ΠΟΙΟΣ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ»; Ο αστικός τύπος για τα 100 χρόνια από το 1922

Πρόχειρο νοσοκομείο του ελληνικού στρατού
 κατά την εκστρατεία στον Σαγγάριο ποταμό
 

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος

Εκατό χρόνια μετά, τι διδάγματα έχει βγάλει η ελληνική αστική τάξη, το πολιτικό της προσωπικό και ο Τύπος της από τη μεγαλύτερη συντριβή της στη σύγχρονη Ιστορία; Τι έφταιξε τότε για την καταστροφή του 1922 και τι συμπεράσματα μπορούν να αντληθούν για το σήμερα; Αξίζει να διατρέξουμε σύντομα το πώς στάθηκε ο ελληνικός αστικός τύπος, στα πιο σοβαρά του άρθρα απολογισμού, απέναντι στην επέτειο των εκατό χρόνων από τη Μικρασιατική καταστροφή.

«Η Ιστορία δεν διδάσκει απολύτως τίποτα στους καθηγητές της», έγραφε ο Τρότσκι. Τα πολυσέλιδα αφιερώματα του ελληνικού αστικού τύπου για τα 100 χρόνια από την καταστροφή του 1922, επιβεβαιώνουν άλλη μια φορά το πιο πάνω κλασικό ρητό.

Στον αστικό τύπο τα φωτογραφικά αφιερώματα για τη Μικρασιατική καταστροφή ήταν εξαιρετικά. Πλούσια και η παράθεση πολλών –συχνά εντελώς ασήμαντων- λεπτομερειών για την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων, το 1919 ως 1922. Αλλά, δίπλα στον όγκο των πληροφοριών, είναι εξαιρετικά φτωχές και αναιμικές οι αναλύσεις για το τι/ποιοι ευθύνονται για αυτή την πανωλεθρία. Από τη φλύαρη περιπτωσιολογία, που παρατίθεται με το κιλό στις σελίδες της Καθημερινής έως τον κραυγαλέο αντικομμουνισμό του Πρώτου Θέματος, το αναγνωστικό κοινό είναι αδύνατο να αποκομίσει κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα για το τι πήγε στραβά για το ελληνικό στρατόπεδο το 1922. Οπότε, με την απουσία απολογισμού, οι συνδέσεις που επιχειρούνται με το σήμερα είναι αναγκαστικά γενικόλογες και ασαφείς και ξεχνιούνται αμέσως με το που θα διπλώσεις την εφημερίδα.

Το άδοξο τέλος της «Μεγάλης Ιδέας»

Η Μικρασιατική εκστρατεία ήταν το χειρότερο φιάσκο, που προκάλεσαν ποτέ οι Έλληνες αστοί, και συνέβη πριν ακριβώς 100 χρόνια. Επρόκειτο για την πλέον τυχοδιωκτική πολεμική εκστρατεία στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Και κατέληξε με τον ελληνικό στρατό να συντρίβεται και να διαλύεται ατιμωτικά στα πεδία των μαχών από πολύ κατώτερες αριθμητικά τουρκικές δυνάμεις. Ο στρατός της Ελλάδας εγκατέλειψε τα τουρκικά παράλια τον Σεπτέμβρη του 1922 ως άτακτο και πανικόβλητο μπουλούκι.

Ακόμη περισσότερα δεινά υπέφεραν οι 1.500.000 προσφύγισσες και πρόσφυγες του άμαχου ελληνικού πληθυσμού της Μικρασίας, που κατέφυγαν στη Ελλάδα. Δεκάδες χιλιάδες ήταν οι νεκροί της ελληνικής πλευράς, τόσο στις μάχες όσο και στις αντεκδικήσεις του προελαύνοντος τουρκικού στρατού. Ενώ ανάλογα φρικαλέες ήταν οι απώλειες της τουρκικής πλευράς. Τόσο στην αντίσταση απέναντι στον Έλληνα εισβολέα, όσο και στα αποτρόπαια μαζικά πογκρόμ του ελληνικού στρατού σε βάρος των Τούρκων αμάχων, σε όλη τη διάρκεια της εισβολής στα τουρκικά εδάφη.

Κοινός τόπος σε όλα τα κείμενα του ελληνικού αστικού τύπου είναι η ξεκάθαρη διαπίστωση πως η ήττα στη Μικρασία ήταν η πιο οδυνηρή καταστροφή, που αντιμετώπισε ποτέ η Ελλάδα και ο στρατός της. Ή, όπως το διατύπωσε γλαφυρά και περίκομψα η κ. Γλυκατζή Αρβελέρ στο σχετικό άρθρο της στα Νέα: «Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού μετά την Άλωση της Πόλης». Και, αμέσως μετά από αυτή τη θέση, ακολουθεί σταθερά και σε κάθε άρθρο το συμπέρασμα πως, με την ήττα της Μικρασίας, έλαβε τέλος οριστικά η «Μεγάλη Ιδέα». Ο στόχος για την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Ως εδώ τα κείμενα των αστών αναλυτών πατούν γερά στο έδαφος.

