24.2.2024.
[2] Βλέπε το γαλλικό πρωτότυπο κείμενο, γραμμένο με αφορμή τα 150 χρόνια από τη δημοσίευση του τόμου Ι του Κεφαλαίου, J. Batou, «MARX AU 21E SIÈCLE – ET SI LES QUESTIONS COMPTAIENT PLUS QUE LES RÉPONSES?»,https://solidarites.ch/journal/309-2/idees-marx-au-21e-siecle-et-si-les-questions-comptaient-plus-que-les-reponses/, μια πολύ παρόμοια εκδοχή του οποίου περιέχεται στη συλλογή. Το αν αυτές και άλλες παραλείψεις έγιναν από τον ίδιο τον Batou για τη «μαρξιστική» περίσταση ή τη μεταφράστρια Κ. Σηφάκη είναι αδιάφορο, αφού οι διατυπώσεις είναι ταυτόσημες. Απλά παραλείπονται εν μέρει στην ελληνική μετάφραση μερικές ανοικτά θεολογικές κρίσεις και παραπομπές.
[3] Βλέπε «Norman O. Brown», en.wikipedia.org.
[4] Βλέπε Ρ. Πάτερσον, «Norman O. Brown: A 20th Century Intellectual Odyssey», https://www.rgpost.com/media/Brown.pdf, σελ. 37. Να σημειωθεί ότι στο γαλλικό κείμενο, σε μια φράση που λείπει στη μετάφραση, γίνεται αναφορά στον «Αμερικανό φιλόσοφο και ιστορικό Νόρμαν Όλιβερ Μπράουν, μαθητή του Αϊζάια Μπερλίν και στενό συνεργάτη των Φραντς Νόιμαν και Χέρμπερτ Μαρκούζε». Αυτό είναι φιλολογική παραχάραξη, αφού ο Μαρκούζε είχε επικρίνει ισχυρά τον Μπράουν, σε άρθρο στο Commentary. Σε αυτό είχε απαντήσει ο Μπράουν, εξαίροντας τη νιτσεϊκή αιώνια επιστροφή και το μυστικισμό, ως μια θεώρηση ανώτερη εκείνης του Μαρξ: «Η πραγματικότητα του Μαρξ δεν μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα του Νίτσε. Το θέμα είναι να αλλάξουμε τον κόσμο· αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι όλα παραμένουν πάντα τα ίδια. Η αποστολή λοιπόν είναι (για να το θέσω απλά) η ταυτόχρονη επιβεβαίωση και απόρριψη αυτού που υπάρχει· όχι σε ένα σύστημα, όπως στον Χέγκελ, αλλά σε μια στιγμή, όπως στην ποίηση. Υπάρχει αιώνια επιστροφή· υπάρχουν “αιώνια αντικείμενα” (Γουάιτχεντ)· αρχέτυπα. Αυτό είναι ένα δύσκολο μάθημα… Υπάρχει μια άλλη έννοια με την οποία πρέπει να επιβεβαιωθεί η μυστικοποίηση. Πρέπει να ξεπεράσουμε την αντίληψη του Διαφωτισμού ότι στη ζωή του είδους ή του ατόμου υπάρχει μια οριστική μετάβαση από το σκοτάδι στο φως. Το φως είναι πάντα φως μέσα στο σκοτάδι» κοκ (Ν. Μπράουν, «A Reply to Herbert Marcuse», commentary.org, Μάρτιος 1967).
[5] Βλέπε στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 38, σελ. 151-173 και 174-234.
[6] Λ. Τρότσκι, Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν, εκδ. Αλλαγή, Αθήνα, τόμ. 1, σελ. 111.
[7] Βλέπε τη συνέντευξη του Ντέγιαν, «Δεν ξέρω γιατί πολέμησα», Ριζοσπάστης, 1.1.1996.
[8] Για το ουκρανικό ο Καλτσώνης δημοσιεύει φιλορωσικά άρθρα όπου υιοθετεί το ρωσικό αφήγημα περί αποναζιστικοποίησης, κοκ. Στην πραγματικότητα τα νεοφασιστικά στοιχεία στο μπλοκ του Πούτιν είναι δέκα φορές πιο ισχυρά και κεντρικά από ό,τι τα αντίστοιχα στην Ουκρανία. Βλέπε Δ. Καλτσώνης, «Ελλάδα και ουκρανικό», 24.8.2025, kommon.gr.
[9] «Karel Kosík», en.wikipedia.org.
[10] «Η Διαλεκτική του συγκεκριμένου – Κάρελ Κόσικ», https://www.okde.gr/archives/6008.
[11] Βλέπε «Emmanuel Levinas», en.wikipedia.org.
[12] «Andrey Belousov», en.wikipedia.org.
[13] «Цаголов, Георгий Николаевич», ru.wikipedia.org.
[14] Σε συζήτησή του με τον Κ. Ταμπλάδα ο Τσε είχε πει ότι το μέλλον της κουβανικής επανάστασης συνδεόταν με τη σοβαρή μαρξιστική μελέτη του έργου των κλασικών του μαρξισμού, αλλά και άλλων μαρξιστών όπως οι Λούξεμπουργκ, Χίλφερντινγκ, Τρότσκι, του Χέγκελ, των διαμαχών της δεκαετίας του 1920 στην ΕΣΣΔ, κ.ά. – ένα «έργο τεράστιο», που όμως «η Κούβα το αξίζει και θα μπορούσε να το επιχειρήσει» (βλέπε Κ. Ταμπλάδα, Τσε Γκεβάρα: Η Πολιτική Οικονομία της Οικοδόμησης του Σοσιαλισμού, εκδ. Διεθνές Βήμα, Αθήνα 2014, σελ. 161-164). Ούτε το ένα εκατοστό του έργου στο οποίο καλούσε ο Τσε δεν εκπληρώθηκε. Και οι Τόλιος, Καλτσώνης κοκ το προσπερνούν αυτό πλήρως, γιατί σε κάθε τέτοια προσπάθεια θα ήταν τρίτα βιολιά, ενώ αυτοί προτιμούν να είναι πρώτα βιολιά σε τρίχες, όπως η συλλογή Αντέχουν οι Ιδέες του Μαρξ;.
[15] Στον Λύτρα επίσης βρίσκουμε καναδυό ανοησίες, ώστε η αποτυχία του να διαχωριστεί από τους άλλους δεν είναι τυχαία. «Η στρατηγική και οι εφαρμογές του Βλ. Ιλ. Λένιν», γράφει, «υποδεικνύουν τη ροπή του επαναστάτη να υλοποιήσει το μείζον μέρος του κλασικού μαρξιστικού προγράμματος για την κοινωνική αλλαγή. Από την πραγματοποίηση, ακόμη και σε επίπεδο πρόθεσης, απουσιάζει κάποια ενεργός προσπάθεια για την κατάργηση του καθεστώτος της μισθωτής εργασίας» (σελ. 171). Ο Λένιν είχε, λοιπόν, τη ροπή αλλά όχι την πρόθεση να υλοποιήσει το κλασικό μαρξιστικό πρόγραμμα! Την πρόθεση την έχει, φαίνεται, ο Λύτρας, και θα την υλοποιήσει μαζί με τον Batou και τον Tsagolov. Μέχρι τότε, καλό θα ήταν να θυμάται πού και πού την οικεία ρήση του Μαρξ, ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.
