Δεν τα υπολόγισε καλά ο Τραμπ στο Ιράν

Γράφει ο Θοδωρής Μαράκης

Κατά πρώτο

Ο  Τραμπ και οι σύμβουλοί του υπολόγισαν λάθος την αντίδραση της Τεχεράνης σε μια σύγκρουση που η ιρανική ηγεσία θεωρεί υπαρξιακή απειλή. Το Ιράν αντέδρασε πολύ πιο επιθετικά από ό,τι στον πόλεμο των 12 ημερών του περασμένου Ιουνίου, εξαπολύοντας καταιγισμό πυραύλων και drones εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων, πόλεων σε αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και ισραηλινών αστικών κέντρων.

Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τα σχέδιά τους εν κινήσει, από την εσπευσμένη εκκένωση πρεσβειών έως την επεξεργασία προτάσεων πολιτικής για τη μείωση των τιμών των καυσίμων.

Μετά από κλειστή ενημέρωση προς τους βουλευτές, ο γερουσιαστής Christopher S. Murphy δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η κυβέρνηση δεν είχε σχέδιο για τα Στενά του Ορμούζ και «δεν γνωρίζει πώς θα τα ανοίξει ξανά με ασφάλεια» αναφέρει το δημοσίευμα των New York Times.

Το Πεντάγωνο και το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας υποτίμησαν σοβαρά την πιθανότητα το Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Τραμπ να βρεθεί απροετοίμαστη μπροστά στο «χειρότερο» σενάριο. Οι ναυτικές συνοδείες δεξαμενόπλοιων θεωρούνται ακόμη «υπερβολικά επικίνδυνες» από το Πεντάγωνο, ενώ ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν δήλωσε ότι τα στενά θα παραμείνουν κλειστά ως εργαλείο πίεσης.

Η ομάδα εθνικής ασφάλειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ δεν έλαβε πλήρως υπόψη τις πιθανές συνέπειες αυτού που ορισμένοι αξιωματούχοι έχουν περιγράψει ως το «χειρότερο» σενάριο, το οποίο αντιμετωπίζει πλέον η κυβέρνηση, ανέφεραν οι πηγές.

Έλεγε κομπάζοντας

«Η χώρα μας τα πάει πολύ καλά. Δηλαδή, σε ένα επίπεδο που κανείς δεν πίστευε. Κάναμε μια μικρή εκδρομή (!!!)επειδή νιώσαμε ότι έπρεπε να το κάνουμε αυτό για να απαλλαγούμε από κάποιο κακό. Νομίζω ότι θα δείτε ότι θα είναι μια βραχυπρόθεσμη εκδρομή», δήλωνε ο Αμερικανός πρόεδρος ενώπιον βουλευτών του κόμματός του.

Επανέλαβε το αφήγημα για την «αναγκαιότητα» του πολέμου κατά των Ιρανών, λέγοντας πως «αν δεν το κάναμε αυτό, θα είχαν πυρηνικό όπλο μέσα σε δύο εβδομάδες, και νομίζω ότι θα βρισκόμασταν σε πολύ διαφορετική κατάσταση».

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ισχυριστεί – χωρίς αποδεικτικά στοιχεία – ότι η Τεχεράνη άρχισε να ανοικοδομεί το πυρηνικό πρόγραμμα που ισχυρίστηκε ότι είχε «εξαλειφθεί» από τις αμερικανικές επιθέσεις τον Ιούνιο του περασμένου έτους. Έχει χρησιμοποιήσει αυτόν τον ισχυρισμό ως δικαιολογία για την έναρξη κοινών επιθέσεων στην Τεχεράνη με το Ισραήλ.

«Ο κόσμος μας σέβεται αυτή τη στιγμή περισσότερο από όσο μας έχει σεβαστεί ποτέ», πρόσθετε ο Τραμπ, επαινώντας τον αμερικανικό στρατό ως «έναν στρατό που δεν μοιάζει με κανέναν άλλον».