Απορία ψάλτου βηξ

Όμως στη συνέχεια όλων αυτών των άρθρων, όταν το επόμενο λογικό βήμα θα ήταν να διατυπωθεί με ιστορικά επιχειρήματα το τι και ποιοι έφταιξαν για αυτό το φιάσκο, οι ίδιοι αναλυτές χάνουν εντελώς τα λόγια τους. Τόσο στα Νέα και στο Βήμα, όσο και στην Καθημερινή και το Πρώτο Θέμα, οι αρθρογράφοι καλύπτουν το κενό με γενικολογίες και μισόλογα. Και οι όποιοι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί εμφανίζονται στο ένα ή στο άλλο άρθρο, δεν αντέχουν ούτε στον πιο στοιχειώδη λογικό έλεγχο: «Φταίγανε» κάποιοι Έλληνες στρατηγοί, που υποτίμησαν τις κινήσεις και τις δυνατότητες του τουρκικού στρατού του Κεμάλ. «Έφταιγε» που επικεφαλής της εκστρατείας είχε αναλάβει ο στρατηγός Παπούλας, που δεν διέθετε επαρκή στρατιωτική εκπαίδευση (!) και τις κρίσιμες αποφάσεις τις έπαιρνε ο επιτελάρχης του, ο οποίος όμως δεν είχε θεσμική ευθύνη (Καθημερινή). «Έφταιγε» η κούραση των Ελλήνων φαντάρων, που πολεμούσαν συνεχώς ολόκληρη τη δεκαετία 1912–1922. «Έφταιγε» η εναλλαγή των κυβερνήσεων στην Ελλάδα εν μέσω της Μικρασιατικής εκστρατείας και η ανατροπή του αρχικού σχεδιασμού της εκστρατείας από τον Βενιζέλο. Βεβαίως, «έφταιγε» το ότι οι δυνάμεις του μικρού ελληνικού κράτους ήταν εξαρχής ανεπαρκείς για ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο. Τέλος, ούτε λίγο ούτε πολύ, «έφταιξε» σίγουρα ο Λένιν και οι Ρώσοι μπολσεβίκοι, που στήριξαν τον Κεμάλ και που «διέταξαν» τους Έλληνες κομμουνιστές να σαμποτάρουν την πολεμική προσπάθεια στο μέτωπο.

Αλήθεια, μόνο οι Έλληνες φαντάροι πολεμούσαν σχεδόν χωρίς διακοπή επί δέκα χρόνια; Οι Τούρκοι δεν συμμετείχαν στους ίδιους ακριβώς πολέμους το ίδιο χρονικό διάστημα; Και, μάλιστα, βιώνοντας τη μια πανωλεθρία και απώλεια εδαφών μετά την άλλη; Πώς οι Τούρκοι κατάφεραν να αποκτήσουν περισσότερο ικανούς (ή έστω επαρκείς) ηγήτορες στον στρατό τους στον πόλεμο του 1919–1922 και οι Έλληνες απέτυχαν οικτρά;

Ας δούμε για παράδειγμα τι συνέβη συγκεκριμένα την πιο κρίσιμη ημέρα του πολέμου, την 13η Αυγούστου (26 με το νέο ημερολόγιο) 1922, όταν οι δυνάμεις του Κεμάλ επιτέθηκαν στη γραμμή Εσκί Σεχίρ–Αφιόν Καραχισάρ, συντρίβοντας τον ελληνικό στρατό και σπάζοντας το μέτωπο. Ο ελληνικός στρατός παρέτασσε στα χαρακώματά του στην πρώτη γραμμή 220.000 άντρες με χίλια κανόνια και τρεις χιλιάδες πολυβόλα και οπλοπολυβόλα. Οι Τούρκοι στρατιώτες, που επιτέθηκαν στους Έλληνες, ήταν μόλις 78.000 άντρες. Ακόμη και αν προσθέσουμε σε αυτούς τις εφεδρείες, που είχε διαθέσιμες ο Κεμάλ, οι Τούρκοι έφταναν με το ζόρι τις 120.000, με πολύ λιγότερα κανόνια και οπλοπολυβόλα από τον ελληνικό στρατό [όλα τα αριθμητικά στοιχεία από τα σχετικά άρθρα του Πρώτου Θέματος].

