
Όταν οι «ήρωες» μιλούσαν αλβανικά
και οι αστοί κατασκεύαζαν το «έθνος»
Γράφει ο Σωτήρης Μηνάς
Kάθε 25η Μαρτίου, ο κρατικός μηχανισμός, τα σχολεία και τα ΜΜΕ εξαπολύουν μια συντονισμένη πλύση εγκεφάλου. Το αφήγημα είναι πάντα το ίδιο: το 1821 ήταν ένας αγώνας «αμιγώς Ελλήνων», απευθείας απογόνων των αρχαίων, που ανυπομονούσαν να αναστήσουν τη δόξα του Περικλή μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς. Αυτή η εικόνα, όμως, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα καλοστημένο παραμύθι. Η πραγματικότητα της εξέγερσης ήταν πολυεθνοτική και, πάνω από όλα, κοινωνική.
Αρκεί μια ματιά στην εθνογλωσσική ταυτότητα των προσώπων-συμβόλων της εξέγερσης: ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Ανδρέας Μιαούλης, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, οι Κουντουριώτηδες, ο Κίτσος Τζαβέλας και πολλοί άλλοι, ήταν στην πραγματικότητα Αλβανοί. Αυτή η πολεμική και οικονομική δύναμη της επανάστασης ανήκε στην ίδια ακριβώς εθνογλωσσική ομάδα με τους σημερινούς Αλβανούς. Ήταν μέλη αλβανόφωνων κοινοτήτων, που η επίσημη ιστορία τους θέλει «καθαρούς Έλληνες» φορώντας τους τον μανδύα της φυλετικής ομοιογένειας, για να αποκρύψει την αλβανική καταγωγή τους.
Η επανάσταση δεν ήταν ένας «αγώνας του γένους». Ήταν μια αστική εξέγερση που υποκινήθηκε από τα συμφέροντα των εμπόρων, των προεστών και των καραβοκύρηδων, οι οποίοι χρειάζονταν ένα συγκεντρωτικό έθνος-κράτος για να αναπτύξουν τα κέρδη τους και να ενταχθούν στην παγκόσμια αγορά της εποχής, αλλά και κυρίως από τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων που ήθελαν ένα κράτος-προτεκτοράτο για να ενισχύσουν δυναμικά την επιρροή τους σε αυτό το στρατηγικό σημείο της Μεσογείου.
Η αλβανική ταυτότητα του τόπου που θάφτηκε κάτω από τα μάρμαρα
Την περίοδο εκείνη, ολόκληρες γεωγραφικές ζώνες του πρώτου ελληνικού κράτους κατοικούνταν από συμπαγείς αλβανόφωνους πληθυσμούς. Οι μαρτυρίες των περιηγητών και των λογίων της εποχής, τις οποίες η επίσημη ιστορία «θάβει» επιμελώς κάτω από τις παρελάσεις, είναι αφοπλιστικές. Σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή William Gell το 1827 αν κάποιος αποφάσιζε να ταξιδέψει από τη Μαλεσίνα και το Μαρτίνο της Λοκρίδας μέχρι το Καστρί (Ερμιόνη) και το Κρανίδι της Πελοποννήσου –μια διαδρομή που χρειαζόταν 75 ώρες συνεχούς πορείας με υποζύγια– ήταν ενδεχόμενο, εκτός της Θήβας και των Μεγάρων, να μη συναντήσει άνθρωπο στα χωριά, από όπου θα περνούσε, που να μπορεί να συνεννοηθεί μαζί του στα ελληνικά, πάρα μόνο θα άκουγε παντού αλβανικά
Ο Γερμανός αρχαιολόγος και φιλέλληνας Ludwig Ross, σημείωνε απελπισμένος το 1832: «Ήμουνα, αλήθεια, πάνω σε ελληνικό χώμα, ανάμεσα σε Έλληνες; Στην πραγματικότητα όχι… Ο γυμνός βράχος της Ύδρας, τα γειτονικά νησιά, Σπέτσες και Πόρος, το Καστρί και το Κρανίδι… είχαν καταληφθεί από Σκιπετάρους Αρβανίτες». Η ίδια η Αθήνα ήταν ένα αρβανιτοχώρι. Ο Edmond About έγραφε το 1855 ότι κάθε βράδυ συναντάς γύρω από την Αθήνα μεγάλες συντροφιές Αλβανών, που γυρίζουν από τα χωράφια, ενώ ο ιστορικός George Finlay παρατηρούσε το 1861 ότι «στον Μαραθώνα, στις Πλαταιές και στη Σαλαμίνα δεν κατοικούσαν πια Έλληνες, αλλά Αλβανοί. Ακόμα και μέσα στην Αθήνα, τα παιδιά που έπαιζαν στους δρόμους, κοντά στο Θησείο και την Πύλη του Αδριανού, μιλάνε στην αλβανική γλώσσα».