Δήλωνε η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λίβιτ. «Οι κορυφαίοι σύμβουλοι του Προέδρου είναι επικεντρωμένοι 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα, στο να διασφαλίσουν ότι η Επιχείρηση Epic Fury θα συνεχίσει να είναι μια τεράστια επιτυχία, και το τέλος αυτών των επιχειρήσεων θα καθοριστεί τελικά από τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων».

Μεθυσμένος από την επιτυχία του στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ πίστεψε ότι οι ίδιες μέθοδοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να εξαναγκάσουν το Ιράν να υποταχθεί. Είτε μια απειλητική ναυτική δύναμη, που θα περικύκλωνε τη χώρα, θα οδηγούσε σε παράδοση, είτε μια σύντομη και αιφνιδιαστική επίθεση εξόντωσης της ηγεσίας θα προκαλούσε αλλαγή καθεστώτος μέσω της ανάδυσης μιας νέας ηγεσίας πρόθυμης να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των ιμπεριαλιστών (μία  «Ντέλσι Ροντρίγκεζ της Τεχεράνης», όπως το έθεσαν κάποιοι).

Αυτό ήταν μια πολύ λανθασμένη εκτίμηση. Ο Τραμπ πιθανότατα πίστεψε τις ίδιες του τις υπερβολές για μία εύκολη νίκη, παρά τις προειδοποιήσεις από την στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ για το αντίθετο. «Γιατί δεν έχουν υποκύψει;» αναρωτήθηκε, πριν εξαπολύσει ένα κύμα καταστροφής στο Ιράν.

Στην ομιλία του στις 28/2, προέβλεψε έναν πόλεμο τριών ημερών, στον οποίο η ιρανική ηγεσία θα εξαλειφόταν, οδηγώντας τμήματα του καθεστώτος να συμφωνήσουν να συμμορφωθούν με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Αν αυτό δεν συνέβαινε, μια λαϊκή εξέγερση θα παρήγαγε ένα φιλοδυτικό καθεστώς.

Μετά το αρχικό σοκ, η σύγκρουση είχε μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς ανάμεσα στους πυραύλους και τα drones του Ιράν και τα αμερικανικά συστήματα αναχαίτισης.

Υπάρχει περιορισμένη προμήθεια των πολύ ακριβών πυραύλων που χρησιμοποιούνται στα συστήματα αεράμυνας, ενώ το Ιράν διαθέτει μεγάλο αριθμό πυραύλων διαφορετικών τύπων και σχεδόν απεριόριστη προμήθεια πολύ φθηνών επιθετικών drone. Ένα επιθετικό drone Shahed μπορεί να κοστίζει ακόμη και 20.000 δολάρια, ενώ ένας πύραυλος Patriot έχει τιμή πάνω από 4 εκατομμύρια δολάρια. Αυτή η αναλογία 1 προς 200 οδήγησε έναν ειδικό να σχολιάσει ότι είναι σαν «να εκτοξεύεις Φεράρι για να σταματήσεις ποδήλατα».

Το CNN, επικαλούμενο έκθεση του Πενταγώνου προς το Κογκρέσο, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ μόνο μέσα στο πρώτο διήμερο του πολέμου κατά του Ιράν χρησιμοποίησαν πυρομαχικά αξίας άνω των 5,6 δισ. δολαρίων, χρησιμοποιώντας πανάκριβα συστήματα, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων «υψηλής ακρίβειας».

Η πρώτη εβδομάδα του πολέμου εναντίον του Ιράν είχε κόστος υψηλότερο από 11,3 δισεκατομμύρια δολάρια για τις ΗΠΑ, αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης μελών του Κογκρέσου από το αμερικανικό Πεντάγωνο, σύμφωνα με δημοσίευμα της New York Times.

Απώλειες που αγγίζουν τα 15,1 δισ. δολάρια από τα ενεργειακά έσοδα καταγράφουν οι οικονομίες στον Περσικό Κόλπο, καθώς εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου έχουν παγιδευτεί από το σχεδόν κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ λόγω του πολέμου στο Ιράν.