Πώς, λοιπόν, οι Τούρκοι συνέτριψαν ένα τριπλάσιο από αυτούς στράτευμα, ενώ είχαν να διασχίσουν ναρκοπέδια και σειρές συρματοπλέγματα, κάτω από το σφυροκόπημα του ελληνικού πυροβολικού και τη βροχή από τα μυδράλια; Πώς οι φαντάροι του Κεμάλ κατάφεραν να καταλάβουν με εφ’ όπλου λόγχη τα ελληνικά χαρακώματα και να σπάσουν το μέτωπο;

Το Πρώτο Θέμα δίνει την πρακτορίστικη απάντηση: «Φταίει» που τις πρώτες ώρες της επίθεσης στο Αφιόν Καραχισάρ, ο 1ος ελληνικός λόχος του 49ου Συντάγματος υποχώρησε χωρίς να δώσει μάχη, «διότι δύο κομμουνιστές λοχίες έδωσαν το σύνθημα της φυγής και ενθάρρυναν τους συναδέλφους τους να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους». Και ο υπόλοιπος στρατός, μετά το φευγιό του 1ου λόχου, δεν άργησε να καταρρεύσει σαν ντόμινο.

Φαίνεται πως είχαν προλάβει να τρυπώσουν, σε κάθε μονάδα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, πολλοί κομμουνιστές λοχίες «έτοιμοι να διαλύσουν το φρόνημα». Δεν εξηγείται αλλιώς.

Έλληνες φαντάροι, πρώην αιχμάλωτοι των Τούρκων, έχουν μόλις επιστρέψει στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στον Πειραιά.
 

Η μόνη διαφορά που είχε σημασία

Όμως, αν τα ελληνικά στρατεύματα διαλύθηκαν, επειδή οι φαντάροι είχαν κουραστεί να πολεμούν, τα τουρκικά στρατεύματα επικράτησαν, διότι οι Τούρκοι χωρικοί και εργάτες είχαν βαρεθεί πια να χάνουν.

Οι Τούρκοι στρατιώτες υπεράσπιζαν τα σπίτια τους και τα παιδιά τους. Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας, ο τουρκικός πληθυσμός υπέφερε από άγρια και φονικά πογκρόμ στις περιοχές, που καταλάμβανε ο ελληνικός στρατός. Στην πραγματικότητα η Ελλάδα εφάρμοζε ένα σχέδιο εθνικής εκκαθάρισης, σφάζοντας μεγάλους αριθμούς μουσουλμάνων, για να εξαναγκαστούν να εγκαταλείψουν οι υπόλοιποι τις ελληνοκρατούμενες περιοχές. Ο ελληνικός στρατός δεν έδειχνε το παραμικρό έλεος. Ούτε καν στα γυναικόπαιδα.

Οι Τούρκοι φαντάροι, λοιπόν, πολεμούσαν «υπέρ βωμών και εστιών». Ήταν πολύ λιγότεροι από τον ελληνικό στρατό, διότι ο Κεμάλ συγκέντρωνε πιο συχνά εθελοντές. Και μάχονταν παθιασμένα, διότι δεν είχε νόημα η ζωή αν οι Έλληνες νικούσαν.

Και οι επικεφαλής των Τούρκων, επηρεασμένοι από το κλίμα ηλεκτρισμένης εγρήγορσης των ίδιων των στρατιωτών τους, όταν αποτύγχαναν σε κάποια επίθεση, έφταναν ακόμη και στην αυτοκτονία. Αυτή η ακραία ανάληψη ευθύνης δεν ήταν αποτέλεσμα αυστηρής πειθαρχίας ή κάποιων απάνθρωπων κανόνων του τουρκικού στρατού. Αντίθετα, αντανακλούσε την ένθερμη συμμετοχή του λαού και των ένοπλων μαχητών του Κεμάλ στον υπέρ πάντων αγώνα κατά των Ελλήνων.

Οι Τούρκοι στρατεύονταν πρόθυμα σε έναν αγώνα απελευθερωτικό. Ενώ οι Έλληνες φαντάροι σύρονταν –με καταναγκασμό και άγρια κυνηγητά από τη χωροφυλακή στην ελληνική ύπαιθρο- σε έναν πόλεμο άδικο και ιμπεριαλιστικό. Και αυτό ήταν η μόνη διαφορά, που είχε σημασία.

Ποιοι τελικά οργάνωσαν την καταστροφή;

Ο λαϊκός κόσμος στην Ελλάδα αντιδρούσε στον πόλεμο με κάθε μέσο. Από τις δυναμικές εργατικές απεργίες μέχρι τα αντιπολεμικά συλλαλητήρια ήταν φανερή η γενική κατακραυγή κατά της Μικρασιατικής εκστρατείας. Το ΣΕΚΕ (τα κατοπινά χρόνια ΚΚΕ) κατάφερε να οργανώσει αντιπολεμική συγκέντρωση στην Αθήνα με 50.000 κόσμο, αριθμό ασύλληπτο για τις πολύ μικρές οργανωμένες δυνάμεις, που διέθετε τότε το κόμμα. Τεράστια έκταση είχε πάρει σε όλη τη χώρα το φαινόμενο της άρνησης στράτευσης. Προκειμένου να μη φορέσουν το χακί, χιλιάδες εργαζόμενοι και αγρότες κρύβονταν στα βουνά, συχνά οπλισμένοι, και απαντούσαν στα οργανωμένα πογκρόμ της χωροφυλακής με καυτό μολύβι.