Η πολιτική απάτη του όρου «Αρβανίτης» και η κατασκευή του εθνικού μύθου
Πώς εξαφανίστηκαν όλοι αυτοί από την ιστορία; Εδώ παίχτηκε η μεγάλη ιδεολογική απάτη των αρχιτεκτόνων του εθνικού μύθου. Το κράτος επέλεξε επίτηδες να χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον όρο «Αρβανίτης» για τους αλβανόφωνους εντός των συνόρων, ώστε να τους διαφοροποιήσει τεχνητά από τους υπόλοιπους Αλβανούς. Ενώ στις πηγές οι όροι «Αρβανίτης», «Αρβανός», «Αλβανίτης» και «Αλβανός» σήμαιναν το ίδιο πράγμα, ο εθνικισμός απομόνωσε τον πρώτο (Αρβανίτες), για να παραπέμπει σε μια δήθεν «ελληνική φυλή».
Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο πατριάρχης της εθνικής ιστοριογραφίας, αφού αν
αγκάστηκε να αποδεχτεί την αλβανική πραγματικότητα, πρότεινε το 1854 «μέτρα θεραπείας»: παραδεχόταν ότι η αλβανική φυλή είχε δική της γλώσσα, αλλά αυτή έπρεπε να υποχωρήσει βαθμηδόν στην «κατακτητική πορεία του Ελληνισμού». Ο στόχος ήταν σαφής: η εξαφάνιση κάθε διαφορετικότητας προς όφελος μιας κατασκευασμένης ομοιογένειας, που θα εξυπηρετούσε την αστική κυριαρχία. Αυτή η πολιτική της αφομοίωσης προμήνυε με μαθηματική ακρίβεια τη μοίρα, που θα είχαν αργότερα οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί στον Βορρά (για τον εξελληνισμό των οποίων δεν έφτασε μόνο κάποιος «νεοελληνικός Διαφωτισμός» ή η εκπαιδευτική πλύση εγκεφάλου, αλλά εφαρμόστηκε πρωτοφανής –επί πολλές δεκαετίες- βία και τρομοκρατία).
Ήρωες με αλβανική λαλιά και το οξύμωρο του σύγχρονου ρατσισμού
Αυτή η υποκρισία συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε κάθε σχολική γιορτή. Οι «εθνικοί ήρωες», που προσκυνάμε, ήταν Αλβανοί. Ο Μάρκος Μπότσαρης έγραψε «Ελληνο-αλβανικόν Λεξικόν» το 1809, γιατί οι Σουλιώτες δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους ελληνόφωνους. Ο ναύαρχος Μιαούλης και οι Κουντουριώτηδες έδιναν διαταγές στα καράβια τους αποκλειστικά στα αλβανικά. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μέλη αλβανόφωνων κοινοτήτων, που η αστική τάξη χρησιμοποίησε για να οικειοποιηθεί και να νομιμοποιήσει το νέο κράτος στα μάτια των Δυτικών.
Εδώ αναδεικνύεται το οξύμωρο: το ίδιο κράτος, που «τιμά» την αλβανόφωνη Μπουμπουλίνα κάθε 25η Μαρτίου, καλλιεργεί τον πιο άγριο ρατσισμό ενάντια στους Αλβανούς μετανάστες. Ο «πατριώτης» που δακρύζει στις παρελάσεις, ενοχλείται από τον Αλβανό της διπλανής πόρτας, που τον ακούει να μιλάει τη γλώσσα του. Αν ο Μπότσαρης εμφανιζόταν σήμερα στις γειτονιές της Αθήνας και μιλούσε τη μητρική του γλώσσα, για τους σημερινούς πατριώτες θα ήταν άλλος ένας «παρακατιανός» Αλβανός και όχι ο «μέγας εθνικός ήρωας».
Ο ρατσισμός είναι το εργαλείο της άρχουσας τάξης, για να διασπά την ενότητα των καταπιεσμένων. Η ιστορία του 1821, μακριά από τα ψέματα των σχολείων, μας διδάσκει ότι οι λαοί των Βαλκανίων δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Η απελευθέρωση δεν θα έρθει από εθνικά ψέματα, αλλά από τον κοινό αγώνα των καταπιεσμένων, πέρα από γλώσσες και σύνορα. Η αλήθεια για τους Αλβανούς του ’21 είναι το όπλο μας ενάντια στον εθνικισμό, που γεννά το σύστημα της εκμετάλλευσης.
*Το παραπάνω άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη«, φύλλο 31ο (Μάρτης 2026) που κυκλοφορεί.