Τα κόστη πρέπει να είναι υψηλότερα μετά από 40 μέρες πολέμου

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας ανάλυσης εμπορευμάτων Kpler, μέσω αυτής της ναυτιλιακής οδού μεταφέρεται καθημερινά  αργό πετρέλαιο, προϊόντα διύλισης και υγροποιημένο φυσικό αέριο αξίας περίπου 1,2 δισ. δολαρίων κάθε μέρα, με βάση τις μέσες τιμές και όγκους το 2025.

Το Ιράν δεν έχει χάσει την ικανότητα να εκτοξεύει πυραύλους αλλά φαίνεται να ακολουθεί μια πολιτική διαφύλαξής τους, ενώ εκτοξεύει τεράστιο αριθμό drone που είναι πολύ πιο δύσκολο να αναχαιτιστούν και εξακολουθούν να μπορούν να προκαλέσουν ζημιές. Μερικές φορές οι πύραυλοι συνοδεύονται από σμήνος drone, υπερφορτώνοντας την ικανότητα των συστημάτων αεράμυνας να πλήττουν τους στόχους τους αποτελεσματικά.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, που επικαλείται πρόσωπα με γνώση του τρόπου σκέψης του Τραμπ, ο πρόεδρος εμφανίζεται αιφνιδιασμένος από το γεγονός ότι το Ιράν δεν είχε ακόμη υποχωρήσει παρά τα συνεχόμενα πλήγματα από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Οι εξαγωγές αμερικανικών όπλων στη Μέση Ανατολή

Είναι όμως αλήθεια, ότι η Μέση Ανατολή αντιπροσωπεύει την πιο επικερδή αγορά στον κόσμο για την αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ. Τον Ιανουάριο του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέκριναν συνδυασμένες πωλήσεις όπλων ύψους περίπου 15,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε Σαουδική Αραβία και Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, 730 αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot που πωλήθηκαν από την Lockheed Martin, αξίας 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Όσον αφορά το Ισραήλ, οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται ένα πακέτο 6,67 δισεκατομμυρίων δολαρίων που περιλαμβάνει 30 επιθετικά ελικόπτερα AH-64E Apache, 3.250 ελαφρά τακτικά οχήματα, προγράμματα  αναβάθμισης  για τεθωρακισμένα οχήματα και ελικόπτερα πολλαπλών ρόλων AW119Kx .

«Οι περιφερειακές εντάσεις δικαιολογούν την αύξηση των πωλήσεων αμερικανικών όπλων, οι οποίες με τη σειρά τους μπορούν να τροφοδοτήσουν περαιτέρω εντάσεις, και ούτω καθεξής- ένας φαύλος κύκλος, δηλαδή», τονίζουν Αμερικανοί αναλυτές.

«Οι πωλήσεις οπλικών συστημάτων τον Ιανουάριο ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο των αυξημένων περιφερειακών εντάσεων και της πιθανής στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ κατά του Ιράν», σύμφωνα με το AP News. Αμυντικές βιομηχανίες όπως η Lockheed Martin, η Boeing και η Raytheon έχουν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στη διατήρηση μιας πολύ ενεργής αγοράς άμυνας ή επίθεσης στη Μέση Ανατολή.

Ιράν- Ισραήλ-Σαουδική Αραβία

Η περιφερειακή αντιπαλότητα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Ισραήλ και Ιράν είναι ένα περίπλοκο και ακανθώδες πλέγμα αντικρουόμενων συμφερόντων και στόχων.

Το «Όραμα 2030» της Σαουδικής Αραβίας, με επικεφαλής τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, επιδιώκει ταχύ εκσυγχρονισμό, εξομάλυνση ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ και μια συμμαχία ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το «Όραμα 1979» του Ιράν, έχει στόχο τη διατήρηση της θεοκρατικής ιδεολογίας της Ισλαμικής Επανάστασης και στην αντίσταση στην δυτική επιρροή. Η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, οι δύο κύριοι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, θεωρούν το Ιράν ως την κύρια στρατηγική τους απειλή: Το Ιράν έχει διατηρήσει σημαντική επιρροή πέρα ​​από τα σύνορά του όλα αυτά τα χρόνια μέσω πληρεξουσίων και πολιτοφυλακών που ασκούν κυρίαρχο ρόλο στο Ιράκ, τον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και τη Γάζα.