Σε αυτές τις συνθήκες τα μεγάλα λαϊκά στρώματα, που ήθελαν να τελειώνουν γρήγορα με τον παράλογο πόλεμο, χρησιμοποίησαν στις εκλογές το ψηφοδέλτιο της βασιλικής παράταξης, κόντρα στον πολεμοκάπηλο Βενιζέλο. Όμως η νέα βασιλόφρων κυβέρνηση Γούναρη εκτέλεσε μια απαράμιλλη κυβίστηση αμέσως μόλις εκλέχτηκε. Ξέχασε και εγκατέλειψε στη στιγμή την προηγούμενη αντιπολεμική της ρητορεία. Και κορύφωσε τη Μικρασιατική εκστρατεία σε παροξυσμό, προχωρώντας στην τυχοδιωκτική εκστρατεία στον Σαγγάριο ποταμό.

Ποια ανάγκη, όμως, πίεσε τους βασιλόφρονες ηγήτορες να συνεχίσουν και να κλιμακώσουν το μακελειό;

Όσο και αν ο λαός αντιδρούσε στον πόλεμο, υπήρχε μια κοινωνική τάξη στην Ελλάδα, που ήταν αποφασισμένη να τον συνεχίσει έως ότου πέσει νεκρός και ο τελευταίος Έλληνας στρατιώτης. Οι Έλληνες αστοί είχαν γνωρίσει τεράστια ανάπτυξη της κερδοφορίας τους χάρη στους συνεχείς πολέμους της χώρας. Το βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο της Ελλάδας ήταν μια σειρά γιγαντιαία παράσιτα, γερά κολλημένα πάνω στο ελληνικό κράτος. Αυτά τα παράσιτα απομυζούσαν τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω των πολεμικών παραγγελιών. Ενώ μεγάλα κομμάτια του εμπορικού κεφαλαίου είχαν εξαπλωθεί στα κατεχόμενα εδάφη στη Μικρασία, προχωρώντας σε ξέφρενο χορό κερδών.

Αυτός ήταν ο λόγος που το ελληνικό κράτος έπαιρνε, τη μία πίσω από την άλλη, «παράλογες» αποφάσεις για τυχοδιωκτικές εκστρατείες, ενώ τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια και ο λαός εκδήλωνε με κάθε μέσο την αντίθεσή του στον πόλεμο. Οι χρυσοκάνθαροι της αστικής τάξης ήταν αυτοί που επέβαλαν το πλαίσιο των αποφάσεων. Τόσο στην κυβέρνηση Βενιζέλου όσο και στην κυβέρνηση Γούναρη. Οι στρατηγοί, που ήταν ανίκανοι να φέρουν σε πέρας τις πολεμικές επιχειρήσεις, και οι φαντάροι, που δεν θέλανε να πεθάνουν στα χαρακώματα, όπως και οι κομμουνιστές πολεμιστές του μετώπου, που προπαγάνδιζαν ενάντια στην ανθρωποσφαγή με κίνδυνο να εκτελεστούν επί τόπου, ήταν όλα συνέπειες και όχι αιτίες της Μικρασιατικής καταστροφής.

Αυτός είναι ο λόγος που οι αστοί αναλυτές ακόμη και σήμερα παθαίνουν αφωνία και είναι ανίκανοι να πάνε σε κάποιο βάθος τις αναλύσεις τους για τη Μικρασιατική καταστροφή. Επειδή αν μιλήσουν καθαρά, θα χρειαστεί να καταδείξουν τον κύριο ένοχο: την άπληστη και ανόητη, τη θρασύδειλη, εγκληματική και μικρόψυχη ελληνική αστική τάξη.

Και αυτός είναι ο λόγος που τα σχετικά άρθρα δεν καταλήγουν ποτέ σε διδάγματα για το σήμερα. Διότι το πρώτο κύριο δίδαγμα θα έπρεπε να είναι αυτό: να απαλλαγούμε οριστικά από τους καπιταλιστές και το καθεστώς τους, για να μην μπλέξουμε ποτέ ξανά με τυχοδιωκτικές εκστρατείες και πολεμικές περιπέτειες.

*Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στην εφημερίδα Η ΚΟΚΚΙΝΗ, 16ο φύλλο, Σεπτέμβρης 2022, που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s