«Η ΜΑΡΙΓΩ»

Γράφει η Χριστίνα Μαυροπούλου

Η Μαριγώ. Μία ψηλή, αποστεωμένη πόρνη, που έπαιρνε την κουρελού της παραμάσχαλα και έβγαινε για το μεροκάματο. Σπαρασσόταν και συνθλιβόταν από το βάρος των πελατών κατάχαμα στις λιγοστές πλάκες των πεζοδρομίων και στους δρόμους. Γερασμένη πια, με τα μαύρα κατσαρά μαλλιά της και το έντονο κοκκινάδι, που ξεχείλιζε κατά πολύ στο πάνω της χείλος. Θα μπορούσε να είναι ο θηλυκός Χανς Σνηρ, του Χάινριχ Μπελ, εάν είχε την τύχη να την γνωρίσει. Μία πόρνη-κλόουν στους σκοτεινούς δρόμους της «κακόφημης» περιοχής κοντά στις γραμμές του τρένου στην Αθήνα. 
Μία ηρωίδα εκ γενετής ταξικά απόβλητη και ανένταχτη, που έβγαλε τη γλώσσα στα κοινωνικά πρέπει, τους οικογενειακούς καταναγκασμούς, τη θρησκευτική εμμονή. Κάποια στιγμή δραπέτευσε από την ψευτιά, την υποκρισία και την τρομοκρατία της εξαθλίωσης του χωριού της. ‘Ηρθε στην Αθήνα. Πάλεψε. Πέρασε την πείνα της κατοχής, με ό,τι έβρισκε. Λούφαξε στον εμφύλιο. Για να καταλήξει, μέσα δεκαετίας ’60, ξεβρασμένη και μεσήλικας, σε μία καμαρούλα στην αυλή ενός δίπατου της Ακομινάτου με μοναδικό της όπλο για τα προς το ζην, την κουρελού. 
Έρμαιη στα χέρια του νταβατζή. Κυρίως της αστυνομίας, που την εκβίαζε με την «στενή» ώστε να παρακολουθεί και να δίνει πληροφορίες για τους πρώην εξόριστους που είχαν βρει και αυτοί μία καμαρούλα-καταφύγιο στο δίπατο που ανήκε στο γιατρό Χ. Κανείς δεν ήξερε τότε πως η φιλευσπλαχνία του γιατρού ήταν η αλληλεγγύη ενός «συντρόφου» προς τους συντρόφους του, καθώς και ο ίδιος όπως και η πλειοψηφία των ενοίκων είχαν περάσει από τα «παραθεριστικά κέντρα» της εποχής. Άλλος Μακρόνησο. ‘Αλλος Ανάφη. Άλλος Ικαρία. Κάποιοι με οικογένειες με μωρά στα χέρια. Ανάμεσα τους η Μαριγώ. Κανείς ποτέ δεν την είπε παστρικιά ή την μεταχειρίστηκε περιφρονητικά ή με αποστροφή. Ολοι γνώριζαν, αλλά δεν είχε καμία σημασία. Και η Μαριγώ, τους είχε ενημερώσει όλους. Για τις κινήσεις της αστυνομίας και το ρόλο που της είχαν επιβάλλει. «Να προσέχεις» ήταν πάντα η επωδός της… 

Αυτά έμαθα χτες για τη Μαριγώ σε μία πλατεία της Αθήνας, όπου η πλειοψηφία των θαμώνων είναι μετανάστες. Δεν μπόρεσα να μάθω τι απέγινε η Μαριγώ. Η συζήτηση πήγε και πάλι στην «ήττα», τη Βάρκιζα και τις διασπάσεις, το κίνημα, τα ούγκανα, τα Εξάρχεια. Ο κλασικός «αχταρμάς», εμπλουτισμένος με εμμονές (και του παρελθόντος) που ποτέ δεν οδηγεί πουθενά. Το μόνο που αφήνει είναι μία στυφή γεύση στο στόμα.

Κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρεται για κάποια Μαριγώ ή τι απέγιναν οι εξόριστοι, ή ο γιατρός ή τι μυστικά φύλασσαν οι τοίχοι της Αθήνας που «εκσυγχρονίστηκε» βίαια και έγινε μια τσιμεντούπολη. Η Αθήνα της αντιπαροχής, για να «λυθεί το στεγαστικό πρόβλημα». Το έχω ακούσει τόσες φορές κι αυτό… ψωμοτύρι, από όλο το πολιτικό φάσμα. Τόσο που τείνω να καταλήξω πως έγινε επίτηδες η ισοπέδωση, ώστε να χαθούν για πάντα τα μυστικά και οι ιστορίες ανθρώπων.

Και εμείς έχουμε μεταλλαχθεί, έτσι κλεισμένοι στα κελιά μας στην χαώδη τερατούπολη. Εχθρευόμαστε το γείτονά μας και δεν εμπιστευόμαστε κανένα. Όμως, ένοιωσα τόσο όμορφα όταν ξύπνησα το πρωί και μύρισα το γιασεμί που φύτεψε η γιαγιά, που κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες αντί να ξεραθεί, με τα τόσα χρόνια της εγκατάλειψης, έχει γίνει ζούγκλα καλύπτοντας δυο ορόφους, αγκάλιασε το κλήμα και τις λεμονιές και με κοιτούσε ολάνθιστο και μοσχομυριστό.

(Οι φωτογραφίες από την έκθεση με κούκλες από τις κρατούμενες των Γυναικείων Φυλακών Θήβας)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s