« Η συμμαχία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ, προηγουμένως αδιανόητη αλλά τώρα είναι μια πραγματικότητα και θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την περιφερειακή ηγεμονία, δημιουργώντας σημαντικά οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες», τονίζουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες.  «Η αποδυνάμωση του Ιράν ενισχύει τη θέση αυτών των νέων συμμάχων, με πιθανά οφέλη για τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή», επισημαίνουν, αλλά προειδοποιούν ταυτόχρονα: «Υπάρχει σημαντικός κίνδυνος ο πόλεμος με το Ιράν να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, βλάπτοντας τα συμφέροντα των Αμερικανών συμμάχων και την παγκόσμια οικονομία.

Νέες συμμαχίες

Ήδη, τα σχέδια του Τραμπ για διαρκή ειρήνη συγκρούονται με την εμφάνιση νέων συμμαχιών. Στις 17 Σεπτεμβρίου, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, η μόνη μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα, υπέγραψαν ένα αμοιβαίο σύμφωνο άμυνας , στο οποίο μετέχει ήδη και η Τουρκία.

Η απάντηση ήρθε από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα  και το Ισραήλ, με τη μορφή νέων συμφώνων συνεργασίας με την Ινδία, το οποίο περιλαμβάνει την άμυνα και την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Στα ευαίσθητα θέατρα της Υεμένης, του Σουδάν και της Λιβύης, Σαουδική Αραβία και Εμιράτα υποστηρίζουν αντιμαχόμενες κυβερνήσεις και στρατούς.

Η διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας από μεριάς των ΗΠΑ, με τους παλιούς όρους, είναι αδύνατη. Στο στίβο της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, οι δυναμικές της αγοράς, ευνοούν περισσότερο τις νέες «φυτείες» καπιταλιστικής παραγωγής σε Ανατολή και Νότο όπου οι ΗΠΑ και η Δύση αναζήτησαν φτηνό εργατικό δυναμικό, παρά τα «κέντρα». Υπάρχει έλλειψη οικονομικών θεμελίων στον «δυτικό» καπιταλισμό, αλλά και πιο ειδικά στις ΗΠΑ να αντέξουν κάποια «ειρηνική συνύπαρξη», απέναντι σε μια ανερχόμενη Κίνα αλλά και άλλων καπιταλιστικών χωρών/οικονομιών, όπως Ινδίας, Σαουδικής Αραβίας, Ινδονησίας, Βιετνάμ, Βραζιλίας και φυσικά και της Ρωσίας που έχει άλλα μεγάλα ατού (άφθονοι φυσικοί πόροι, πολεμική τεχνολογία). Όσο εμφανής όμως είναι η υποχώρηση των ΗΠΑ στο στερέωμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ διατηρούν σοβαρή στρατιωτική υπεροπλία. Βιάζονται να την αξιοποιήσουν πριν να είναι αργά.

Η βία, στρατιωτική, οικονομική, πολιτική, είναι κοινός παρονομαστής των ΗΠΑ. Πολεμικά μέτωπα και οικονομικά μέτρα αλληλο-συμπληρώνονται.

Η πολεμική πρωτοβουλία στοχεύει να ανασχέσει την τάση ανόδου της Κίνας και άλλων. Τα μέτρα των δασμών είναι μια όψη αυτής της προσπάθειας. Όπως με σαφήνεια περιγράφεται και στο Δόγμα Εθνικής Ασφάλειας η ενέργεια είναι κλειδί για τις εξελίξεις. Μέχρι τώρα είχαμε την επιχείρηση αποκλεισμού της Ρωσίας από την ενεργειακή αγορά της Ευρώπης και τη μετατροπή της τελευταίας σε πελάτη των ΗΠΑ με αυξημένες τιμές. H γκανγκστερική επέμβαση στη Βενεζουέλα με τα μεγαλύτερα αποθέματα παγκόσμια, ήταν το επόμενο επεισόδιο με σημαντικό πλήγμα στην παρουσία της Κίνας στη Λατινική Αμερική. Οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται για την οικονομία τους το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, όντας υπερ-παραγωγοί οι ίδιες. Ο έλεγχος όμως παραγωγής και διακίνησης, ποσοτήτων και τιμών, είναι τεράστιο όπλο διπλής χρήσης: αυτοπροστασίας από ενεργειακές κρίσεις και υπονόμευσης των αντιπάλων. Το ριψοκίνδυνο τελευταίο βήμα της φονικής, μεγάλης κλίμακας επίθεσης στο Ιράν, θα αποτελούσε σχεδόν αυτοκτονία αν δεν είχε προηγηθεί ο έλεγχος της Βενεζουέλας (παρότι χωρίς «αλλαγή καθεστώτος»). Το Ιράν είναι ο τρίτος μεγάλος προμηθευτής της Κίνας, ενώ από το σύνολο των χωρών του Κόλπου λαμβάνει το μισό σχεδόν των εισαγωγών της.

Πόλεμος αντί κυρώσεων

Επιπλέον, ο πόλεμος έχει πλέον αντικαταστήσει τις κυρώσεις, που μέχρι πρόσφατα ήταν το κύριο μέσο της αμερικανικής πολιτικής: το 2025, η κυβέρνηση Τραμπ είχε αυστηροποιήσει σημαντικά τις κυρώσεις στο πλαίσιο μιας εκστρατείας «μέγιστης πίεσης», στοχεύοντας σε ιρανικά δίκτυα με έδρα το εξωτερικό, ιδίως σε κινεζικές επιχειρήσεις.

Το 57% των υπερδεξαμενόπλοιων που εμπλέκονται στο ιρανικό εμπόριο αργού πετρελαίου έχουν άλλωστε προορισμό, την Κίνα. Οι κυρώσεις, ωστόσο, όπως συνέβη πιο πρόσφατα στον ρωσοουκρανικό πόλεμο, δεν κατάφεραν να επιβάλουν πολιτική αλλαγή στο Θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης. Αντίθετα οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας «οικονομίας αντίστασης» που αποφεύγει τις κυρώσεις και ενισχύει τους πιο σκληροπυρηνικούς «μουλάδες».

Διεθνείς παράγοντες της αγοράς είχαν προτείνει οικονομικά κίνητρα για να συνεργαστεί το Ιράν με τις Ηνωμένες Πολιτείες αντί για κυρώσεις. Ωστόσο, αυτή η προοπτική είναι μειοψηφία στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση, όπως έδειξε και η νέα στρατιωτική επέμβαση.

«Περιφερειοποίηση» του πολέμου

Το Ιράν, παρά τη συνολική του αδυναμία, διατηρεί σημαντική ισχύ πυρός και  μπόρεσε τώρα να «περιφερειοποιήσει» τον πόλεμο στοχεύοντας διυλιστήρια πετρελαίου στον Κόλπο και άλλες υποδομές, πυροδοτώντας μια παρατεταμένη σύγκρουση.

«Η υπόθεση ότι οι βομβαρδισμοί, χωρίς μια πλήρη χερσαία εισβολή, θα πυροδοτήσουν μια νέα επανάσταση στο Ιράν, με αλλαγή καθεστώτος  και ίσως έναν νέο πρόεδρο πιο συμπονετικό προς τη δημοκρατία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι ρεαλιστική, αν όχι αδύνατη», συμφωνούν οι περισσότεροι αναλυτές.

Στην πράξη, σε μια χώρα 92 εκατομμυρίων κατοίκων, εκ των οποίων δεν είναι όλοι εχθροί των μουλάδων, οι βόμβες δεν μπορούν να ανατρέψουν το καθεστώς.

Πιστεύω ότι η εκεχειρία είναι ένας συμβιβασμός αμοιβαίος, χωρίς να είναι σίγουρο  το τέλος του πολέμου.

Σχολιάστε